Ειρήνη και Άννα

Της ξέφυγε ένας λυγμός. Ένα χέρι έπιασε το δικό της και γύρισε να κοιτάξει την κοπέλα δίπλα της. Αντίκρισε δυο βουρκωμένα πράσινα μάτια και ένα αμυδρό χαμόγελο.

Η Άννα ήταν δεκαπέντε χρονών και δεν είχε χρειαστεί ποτέ ψυχολογική υποστήριξη ή θεραπεία. Λίγες μέρες πριν όμως βρέθηκε να κρατείται όμηρος σε ληστεία στο σούπερ μάρκετ απέναντι από το φροντιστήριο των αγγλικών. Παρακολουθούσε καλοκαιρινά μαθήματα και πετάχτηκε στο διάλειμμα να πάρει νερό και τσίχλες. Την ώρα που περίμενε στο ταμείο, εισέβαλαν τέσσερις ένοπλοι μασκοφόροι άντρες και φωνάζοντας «ληστεία» ανάγκασαν τους πελάτες να ξαπλώσουν όλοι στο πάτωμα. Την ώρα εκείνη είχε αρκετό κόσμο και η Άννα κόλλησε δίπλα σε μια κυρία που της κρατούσε το χέρι.

Σαν σε όνειρο θυμόταν τον ένα από τους ληστές να φωνάζει στην ταμία να του δώσει τα χρήματα από την ταμειακή και τον άλλον να έχει πιάσει τον διευθυντή και να τον απειλεί να του ανοίξει το χρηματοκιβώτιο. Ο διευθυντής τους έλεγε ότι ανοίγει με χρονοκαθυστέρηση και τον πήραν στο βάθος του καταστήματος στα γραφεία. Καθυστερούσαν όμως και ο ένας έχασε την ψυχραιμία του.
-Γρήγορα είπα, τα λεφτά όλα στην τσάντα! φώναζε στην ταμία και με μένος άρπαξε την Άννα από τα μαλλιά και την σήκωσε όρθια.
-Κοριτσάκι έχε χάρη που ήρθα για άλλη δουλειά εδώ, αλλιώς… της είπε και την έγλειψε στο λαιμό.

Η Άννα τσίριξε από τον πόνο αλλά και το φόβο της.
-Είναι παιδί, άσ’ την! φώναξε μια ταμίας.
-Σκάσε! Βούλωσ’ το! της απάντησε.

Ο ληστής πυροβόλησε προς το ταβάνι δύο φορές και όλοι τσίριξαν. Αμέσως κατέβασε το όπλο του και το ακούμπησε ζεστό, καυτό σχεδόν στον κρόταφο της Άννας.
-Αν δεν το βουλώσετε όλοι, θα την σκοτώσω! ούρλιαξε εκτός εαυτού πια.

Οι άλλοι δυο ληστές επέστρεψαν θορυβημένοι από τα γραφεία.
-Είσαι μαλάκας; Θα έρθουν οι μπάτσοι τώρα, ηλίθιε! του είπε ο ένας .
-Πάμε, αυτά μας φτάνουν! είπε ο ένας κρατώντας το σακίδιο με τα λεφτά και γύρισε με το όπλο του προς τον κόσμο.
-Μην κουνηθεί κανείς! Θα φύγουμε χωρίς να σας πειράξουμε. Πάμε μαλάκες, πάμε! είπε στους άλλους τρεις και έφυγαν από το κατάστημα μπαίνοντας σε αυτοκίνητο που τους περίμενε ακριβώς στην είσοδο. Με τα λάστιχα να στριγκλίζουν απομακρύνθηκαν πριν έρθει καν η αστυνομία.

