Το κυνήγι θησαυρού – Η αρχή

«Θα σας περιμένουμε πολύ ακόμα; Το ραντεβού μας ήταν στις 7.00 ακριβώς και η ώρα είναι 07.05. Έχουμε αργήσει!»

«Χίλια συγγνώμη! Χίλια συγγνώμη! Είμαι εδώ από τις 06.50, απλά περίμενα στην ουρά για ένα μπουκάλι νερό και συνέβησαν όλα εκείνη την ώρα και άργησα!»

«Ωραία! Ολοκληρώσατε; Ο μονόλογός σας, μας καθυστέρησε άλλο ένα ολόκληρο λεπτό και όλη η ομάδα περιμένει εσάς! Μπείτε, σας παρακαλώ, να ξεκινήσουμε!»

Η Εβελίνα κατέβασε το κεφάλι, έβαλε γρήγορα τα πράγματά της στο πορτ μπαγκάζ και χώθηκε αμίλητη στη θέση πίσω από τον οδηγό. Το αμάξι ξεκίνησε και άφηνε πίσω του τη σκοτεινή Αθήνα.

«Ρε παιδιά, τι θα γίνει τώρα; Θα γνωριστούμε, θα δυναμώσουμε λίγο τη μουσική ή θα κοιμηθούμε;», είπε η γυναικεία φιγούρα δίπλα της και αμέσως στράφηκε προς το μέρος της Εβελίνας. «Χαρά, χάρηκα!».
«Εβελίνα! Επίσης!»
«Εγώ είμαι ο Διονύσης και εσύ, οδηγέ μας, με βάση το ενημερωτικό mail είσαι ο Πάρης. Σωστά;».

Ο Πάρης κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και συνέχισε να κοιτάζει προσηλωμένος τον δρόμο δίχως να βγάλει λέξη. Σε όλη τη διαδρομή, η Χαρά και ο Διονύσης μιλούσαν για τα επαγγέλματά τους, την προηγούμενη εμπειρία τους σε αυτό το κυνήγι θησαυρού, για τα ενδιαφέροντα και τα χόμπι τους. Η Εβελίνα και ο Πάρης δεν έβγαλαν μιλιά. Πού και πού κοιτάζονταν από τον καθρέφτη. Τυχαίο θα ήταν!

«Εβελίνα, σειρά σου! Πες μας για σένα και για την εμπειρία σου στο κυνήγι!»

«Εεεεε! Λοιπόν… Είμαι ζωγράφος. Βασικά είμαι χαρτογράφος και το χόμπι μου είναι η ζωγραφική. Οπότε για εμένα αυτή η εξόρμηση έχει και επαγγελματικό χαρακτήρα. Όσο για το κυνήγι… Είναι η πρώτη φορά! Δεν έχω ξαναπάει!».

«Αρχάρια; Ω, Θεέ μου! Γιατί σε εμένα;» η φωνή του Πάρη διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά της. Η Εβελίνα κατέβασε περισσότερο το κεφάλι.

«Έλα ρε, μην τον ακούς! Έτσι κάνει! Ο ξινός! Δεν πειράζει, Πάρη, θα μάθω εγώ στην Εβελίνα τα κόλπα και μια χαρά θα είναι το κορίτσι!», απάντησε η Χαρά με τόση όρεξη που ο Πάρης της έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα.

«Σε ευχαριστώ πολύ!», ψέλλισε η Εβελίνα, χαμογέλασε στη Χαρά και ύστερα έκλεισε για λίγο τα μάτια της.

Μετά από αρκετή ώρα, το αυτοκίνητο σταμάτησε και η Εβελίνα άνοιξε τα μάτια της. Βρισκόταν μπροστά σε μια παραλία. Έρημη. Ο αέρας λυσσομανούσε και τα κύματα της θάλασσας έσκαγαν με δύναμη πάνω στα βράχια.

«Θα κάνουμε μια μικρή στάση για να ξεπιαστείτε! Μισή ώρα και συνεχίζουμε! Θέλουμε να φτάσουμε σχετικά νωρίς στον προορισμό μας ώστε να σας δοθούν οι απαραίτητες οδηγίες και να ξεκινήσουμε με την νυχτερινή αναζήτηση θησαυρού!»

Κραυγές ενθουσιασμού. Χειροκροτήματα. Γέλια και τραγούδια. Ήταν φανερό πως όλοι ήταν γνώστες του κυνηγιού. Όλοι εκτός από την Εβελίνα…

«Χαρά… Να σε ρωτήσω κάτι; Τι είναι η νυχτερινή αναζήτηση;», τόλμησε να ρωτήσει η Εβελίνα
«Λοιπόν… Αρχικά, ξέρεις τι είναι αυτό το κυνήγι θησαυρού που πάμε;»
«Έχω μια εικόνα! Είναι ένα πεζοπορικό με κρυμμένα μηνύματα, τα οποία μπορούν να σε κάνουν να χάσεις τον δρόμο σου, αν δεν ξέρεις να τα διαβάσεις σωστά, αλλά και να σε βοηθήσουν να φτάσεις πρώτος στον θησαυρό που βρίσκεται στην κορυφή!».

«Πολύ σωστά! Αυτό που δεν ξέρεις, είναι πως έχει φιλανθρωπικό χαρακτήρα! Κάθε χρόνο, το έπαθλο πηγαίνει σε ένα ίδρυμα επιλογής της νικήτριας ομάδας. Φέτος, οι αρχηγοί μας – ο Πάρης, ο Λάμπρος, ο Μάνος, η Λαμπρινή και η Μίνα- έχουν αποφασίσει να το δώσουν στο ορφανοτροφείο της πόλης που διοργανώνει τον θησαυρό. Οπότε όλοι πάμε για τα παιδιά!»

«Ο Πάρης είναι ο αρχηγός της ομάδας μας; Θα με σκοτώσει!»
«Ο Πάρης είναι ο πιο τέλειος αρχηγός που μπορείς να έχεις! Μην τον παρεξηγείς! Στην αρχή είναι πάντα απόμακρος και αντιπαθητικός. Μετά…»
«Μετά είναι άλλος;»
«Όχι, Εβελίνα μου! Μετά απλώς συνηθίζεις αυτή την ξινίλα!». Η Εβελίνα την κοίταξε με τρόμο και η Χαρά έβαλε τα γέλια.

«Και η νυχτερινή;»
«Στην νυχτερινή ξεκινάμε την αναζήτηση των γρίφων με τους φακούς μας ώστε να προετοιμάσουμε το έδαφος για την πρωινή αναζήτηση. Δεν κρατάει πολλές ώρες η νυχτερινή, αλλά είναι ζόρικη. Για αυτό εσύ θα είσαι μαζί μου! Μην αγχώνεσαι για τίποτα! Θα περάσουμε τέλεια!»

Η Εβελίνα χαμογέλασε μα δεν ήταν βέβαιη για αυτό. Όχι επειδή φοβόταν. Ίσα ίσα! Ήταν έτοιμη! Είχε επιλέξει συνειδητά να συμμετάσχει στον θησαυρό. Αυτό που την τρόμαζε ήταν εκείνος. Ο Πάρης.

«Σε πέντε λεπτά ξεκινάμε! Ούτε λεπτό παραπάνω! Για αυτό βιαστείτε!».
Η Εβελίνα πετάχτηκε από τη θέση της και πήγε γρήγορα στο αυτοκίνητο. Ο Πάρης ήταν εκεί…

«Μπα! Νωρίς – νωρίς! Μπράβο! Δεν θα χρειαστεί μια ολόκληρη ομάδα να περιμένει! Τέλεια!». Η Εβελίνα δεν του απάντησε και χώθηκε στη θέση της. Άρχισε να την εκνευρίζει η όλη κατάσταση…

*****

«Πάρη! Πες μας λίγο για τον φετινό θησαυρό! Πώς καταλήξατε στο ορφανοτροφείο;», ρώτησε η Χαρά κοιτώντας έξω από το παράθυρο.

«Ρε, Χαρά, δεν σου έχω πει να μην με ενοχλείς όταν οδηγώ; Σας έχω δώσει το ελεύθερο στη μουσική! Έχετε καφέδες, φαγητά κλπ. Τι θες τώρα;». Η Χαρά ήταν έτοιμη να τον βρίσει, αντ’ αυτού όμως του έριξε μια την πλάτη.

«Εγώ θέλω να μάθω!». Σιωπή μες στο αμάξι. «Θέλω να μάθω για την επιλογή του ορφανοτροφείου. Ποιανού ιδέα ήταν και γιατί. Και επίσης, θέλω να μου πείτε τι ακριβώς πρέπει να κάνω. Είσαι ο αρχηγός, Πάρη! Μου το οφείλεις!».

Η καθαρή φωνή της Εβελίνας έστειλε μια ανατριχίλα στο κορμί του Πάρη. Ήταν ακριβώς από πίσω του και τον κοιτούσε μέσα από τον καθρέφτη. Είχε καρφώσει τα μάτια της πάνω του και περίμενε…

«Μάλισταααα! Ωραία! Η ιδέα ήταν δική μου φέτος. Ήθελα και θέλω να βοηθήσουμε κάποιον που έχει πραγματικά ανάγκη και η κυρία Ματούλα στο ορφανοτροφείο κάνει εξαιρετική δουλειά. Τώρα… Σχετικά με το τι θα κάνεις… Θα ακολουθείς τη Χαρά, εμένα και τον Διονύση. Αν είσαι γρήγορη, τρέχεις και μιλάμε με τους ασυρμάτους. Αν όχι, ψάχνεις για στοιχεία και ενημερώνεις τον γρηγορότερο! Ή αν θες, μην μιλάς καθόλου!».

Η Εβελίνα τον κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη και του χαμογέλασε! Ίσως και να έχει μια γλυκιά και προσιτή πλευρά. Βέβαια, συνεχίζει να παραμένει ο κακός της υπόθεσης….

*****

«Λοιπόν… Τα πράγματα είναι πολύ απλά! Ο φακός στο κεφάλι σας θα είναι πάντα ανοιχτός. Δεν θα πρέπει να είστε μόνοι σας καθόλου και θα πρέπει να μην χάσετε κανένα σημάδι και βγείτε από το μονοπάτι. Τα στοιχεία είναι κρυμμένα στα δέντρα και στις πέτρες. Έχουν ένα φωσφοριζέ σημάδι ώστε να φαίνονται από μακριά. Ό,τι στοιχείο βρείτε, το διαβάζετε δυνατά στους ασυρμάτους σας και ο πιο γρήγορος, ακολουθώντας τις οδηγίες, θα πρέπει να φτάσει στο τελικό σημείο. Εκεί μας περιμένει ο χάρτης με την πιο σύντομη διαδρομή για την αυριανή κορυφή και το πλεονέκτημα χρόνου. Κανονίστε! Έχουμε που έχουμε την Εβελίνα μαζί… Μου φτάνει αυτό το κακό! Δεν θέλω να χάσω κιόλας!»

«Ρε Πάρη! Ήμαρτον, ρε παιδί μου! Άστη την κοπέλα! Της το έχεις βγάλει από τη μύτη πριν ξεκινήσουμε!»
«Πάψε Χαρά! Εβελίνα άκουσέ με προσεκτικά! Δεν αφήνεις τη Χαρά από τα μάτια σου. Αν δεις τα σκούρα, γυρίζεις τον φακό σου στο κόκκινο, ενημερώνεις στους ασυρμάτους και επιστρέφεις στη βάση. Σου δίνω ένα εικοσάλεπτο!»

«Ρε Πάρη! Φτάνει! Παίζουμε τώρα! Όλοι είναι έτοιμοι… Πάμε!» .

*****

Η ομάδα στήθηκε στην αφετηρία μαζί με τις υπόλοιπες τέσσερις. Μόνο ο Λεωνίδας, ο αρχηγός της αποστολής, ήξερε πού είναι τα στοιχεία. Προετοίμαζε μήνες αυτό το κυνήγι και ήταν αυτός που έδωσε το σήμα της έναρξης.

Όλοι ξεχύθηκαν στο δάσος και όπου κι αν κοιτούσες έβλεπες έναν φακό να ψάχνει για στοιχεία. Ο Πάρης, ο Διονύσης και η Χαρά με την Εβελίνα ξεκίνησαν γεμάτοι όρεξη την αναζήτηση, η οποία θα διαρκούσε τρεις ώρες. Το πρώτο στοιχείο το βρήκε κάποιος από άλλη ομάδα και ο Πάρης άρχισε να φωνάζει στους ασυρμάτους!

«Μπορείτε να ψάχνετε πιο προσεκτικά; Ήδη χάσαμε ένα στοιχείο!»

Η Εβελίνα ήταν πολύ προσεκτική. Κοιτούσε στις πιο απίθανες κρυψώνες και ξαφνικά, κάτω από έναν σωρό με φύλλα, είδε κάτι να φωσφορίζει. Σκάλισε τη σωρό και βρήκε ένα χαρτάκι. Πάτησε τον ασύρματο και άρχισε να διαβάζει… ‘Το δέντρο της φωτιάς αν δεις, ευθεία να κινηθείς!’.

«Ακούσατε ή να το ξαναπώ; Χαρά; Πάρη; Διονύση;». Καμία απάντηση. Η Εβελίνα επανέλαβε ξανά. Τίποτα! Ξαφνικά, κοίταξε γύρω της. Ήταν μόνη. Είχε χάσει την Χαρά. Πανικοβλήθηκε κρατώντας σφιχτά στα χέρια της το χαρτάκι. Προσπάθησε ξανά να επικοινωνήσει, μα ήταν μάταιο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να βρει το δέντρο της φωτιάς…

Μετά από λίγη ώρα, βρήκε το δέντρο με τη ζωγραφισμένη φωτιά και κινήθηκε στην ευθεία του. Λίγα μέτρα παρακάτω, μέσα στην κουφάλα ενός μεγάλου δέντρου, είδε ξανά κάτι να φωσφορίζει… ‘Όταν ακούσεις το νερό, απέναντι θα πηδήξεις!’. Το διάβασε ξανά στον ασύρματο, μα καμία απάντηση. Άρχισε να τρέχει να βρει το νερό…

Ξαφνικά, είδε μπροστά της να απλώνεται ένα ρυάκι. Πήρε φόρα και πήδηξε στην απέναντι όχθη! Μόλις σήκωσε το κεφάλι της ψηλά, είδε να κρέμεται από ένα δέντρο, άλλο ένα φωσφοριζέ χαρτί. ‘Έχε το δέντρο μπροστά σου και πήδα τρεις φορές δεξιά. Πέρασε το μεγάλο βράχο και περπάτα ευθεία!’. Η Εβελίνα ξαναδιάβασε το χαρτί στον ασύρματο και ακολούθησε επ’ ακριβώς τις εντολές.

Μόλις πέρασε τον βράχο, άρχισε να περπατάει ευθεία. Ο φόβος της είχε αυξήσει την αδρεναλίνη στο κορμί της. Δεν την ένοιαζε αν έχει χαθεί στο δάσος και αν είναι μόνη της. Έπρεπε πάση θυσίας να φτάσει στον τελικό προορισμό. Εκεί σίγουρα θα υπήρχε κάποιος να την γυρίσει στη βάση. Το σημαντικότερο ήταν να φτάσει στη βάση νικήτρια. Το χρωστούσε στον εαυτό της.

Μετά από αρκετή ώρα περπατήματος, βρέθηκε μπροστά σε ένα πεσμένο κορμό δέντρο. Εκεί υπήρχε άλλο ένα φωσφοριζέ χαρτί. ‘ Πέρασε το δέντρο από πάνω! Κάνε πέντε πηδήματα αριστερά και ξεκίνα να τρέχεις! Το τέρμα δεν αργεί!’. Επανέλαβε στον ασύρματο με την ελπίδα ότι κάποιος την ακούει, πέρασε το δέντρο, έκανε τα πηδηματάκια και άρχισε να τρέχει με όσο αέρα είχε μέσα στα πνευμόνια της.

Δεν ξέρει πόση ώρα έτρεχε, μα ξαφνικά βρέθηκε με ένα ξέφωτο. Εκεί υπήρχε ο Λεωνίδας, κρατώντας στα χέρια του ένα κουτί. Ο χάρτης και το πλεονέκτημα χρόνου. Προσπάθησε να κάνει ένα βήμα, μα κάτω από την πέτρα μπροστά της, ήταν ένα ακόμα φωσφοριζέ χαρτί. Κοίταξε δεξιά και αριστερά. Ήταν μόνη της.

Ο Λεωνίδας την περίμενε…

Πήρε το χαρτί και διάβασε προσεκτικά… ‘ Το κουτί θα γίνει δικό σου αν πεις στον αρχηγό τα μέρη που βρήκες τα χαρτιά με τη σειρά!’. Η Εβελίνα πάγωσε… Είχε ξεχάσει τη διαδρομή. Ήταν τόσο μεγάλη η λαχτάρα της να κερδίσει, που το μυαλό της διέγραψε τα σημεία. Άρχισε να περπατάει προς τον Λεωνίδα… Δεν ήταν σίγουρη, αλλά άξιζε να το προσπαθήσει.

«Λέγε!»
«Σωρός από φύλλα, κουφάλα δέντρου, κλαδί, πεσμένος κορμός δέντρου, πέτρα…».

Τότε ο Λεωνίδας γέλασε δυνατά, της παρέδωσε το κουτί στα χέρια και έριξε μια κροτίδα στον αέρα. Η Εβελίνα χαμογελαστή έσφιξε το κουτί στην αγκαλιά της. Είχε νικήσει. Μόνη της! Αυτό το κουτί άνηκε στην ομάδα της και για κάποιο περίεργο λόγο, ήθελε να τρέξει να βρει τον Πάρη.

«Μπράβο ρε κορίτσι! Πάμε στη βάση να παραδόσεις το κουτί στον οδηγό σου! Αλήθεια, σε ποιανού την ομάδα είσαι;», τη ρώτησε ο Λεωνίδας.
«Στου Πάρη!»

*****

«Δεν το πιστεύω ρε φίλε! Τελείωσε! Ήθελα να ήξερα ποιος κατάφερε να φτάσει στο τέλος! Σίγουρα όχι εμείς! Ρε με ακούτε ή μόνος μου μιλάω;»

«Πάρη! Έχουμε πρόβλημα! Έχασα την Εβελίνα σχεδόν στην αρχή της νυχτερινής και ο ασύρματός της δεν λειτουργεί! Έχω ψάξει όλο το δάσος και πουθενά!»

«Πώς γίνεται να την έχασες, ρε Χαρά; Μια δουλειά είχατε! Να μην χαθείτε! Και πού είναι τώρα; Πώς θα τη βρούμε μες στη νύχτα; Πω πω… Πρέπει να μιλήσω στον Λεωνίδα όταν έρθει… Διονύση; Την έχεις δει;»

«Όχι! Έρχομαι τώρα στη βάση να δούμε τι θα κάνουμε…».

Συνεχίζεται…

Κατερίνα Μοχράνη

One response to “Το κυνήγι θησαυρού – Η αρχή”

  1. […] ΠροηγούμενοΌλοι μαζεύτηκαν στη βάση και περίμεναν τον Λεωνίδα να έρθει με τον νικητή της νυχτερινής. Ο Πάρης, ήταν ο μόνος που καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Και όλο αυτό επειδή είχε χαθεί η Εβελίνα. […]

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading