Έκλεινε τα είκοσι επτά σήμερα! Οι δυο κολλητές της, είχαν τρυπώσει στο σπίτι μαζί με ένα τσούρμο ανθρώπους που λίγο γνώριζε, να της κάνουν έκπληξη. Και εκείνη, αμήχανη, με ένα γελοίο καπέλο στο κεφάλι, μπροστά σε μια φλεγόμενη τούρτα και ένα τσούρμο οριακά γνωστούς, χαμογελούσε και έσβηνε τα κεράκια. «Ευχή! Ευχή!» αναφώνησε η φίλη της. Δεν της πήρε πολύ ώρα να σκεφτεί την ευχή. «Χρήματα, πολλά χρήματα!» . Παραδόξως δεν της έλειπαν. Μα από όλες τις ευχές του κόσμου, εκείνη προτίμησε να ευχηθεί να αποκτήσει περισσότερα…
Πέντε χρόνια αργότερα, κλείνοντας την πόρτα του ενός δωματίου σε μια σουίτα ξενοδοχείου, θα ευχόταν να είχε λιγότερα, ίσως και καθόλου. Ακόμα και τότε, πίστευε πως το πρόβλημα ήταν τα χρήματα και όχι ο τρόπος με τον οποίο είχαν αποκτηθεί. Θεωρούσε πάντα τον εαυτό της μεγάλο παίκτη, έξυπνη και μέσα από τον σνομπισμό της απαξίωνε οποιαδήποτε εργασία. Ευχαρίστηση και απόλυτη κυριαρχία σε ό,τι έκανε, ποθούσε! Και όποιος πολλά πόθησε, η νύχτα του τα έδωσε, μα όχι χωρίς αντίτιμο και φυσικά όχι, χωρίς ανταγωνισμό.
Γνώρισε τον Μάκη μια εβδομάδα μετά τα γενέθλια της, στο γυμναστήριο. Αντάλλαξαν ματιές και σώματα το ίδιο βράδυ. Στο πρόσωπό του αναγνώρισε τον υπόκοσμο και συγκλονισμένη από το νέο παιχνιδάκι, μπήκε με φόρα στο νυχτερινό κέντρο που δούλευε. Με το θράσος και την έπαρση που την χαρακτήριζε από μικρό παιδί, στόχευσε μονομιάς ψηλά. Μα έπρεπε να περάσει από πολλούς για να καταφέρει να συναντήσει τον μεγαλύτερο της νύχτας. Κάθε βράδυ και άλλος στο κρεβάτι της, «μια κοινή πόρνη με όνειρα» μονολογούσε πριν μακιγιαριστεί για τον επόμενο και όσο άδειαζε η ψυχή της τόσο γέμιζε η τσέπη της.
Κανείς από τον κύκλο της δεν είχε καταλάβει τίποτα, καμία επιπλέον πολυτέλεια πέραν των συνηθισμένων, που έτσι και αλλιώς της παρείχε η πλούσια οικογένεια της, δεν κινούσε την περιέργεια. Δεν ξόδευε φλύαρα, δεν αποταμίευε σε τραπεζικούς λογαριασμούς, κρατούσε κλειστά και πάντα μετρητά τα χρήματα, σε κοινή θέα, να μην κινεί υποψίες. Η καθημερινότητά της συγκρατημένη, έβγαινε για ψώνια με φόρμα, δεν βαφόταν συνήθως ποτέ, αθλητικά και κοτσίδα ήταν ο πρωινός χαρακτήρας της. Ξυπνούσε πάντα νωρίς, κοιμόταν το μεσημέρι μετά από ένα καλό γεύμα και ξύπναγε συνήθως εννιά με δέκα το βράδυ. Δεν έπινε, δεν κάπνιζε, δεν έκανε καμία κατάχρηση που θα την απομάκρυνε από τον σκοπό της. Επισκεπτόταν πάντα τους γονείς της ημέρα Κυριακή, την μητέρα και τον πατριό της, έτρωγαν σαν ευτυχισμένη οικογένεια και στον ελεύθερο χρόνο της, μελετούσε με στρατηγική τα άτομα της νύχτας, σχεδιάζοντας τις κινήσεις που θα την οδηγούσαν πιο κοντά στον μεγάλο στόχο της. Δεν ήταν εύκολο, το γνώριζε, μα ένα μέρος από τα χρήματα, τα χρησιμοποιούσε να μπει στον κύκλο της νύχτας, εξαγόραζε «φιλίες» και «γνωστούς», παρευρισκόταν σε πάρτι και χώρους που ήταν εκείνος. Δεδομένου την όχι ιδιαίτερα όμορφη εμφάνισή της, θα έπρεπε να ανακαλύψει έναν τρόπο, να τον γνωρίσει, να του εξάψει την περιέργεια.
«Ένας τρόπος υπάρχει να με προσέξει…» μονολόγησε και γέλασε με την χαζή διαπίστωσή της. Άρπαξε την γούνα και τα κλειδιά του αυτοκίνητου βιαστικά, πατώντας την πινέζα στον κινητό, τοποθεσία που της είχαν στείλει οι πληρωμένοι «φίλοι» της. Μπήκε στον χώρο χωρίς καμία αντίσταση, ήταν γνωστή άλλωστε, πλησίασε το τραπέζι πετώντας την γούνα στο πάτωμα, ποζάροντας γυμνή μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων! Σίγουρα την πρόσεξε ο μεγαλύτερος όλων, τόσο που την έκανε ερωμένη του την ίδια νύχτα.
Στα μάτια της, τους επόμενους μήνες, ξεδιπλώθηκε ένας κόσμος διαφορετικός, δεν ήταν χθεσινή, φυσικά και γνώριζε την νύχτα, επιδίωξε να μπει βαθύτερα μέσα της, γοητεύτηκε από το απαγορευμένο, δική της επιλογή, μα πώς να εξηγηθεί η φυσική κλίση στην παρανομία και στην λαγνεία; Έπρεπε να επενδύσει στο μυαλό να κάνει κινήσεις εξασφάλισης του μέλλοντός της. Ή όλα ή τίποτα, θα έδινε και το τελευταίο ευρώ να «μπει» στο ξέπλυμα του χρήματος της μεγάλης αλυσίδας εμπορίου που διέθετε ο μεγάλος. Πάρκινγκ στο κέντρο, βενζινάδικα, κομμωτήρια, φούρνοι και νυχτερινά κέντρα ήταν στο ενεργητικό του κατά τ’ άλλα επιφανή επιχειρηματία.
Ήταν καλή στους αριθμούς, μπορούσε να μιλήσει μαζί τους, να καταλάβει τα νούμερα, να παίξει με τις μαθηματικές πράξεις και τα ποσοστά, μα όχι με τους ανθρώπους όπως λανθασμένα νόμιζε! Έμπιστη πλέον του μεγάλου, διαχειριζόταν ένα μεγάλο κομμάτι των επιχειρήσεων, διακινούσε τεράστια ποσά στα δίκτυα τραπεζών και επιχειρήσεων, έγινε αρωγός σε φιλανθρωπικά ιδρύματα και με μεγάλη επιτυχία, την επιτυχία του χρήματος, έπεισε τους πρωινούς επιχειρηματίες να επενδύσουν στην νύχτα του ξεπλύματος. Όσο ψηλά όμως και αν έφτανε, μπροστά της απλώνονταν χρήματα που για να κατακτηθούν, έπρεπε να περάσουν από τα κρεβάτια πρόστυχων βίτσιων και γέρων. Μα εκείνη αδίστακτη δεν την ένοιαζε με ποιον θα κοιμηθεί, τα έκανε όλα να επιτύχει τον σκοπό της. Άλλωστε ήταν από καιρό εθισμένη στην λαγνεία, της άρεσε να δίνετε στους ισχυρούς.
Εκείνη την νύχτα όμως λύγισε. Όχι ένας μα τρεις, τρεις γέροι την περίμεναν, ήταν το τελευταίο κρεβάτι πριν την κορυφή, τρεις τραπεζίτες και όλες οι τράπεζες θα χόρευαν τον χορό της. Μπήκε στην σουίτα που είχαν κλείσει, γδύθηκε, χαμήλωσε τα φώτα και περίμενε στο κρεβάτι με ένα full face και καλυμμένα τα μάτια. Είχαν ζητήσει εκείνοι να μην τους βλέπει, να μην ξέρουν ποιοι είναι. “Υπομονή” έλεγε από μέσα της καθ’ όλη την διάρκεια που έπαιζαν μαζί της, που την έπαιρναν με κάθε τρόπο, αδιαφορώντας για τον πόνο που προκαλούσαν. Έφυγαν ευτυχισμένοι, την άφησαν χρησιμοποιημένη και γεμάτη θυμό, γυμνή με το σπέρμα τους πάνω της.
«Σκατόγεροι δεν ξέρετε με ποια έχετε να κάνετε» είπε πετώντας το full face από πάνω της και βγάζοντας την κρυφή κάμερα να δει ποιοι ήταν. Τα είχε όλα σχεδιάσει, θα τους εκβίαζε, θα έπαιρνε την εκδίκησή της για τον εξευτελισμό που βίωσε.
Έβαλε το βίντεο να παίξει και από την πρώτη σκηνή ξέρασε στα σεντόνια. Ο ένας από τους τρεις ήταν ο πατριός της. Πέταξε την κάμερα με ορμή στο τοίχο και ξέσπασε σε κλάματα, ντύθηκε γρήγορα να φύγει, μα κλείνοντας την πόρτα, την περίμενε ακόμα μια έκπληξη. Στην γωνία ο μεγάλος να την δείχνει στους αστυνομικούς που περίμεναν να την συλλάβουν! Η μεγάλη παίχτρια ηττήθηκε, επιβεβαιώνοντας τον κανόνα της νύχτας και της ζούγκλας. Ο ισχυρότερος κερδίζει!
Ελένη Ρέγγα