Το έγκαυμα στον κρόταφο της Άννας, είχε σχεδόν επουλωθεί δέκα πέντε μέρες αργότερα. Το σούπερ μάρκετ είχε προσφέρει δωρεάν ψυχολογική υποστήριξη στους ομήρους της ληστείας. Εκεί βρισκόταν η Άννα σήμερα. Είχε το πέμπτο της ραντεβού με την ψυχολόγο. Είχε πάει μισή ώρα νωρίτερα γιατί πήγε με το λεωφορείο. Το ιατρείο της βρισκόταν στο Λουτράκι, στη διπλανή πόλη της Κορίνθου και είχε μπει την ώρα που η ψυχολόγος πρόσφερε ομαδική θεραπεία σε θύματα βιασμού, απ’ ότι κατάλαβε αργότερα η Άννα. Όλα τα κορίτσια ήταν νεαρής ηλικίας.
Όταν μπήκε, νομίζοντας καταλάθος, στο χώρο, η γιατρός της έκανε νόημα να την πλησιάσει.
-Κορίτσια, αυτή είναι η Άννα. Αν θυμάστε πριν λίγες μέρες τη ληστεία στο σούπερ μάρκετ, βρισκόταν και η Άννα εκεί… είπε απευθυνόμενη στις κοπέλες που κάθονταν κυκλικά γύρω της.
-Άννα, αν θες μπορείς να μείνεις μαζί μας και να παρακολουθήσεις τη συζήτησή μας εδώ με τα κορίτσια. Κάθισε εκεί δίπλα στην Ειρήνη αν θες.
Η Άννα υπάκουσε χωρίς να καταλαβαίνει τι σχέση είχε αυτή ανάμεσα σε θύματα βιασμού. Το νεαρό της ηλικίας της όμως δεν την άφησε να αμφισβητήσει την πρόσκληση της ψυχολόγου σε αυτή την συνάντηση.

Η κοπέλα δίπλα της ήταν μια λεπτή και πολύ όμορφη ξανθιά. Είχε μακριά μαλλιά και φαινόταν αρκετά μεγαλύτερή της. Δεκαοκτώ, ίσως και είκοσι να ήταν.
Την επόμενη μισή ώρα παρακολουθούσε την ομάδα να μοιράζεται σκέψεις και συναισθήματα. Καμιά δεν μίλησε για αυτά που πέρασε, αλλά όλες ήταν φορτισμένες. Όταν ήρθε η σειρά της Ειρήνης, της κοπέλας δίπλα της, η Ειρήνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και είπε πως δεν είχε κάτι να μοιραστεί.
Η κυρία Μαρία, η ψυχολόγος, δεν την πίεσε παρά προσπερνώντας την Άννα, ζήτησε από την επόμενη κοπέλα να μοιραστεί κάποια σκέψη.
-Φοβάμαι να βγω στον δρόμο. Φοβάμαι να είμαι με κλειστά τα φώτα στο σπίτι μου… είπε με σπασμένη φωνή και έβαλε τα κλάματα.

Η Άννα είδε και σχεδόν όλα τα υπόλοιπα κορίτσια να κλαίνε είτε βουβά, είτε με αναφιλητά. Ένας αόρατος δεσμός τις ένωνε όλες μαζί και παρέσυρε και την Άννα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε παραδεχτεί σε κανέναν, αλλά ούτε και στον εαυτό της ότι και αυτή φοβόταν. Ναι, φοβόταν. Ένας κρότος, μια πόρτα που την έκλεισε απότομα ένα ρεύμα αέρα, ένα μπαλόνι που σκάει και άλλα πολλά την ακινητοποιούσαν. Δεν είχε βγει από το σπίτι της παρά μόνο για τις συνεδρίες με την ψυχολόγο. Την πρώτη φορά την έφεραν οι γονείς της και μετά από παρότρυνση της κυρίας Μαρίας, ερχόταν με το λεωφορείο μόνη της. Την πρώτη φορά ήταν τρομοκρατημένη και στο πήγαινε και στο έλα. Το ίδιο και σήμερα. Τα είχε καταφέρει όμως και τις τέσσερις φορές, παρόλο που ένιωθε να της κόβεται η ανάσα.

Και να τώρα που ένας λυγμός ξέφυγε από την ψυχή της και βγήκε από το λαιμό της. Το χέρι της Ειρήνης κάλυψε το δικό της και η Άννα το κράτησε σαν σωσίβιο. Με τα μάτια της την παρηγόρησε. Σαν να την άκουσε να της λέει ότι είμαι εδώ για σένα, φοβάμαι κι εγώ, αλλά μαζί θα το παλέψουμε.
Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που η Άννα ένιωσε να επικοινωνεί σιωπηλά και ψυχικά με έναν άνθρωπο. Αυτό το σφίξιμο στο χέρι ήταν η παρηγοριά που αποζητούσε. Δεν ήξερε ότι το χρειαζόταν.

Από εκείνη τη μέρα η Άννα λύθηκε και άνοιξε την ψυχή της στην κυρία Μαρία.
-Ακολούθησα έναν ανορθόδοξο τρόπο να την βοηθήσω… την άκουσε να λέει στους γονείς της η Άννα μερικούς μήνες αργότερα και νομίζω ότι η Αννούλα μας είναι λιοντάρι και τα κατάφερε. Από εδώ και πέρα όποτε με χρειαστείς θα είμαι πάντα διαθέσιμη για σένα! είπε και στράφηκε στην Άννα.
-Ευχαριστούμε πολύ γιατρέ! είπε ο μπαμπάς της Άννας.
-Εγώ ευχαριστώ που μου φέρατε ένα τόσο σπουδαίο παιδί! είπε η κυρία Μαρία.

Η Άννα δεν την επισκέφθηκε ξανά, παρόλο που δεν πήγε ποτέ στα επόμενα χρόνια στην Ανάσταση, καθώς την τρομοκρατούσαν τα βαρελότα και τα πυροτεχνήματα. Οι κρότοι αν και την τρόμαζαν, μπορούσε να το διαχειριστεί, αλλά απέφευγε κάθε τι έντονα θορυβώδες. Ακόμα και σε κλαμπ που είχε επιχειρήσει να πάει, δεν τα κατάφερνε πάντα. Συνήθως σε καλοκαιρινά μαγαζιά κατάφερνε να διασκεδάσει.

Τα χρόνια πέρασαν, η οικογένειά της την στήριξε και την αγκάλιασε και ένιωθε πάντα ασφαλής στην νοητή αγκαλιά που την περιέβαλαν με την αγάπη τους.

Την ξανθιά πρασινομάτα Ειρήνη δεν την συνάντησε κάπου και υπέθεσε ότι θα ήταν από άλλο μέρος. Ο πόνος που είχε δει στα μάτια της τότε, είχε χαραχτεί στη μνήμη της και η ψυχική επαφή τους ήταν κάτι μοναδικό που της ζέσταινε την καρδιά.

Η επόμενη συνάντησή τους έγινε αρκετά χρόνια αργότερα, στο νεκροταφείο. Η Άννα κήδευε την αδερφή της και τον γαμπρό της και η Ειρήνη είχε πάει να επισκεφθεί τον τάφο του πατέρα της. Η Άννα είχε ξεμείνει μουδιασμένη στον τάφο δίπλα και παρακολουθούσε τους νεκροθάφτες να σκεπάζουν με χώμα τα δυο φέρετρα και το βλέμμα της είδε μια ξανθιά οπτασία να την παρακολουθεί από μακριά. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Της Άννας ήταν πονεμένο και της Ειρήνης ήταν συμπονετικό και με τα μάτια της της έδωσε όλη την συμπαράσταση που χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή. Σαν να ξύπνησε από το λήθαργό της, ένιωσε την παρηγοριά που της προσέφερε ένα βλέμμα. Ώσπου να σηκωθεί, την είχε χάσει από τα μάτια της. Για άλλη μια φορά όμως αυτά τα πράσινα μάτια έγιναν άγκυρα για να κρατηθεί.
Είχε την ελπίδα να την συναντούσε κάποτε σε κανονικές συνθήκες και να μην είχε καμιά τους πόνο στην καρδιά.

Θα την συναντούσε ξανά μετά από λίγο καιρό, σε άλλη χώρα, σε άλλη ήπειρο…

Crossing.word

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading