Το βλέμμα της μάνας

Εκείνο το γλυκό απόβραδο του Ιούνη, σ’ ένα ημιορεινό χωριό -Αρχοντοχώρι (Ζάβιτσα)- της Ακαρνανίας, σε χρόνο μισό αιώνα πίσω, σ’ ένα πέτρινο σπίτι, μόλις οι γονείς κατάκοποι επέστρεψαν από το θερισμό, ακούστηκε το ουρλιαχτό του μικρού τους γιου, που έπαιζε στην αυλή.
Τον είχε τσιμπήσει στο χέρι σκορπιός.
Τον πρόλαβε ο πατέρας, πριν χαθεί στις πέτρες, τον πάτησε και τον σκότωσε.

Μαζεύτηκε όλο το χωριό, η μάνα έτρεμε, κρατούσε σφιχτά αγκαλιά το σπλάχνο της που σπάραζε και βογκούσε, τα τέσσερα μεγαλύτερα αδέλφια έκλαιγαν και φοβόντουσαν κι ο πατέρας απελπισμένος ρωτούσε τους συγγενείς και μονολογούσε με απόγνωση… Τι να κάνουμε τώρα; Πώς να σώσουμε το παιδί μας;

Σ’ εκείνο τον σκληρό, άγονο τόπο, που ζούσαν πάνω από χίλιες σκληραγωγημένες ψυχές με στερημένες ζωές, δεν υπήρχε γιατρός, φαρμακείο, νοσοκόμα, δεν έρχονταν εκεί ασθενοφόρο, ούτε υπήρχε κανένα αυτοκίνητο διαθέσιμο να τον πάει στο Αγρίνιο.
Το ένα και μοναδικό μικρό “λεωφορείο” με την μεγάλη σκουροπράσινη μούρη – μετατροπή παλιού φορτηγού- του καλού, δοτικού και πάντα διαθέσιμου ανθρώπου Δημητράκη Μπαλώσου, που άντεχε στους επικίνδυνους εκείνους κακοτράχαλους χωμάτινους δρόμους, βρισκόταν στο Μεσολόγγι.

Ακόμα κι ο Θεός άμα περνούσε καβαλάρης από ‘κείνα τα άγρια μέρη, σπάνια ξεπέζευε για να δει και να μάθει πώς ζουν ετούτοι θνητοί, οι ριζωμένοι σε λιθάρια, αγραπιδιές, φρύγανα κι ασφάκες.

Και έτσι αναγκαστικά την τύχη του μικρού, καθόριζαν πλέον οι αντοχές των κυττάρων του, οι μοίρες, οι άγιοι κι η ποσότητα του δηλητηρίου.

Η πρακτική μαμή, καθησύχαζε η φουκαριάρα, όσο μπορούσε, λέγοντας ότι “ήταν μικρός ο σκορπιός και το παιδί – κι ας είναι αδυνατούλι- μάλλον δεν θα πεθάνει”.
Η θεια Γιαννούλα, η γειτόνισσα, πού τ’ αγαπούσε πολύ τούτο το παιδί και το ‘χε πολλές φορές βυζάξει όταν η μάνα του δεν είχε γάλα, ψιθυριστά προσευχόταν γονατιστή, ακουμπώντας στην γέρικη αμυγδαλιά, στην άκρη της μεγάλης χωμάτινης αυλής.
Η γριά Μέλπω, με την μαγκούρα καρυδιάς, – μια κυνική γυναίκα, πού συχνά μονολογούσε “άντε να βγάλω κι εγώ την σειρά μου, πολύ αργοπορώ” με σκληρές αλήθειες, που ‘χαν δει πολλά τα μάτια της, με ζωές να χάνονται και να πέφτουν σαν τα φύλλα των δένδρων, είχε μια παράξενη ακατανοησία τού ανθρώπινου τέλους και δεν φοβόταν την ανυπαρξία,- μονολογούσε φωναχτά με παρηγορητική φωνή εκεί στην αυλή “Ευτυχώς δεν λέτε, που η Αλεξάνδρα έχει κι άλλα τέσσερα παιδιά…”.

Εκείνη την νύχτα του χαμού, με το ολόγιωμο φεγγάρι να φωτίζει τα κουρασμένα θλιμμένα πρόσωπα των ανθρώπων στην αυλή, το ψυχικό άυλο ολόσωμα του μικρούλη, έπαιζε κρυφτό με τον δρεπανηφόρο αρματηλάτη, κρυβόταν στους θάμνους και στους μεγάλους βράχους, έξω από την μεγάλη τοξωτή πύλη του άλλου κόσμου και φώναζε στον θυρωρό, τον Πέτρο, να βάλει διπλά τα μάνταλα, να μην ανοίξει η πόρτα.

Στην μέση του σπιτιού, να το φωτίζει ισχνά μια λάμπα πετρελαίου, στην αγκαλιά της λιπόσαρκης, ανθεκτικής μάνας και γύρω γύρω οι γυναίκες συγγενείς με τα γιατροσόφια (γάλα σύκου στην δαγκωματιά, ζουμί να πιει από βρασμένο αμάραντο,τσουκνίδα και βασιλικό, για να φύγει το κακό) ο μικρούλης βογκούσε, ούρλιαζε από τους αφόρητους πόνους, έκλαιγε, ίδρωνε, δυσκολανάσαινε και συνέχεια φώναζε, έλεγε, μουρμούριζε, εκλιπαρούσε… Μάνα πονάω! Μάνα σταμάτα τον πόνο!
Κι εκείνη η έρμη, σε άλλη απόκοσμη διάσταση οδύνης, το φιλούσε, το έλουζε άθελά της με τα δάκρυά της, το χάιδευε και ικετευτικά παρακαλούσε την Παναγιά, να μην αφήσει το σπλάχνο της να περάσει την χαρακιά.

“Πού να σε κρύψω γιόκα μου, να μην σε βρει ο χάρος!” αυτή η βασανιστική έγνοια, ήταν το σύμπαν όλο.

Και κάπου το ξημέρωμα, την ώρα που βγαίνει ο αυγερινός, κατέβηκε ο μικρούλης απ’ τον Γολγοθά, ο σταυρωτής ξέμεινε από καρφιά, ο πόνος λιγόστεψε κι έγινε ήσυχος αναστεναγμός, πέρασε το δηλητήριο, επέζησε το παιδί και με ήρεμη ανάσα, αγγελικά αποκοιμήθηκε κουρνιάζοντας στη αγκαλιά της, στ’ απάνεμο αυτό λιμάνι, που δένουν άφοβα τα χρωματιστά αγγελοσπαρμένα όνειρα και γεμίζουν οι καρδιές συμπυκνωμένα συναισθήματα, εκεί που ευωδιάζουν αρώματα, από στάχια σιταριού, προζύμι, δάκρυα και ηλιοκαμένο χώμα.

Στο ηλιόλουστο πρωινό, μες την απόλυτη σιωπή –όλοι οι άλλοι, μικροί μεγάλοι – αν και άγρυπνοι, αλλά ήσυχοι πια- έφυγαν για τα σπαρτά, τ’ αλώνια και τις θυμωνιές- άκουγε η μάνα τους μουσικούς χτύπους της καρδιάς του μελαχρινού αγοριού, με τα λεπτά χεράκια και τα πεταχτά αυτιά και χόρευε από χαρά η ψυχή της, ανάσανε το παιδί και μύρωνε με αγίασμα η ύπαρξή της.

Ξύπνησε μετά από ώρες ο μικρός, αργά το απόγευμα, όταν ο ήλιος πήγαινε να δύσει πέρα απ’ την Ιθάκη και κάποιες ηλιαχτίδες πέρασαν απ’ το παραθύρι, έλουσαν τα μαλλιά και χρύσωσαν το πρόσωπό του.
Ξύπνησε εκεί ακριβώς που αποκοιμήθηκε… στην απαλή, ασφαλή, γενναιόδωρη αγκαλιά της μάνας.

Δεν το άφησε το βλαστάρι της ούτε στιγμή, μήτε να πιει μια σταλαγματιά νερό, ούτε για μια χαψιά ψωμί, μήτε ένα δράμι ύπνο χάρισε στον εαυτό της.

Όταν επιτέλους άνοιξε τα αθώα ματάκια του, αντίκρισε το αξέχαστο, συγκλονιστικό, μεθυστικό βλέμμα της μάνας, με την μυστική συνταγή των ανείπωτων συναισθημάτων, με την απεριόριστη αποδοχή, χωρίς όρους, όρια, συνθήκες, προϋποθέσεις, περιορισμούς και επιταγές, χωρίς κριτήρια ομορφιάς, αξίας ή εξυπνάδας. Η απόλυτη αγάπη, το φως της οικουμένης, η ευτυχία της μόνο και μόνο που ζει και υπάρχει.

Αυτή ήταν η μάνα μου, η καρτερική, συμπονετική, μεγαλόκαρδη, μεγαλόψυχη, η γλυκοφιλούσα μάνα, που ολημερίς κόπιαζε και ίδρωνε να θρέψει τα παιδιά της κι ολονυχτίς τους ύφαινε και έραβε τα φτερά τους.
Η μάνα με τα δέκα χέρια και τις πέντε τις καρδιές, τα τρία παλιοκαιρισμένα φορέματα, το ‘να ήταν μαύρο, τ’ άλλο καφετί, το τρίτο το ‘χε για καλό κι είχε χρώμα βαθύ μπλε θαλασσινό, ένα άσπρο μαντήλι στα μαλλιά και την λάμψη τ’ ουρανού σε κάθε της ματιά. Κι εγώ είμαι ο γιος της, ο τότε μικρούλης, ο πονεμένος απ’ τον σκορπιό, που εκείνη μ’ ανάστησε και με μεγάλωσε να σεργιανίσω -με αξιοπρέπεια, τιμή και σεβασμό – στις γειτονιές αυτού τού κόσμου.
————————————————————————————
ΥΓ: Η σημερινή χειμωνιάτικη κατάδυση στα σοκάκια της ψυχής με την πυκνή μνήμη, ο εσωτερικός λυγμός, ο κόμπος στο λαιμό, το αφανέρωτο δάκρυ που μαρτυράει την αλήθεια και σε δένει με τον αδιάσπαστο ομφάλιο λώρο, που καταργεί το φράγμα του χρόνου και του χώρου, έρχονται την ίδια μέρα… που η μάνα κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο της μοίρας της, την ώρα και στιγμή που καταργήθηκαν όλες οι στιγμές της, σώθηκε το λάδι στο καντήλι και φυγαδεύτηκε για πάντα στον αδιανόητο, άγνωστο, αναπάντητο χρόνο.

Στο εσπερινό λιγοστό κιτρινωπό φως τής παγωμένης εκείνης μέρας του Φλεβάρη, μέσα την αραιή ομίχλη του Αχέροντα, όρθιος ο βαρκάρης με την πορφυρένια καλή του φορεσιά, νωχελικά κωπηλατούσε σιγοσφυρίζοντας μελωδικούς ψαλμούς για τούς θεούς… Λίγοι κορμοράνοι κολυμπούσαν δίπλα στη βάρκα του, λες και συνόδευαν το πνεύμα… η καμπάνα της εκκλησιάς ψηλά στη χιονισμένη ράχη του βουνού, ηχούσε λυπητερά αναγγέλλοντας το μακρύ ταξίδι και στην όχθη, στην άκρη του γλυκού νερού, δίπλα στα πλατάνια, να μοιάζουν με τα γυμνά κλαδιά τους σαν υψωμένα χέρια προσευχής, στέκονταν ο παππάς με πετραχήλι, ευαγγέλιο και θυμιατό και σιμά τα παιδιά της δακρυσμένα, κουνούσαν άσπρα μαντίλια αποχαιρετισμού, υμνούσαν το μεγαλείο της μάνας και δοξολογούσαν την άφατη αγάπη της…

Stamos Galounis

One response to “Το βλέμμα της μάνας”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading