Ο Μάκης οδηγούσε υπακούοντας δουλοπρεπώς στις πινακίδες των δρόμων της Αθήνας. Είχε βάλει στο φουλ τον κλιματισμό και το ραδιόφωνο σε σταθμό που έλεγε τις ειδήσεις. Όχι, δεν του άρεσαν οι ειδήσεις, απλά ήθελε να ξέρει αν ήταν η αστυνομία στα ίχνη του. Είχε κλέψει το συγκεκριμένο τζιπ μόλις μια ώρα πριν. Δεν είχε περάσει πολύς χρόνος, σύμφωνοι, αλλά ο Μάκης ήθελε να ξέρει. Κατά κάποιον τρόπο, ήλπιζε να ακούσει ότι η αστυνομία γύρευε το τζιπ. Τον εξίταρε.
Ήταν του πατέρα του, το καμάρι του. Το τζιπ, όχι ο γιόκας του. Όχι, αυτός δεν θα γινόταν ποτέ το καμάρι του. «Είσαι άχρηστος, μαλάκας», του φώναζε. «Ένα ΤΕΙ δεν μπορείς να βγάλεις και θες και γκόμενες και ξενύχτια».
Γιατί να μη θέλει, γαμώτο; Είκοσι τριών ήταν. Εντάξει, στο ΤΕΙ χρωστούσε πολλά μαθήματα –το ίδιο και παλιότερα στο σχολείο. Και λοιπόν; Δεν πήγαινε τα γράμματα. Σάμπως οι γέροι του ήταν καλύτεροι; Ο πατέρας του συνεργείο αυτοκινήτων είχε και η μάνα του ήταν γκαρσόνα σε φαστφουντάδικο. Τι το σπουδαίο είχαν καταφέρει αυτοί, δηλαδή;
Η μάνα του. Πού ήταν αλήθεια, όταν ο πατέρας του τον χτυπούσε; Καθόταν στην κουζίνα ή στον καναπέ. Δεν αναμειγνυόταν. Φοβόταν τον άντρα της. Τον Μπαμπάκο, όπως τον αποκαλούσε κοροϊδευτικά ο Μάκης. Άχρηστη, τελείως όμως.
Πήγαινε σαν να έκανε παρέλαση. Ένα δύο, σημειωτόν. Η κίνηση τον περικύκλωνε και τον εμπόδιζε να αναπτύξει ταχύτητα. Να πιάσει τα εκατό, τα εκατόν πενήντα. Να γουστάρει, όπως όταν είχε και γκομενάκι μαζί του. Τώρα, όμως, η μόνη του συνοδός ήταν μια μικρή βαλίτσα που βρήκε στην αποθήκη. Πρώτη φορά την είδε σήμερα, όταν έψαχνε για κάποιο σακίδιο ή κάτι τέτοιο. Του έκανε μια χαρά –και μάλιστα μπορεί να τσάντιζε κι άλλο τους γέρους.
Σταμάτησε ξανά. Το εσωτερικό του τζιπ είχε γίνει σαν ψυγείο, αλλά δεν τον ένοιαζε. Στο ραδιόφωνο ο δημοσιογράφος συζητούσε με έναν πολιτικό της κυβέρνησης για το μέλλον της Παιδείας. Ο Μάκης χαμήλωσε την ένταση –τους βαριόταν αυτούς τους μαλάκες και τις παπαριές που έλεγαν.
Κοίταξε την οθόνη του κινητού του. Τρεις, η ώρα. Καμία κλήση ακόμα.
«Πού θα πάει, Μπαμπάκο», είπε, «θα τηλεφωνήσεις. Το θέλεις το τζιπ σου». Πραγματικά, ήταν λες και ο πατέρας του το είχε καψουρευτεί αυτό το τζιπ. “Αλλά χέστηκες για μένα…”.
Άλλοι οδηγοί άρχισαν τα κορναρίσματα. Ο Μάκης τους σιγόνταρε κι αυτός. Έτσι, μπας και αποκτούσε λίγο ενδιαφέρον το πράμα.
Χρειάστηκε να προχωρήσει καμιά διακοσαριά μέτρα με πρώτη, ώσπου βρήκε μια κάθετη οδό και έστριψε. Εκεί η κίνηση ήταν ελάχιστη. Μπόρεσε να γκαζώσει, να προσπεράσει και να φτάσει στην έξοδο της πόλης.
Έβγαλε φλας δεξιά και μπήκε στο χώρο ενός βενζινάδικου. Πάρκαρε μπροστά από τις αντλίες που ήταν ελεύθερες από οχήματα και έσβησε τη μηχανή. Περίμενε υπομονετικά, καθώς ο ένας από τους δύο υπαλλήλους, ένας παχουλός μουσάτος, εξυπηρετούσε άλλον οδηγό –ο δεύτερος υπάλληλος ήταν μέσα και εισέπραττε τα λεφτά και έκοβε αποδείξεις.
Ο παχουλός πλησίασε τελικά τον Μάκη, που στο μεταξύ είχε βγει από το τζιπ.
«Γέμισέ το», διέταξε τον Στέλιο –έτσι έλεγε το καρτελάκι στη μπλούζα του υπαλλήλου.
Ο τύπος ένευσε και πήρε τη μάνικα και την τοποθέτησε στο τζιπ. Κοιτούσε την ένδειξη της αντλίας και σιγομουρμούριζε κάτι δικά του, χωρίς να δίνει σημασία στον Μάκη. Και καλύτερα, σκεφτόταν ο Μάκης, γιατί δεν είχε όρεξη να πιάσουν ψιλή κουβεντούλα. Ο τύπος βρομούσε ιδρώτα και βενζίνη, γαμώτο.
Τότε ο Μάκης άκουσε το κινητό του. Χαμογέλασε και είδε με ικανοποίηση πως τον καλούσε ο πατέρας του. Όχι που θα με άφηνες, ε, Μπαμπάκο;
Δέχτηκε την κλήση.
«Πού είσαι, Μάκη;» ρώτησε ο πατέρας του. Ήταν τσαντισμένος και σίγουρα πιωμένος.
«Κλείσε το κινητό σου».
Ο Μάκης έκανε νόημα στον Στέλιο να σταματήσει. «Όπου θέλω είμαι, Μπαμπάκο. Αρκετά μου σπάσατε τα νεύρα, αρκετά με πρήξατε. Εσύ κυρίως!».
«Γαμώτο σου, μικρέ! Πήρες το τζιπ. Ξέρεις πολύ καλά πως κανείς δεν το αγγίζει. Ειδικά εσύ!».
«Ουπς», έκανε ο Μάκης. «Να που το αγγίζω». Και όντως, ακουμπούσε τώρα την πόρτα, το καπό. «Είναι πολύ ωραίο, Μπαμπάκο».
«Ε, φίλε», είπε ο Στέλιος. «Κλείσε το κινητό σου. Είναι επικίνδυνο».
Ο Μάκης γύρισε προς τον τύπο, ο οποίος του έδειχνε την πινακίδα: ένα κινητό με μια διαγώνια γραμμή.
Του ξανάκανε νόημα, να μη μιλάει.
Είπε στον πατέρα του: «Έφυγα, Μπαμπάκο. Δεν θα το ξαναδείς το τζιπ. Είναι δικό μου τώρα. Το κατάλαβες;»
«Φέρε πίσω το τζιπ μου, γαμώ το σου!»
«Όχι. Ξέχασέ το».
«Είπα, φέρε πίσω το γαμημένο το τζιπ μου!»
«Ε, φίλε», είπε ο Στέλιος, πιο επιτακτικά. «Κλείσε το κινητό».
«Γαμώ το φελέκι σου, όχι. Δεν το κλείνω. Κοίτα τη δουλειά σου, χοντρέ».
«Φίλε, κλείσε το…»
«Φέρε πίσω το τζιπ μου, γαμώτο! Γαμημένε, φέρτο πίσω!»
«Όχι, Μπαμπάκο, δεν…»
Τότε ένα χέρι έπιασε το δεξί του Μάκη και ένα άλλο του πήρε το κινητό. Ο Μάκης γύρισε εκνευρισμένος και είδε τον Στέλιο να πετάει στο έδαφος το κινητό, που έγινε κομμάτια. «Τα κινητά απαγορεύονται», είπε ο Στέλιος.
«Γαμώτο σου, χοντρέ!» φώναξε ο Μάκης και του επιτέθηκε. Τον άρπαξε και τον έσπρωξε πάνω στο τζιπ. Του έριξε απανωτές γροθιές. «Μου γάμησες το κινητό μου, γαμώτο!»
Ο Στέλιος βόγκηξε αρκετές φορές. Αλλά αντιστάθηκε. Έριξε κι αυτός μια δυο ξεγυρισμένες στον Μάκη, που οπισθοχώρησε.
«Ρε χοντρο-Στέλιο, σταμάτα!» ακούστηκε η φωνή του άλλου εργαζόμενου που είχε βγει έξω και ο οποίος προσπαθούσε από την μια να ηρεμήσει τον συνάδελφό του και από την άλλη να καλμάρει τα γέλια του που τον είχε δει να ρεζιλεύεται. «Σταμάτα!»
«Σκάσε εσύ!» του αντιγύρισε ο Στέλιος. «Σκάστε όλοι σας! Αρκετά!» Ο Στέλιος βαριανάσαινε και το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο. Έδειξε τον Μάκη. «Μας έβαλες σε κίνδυνο. Όλους. Τα κινητά επηρεάζουν τα καύσιμα. Μας έβαλες σε κίνδυνο!». Γύρισε προς τους άλλους και φώναξε: «Είναι επικίνδυνος! Είναι τρελός!».
«Εσύ είσαι τρελός, χοντρέ! Και θα σε γαμήσω».
«Είναι επικίνδυνος. Θα μας ανα… θα μας ανατίναζε…» Η φωνή του Στέλιου έσπαγε, σαν να πνιγόταν. «Θα μας σκότωνε. Όχι, οι πελάτες πάνω απ’ όλα».
Ο Μάκης δεν καταλάβαινε τι έλεγε, αλλά δεν σκοτιζόταν κιόλας. Ήθελε να τον πλακώσει και έτσι κινήθηκε αποφασιστικά εναντίον του.
Ο Στέλιος, όμως, τον πρόλαβε. Έβγαλε τη μάνικα από το τζιπ και περιέλουσε τον Μάκη με βενζίνη. «Με είπες χοντρό», είπε. Ήταν έξω φρενών, με το μούσι του να έχει γίνει καφέ σε μερικά σημεία. «Το ανέχτηκα. Αλλά όχι και το κινητό! Έβαλες σε κίνδυνο τους πελάτες. Οι πελάτες πάνω απ’ όλα».
Ο Μάκης είδε με τρόμο ένα μικρό αντικείμενο να έρχεται προς το μέρος του. Μικρό, με μια κίτρινη στάλα να φέγγει στην άκρη του. Ο αναπτήρας τον πέτυχε στο μπατζάκι του τζιν του. Αμέσως ένιωσε την καυτή ανάσα να ξεθυμαίνει στο σώμα του, να τον καλύπτει, να τον θερμαίνει σαν να γεννιόταν σε πυρηνικό αντιδραστήρα.
Άκουσε κάτι φωνές, ουρλιαχτά. Τι έκανες; Θα τον σκοτώσεις! Γρήγορα, έναν πυροσβεστήρα! Όχι, τρέξτε μακριά του, είναι επικίνδυνος!
Όμως, ο Μάκης δεν ενδιαφερόταν για τίποτα από αυτά. Πονούσε και έκλαιγε, αλλά τα δάκρυά του εξατμίζονταν και το δέρμα μαύριζε και ωχρός καπνός υψωνόταν στον αέρα από το σώμα του.
Για μια στιγμή, θυμήθηκε τον πατέρα του. Τα σκληρά του λόγια και την παλάμη να έρχεται κατά πάνω του. Και τότε του ήρθε η επιφοίτηση.
Ο Μάκης όρμησε και άνοιξε την πόρτα του οδηγού του τζιπ και έβαλε μπροστά τη μηχανή και μετά τράβηξε ένα μοχλό κάτω από το τιμόνι. Ύστερα, σήκωσε το καπό και ξάπλωσε στη μηχανή.
Δεν είδε τους άλλους που έτρεχαν μακριά του.
Δεν θα ξαναδείς αυτό το τζιπ, Μπαμπάκο, σκέφτηκε, πριν ανατιναχτεί.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις:
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
