«Ο χάρτης δείχνει πως σε πολύ λίγο φτάνουμε κορυφή! Δεν έχει ακουστεί η σειρήνα. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να είμαστε οι πρώτοι που θα φτάσουμε!», φώναξε ο Διονύσης ενώ πίσω του ακολουθούσε η υπόλοιπη ομάδα.
Πραγματικά, μετά από λίγη ώρα, έφτασαν πρώτοι στο σημείο. Η κορυφή. Ο κάμπος απλωνόταν μπροστά τους. Μπορούσαν να δουν τη βάση τους από εκεί πάνω. Μπορούσαν να δουν τη θάλασσα. Ήταν λες και ολόκληρος ο κόσμος ήταν στα πόδια τους.
Ο Λεωνίδας τους περίμενε δίπλα στον βράχο με τον δεμένο φάκελο.
«Δεν είχα καμία αμφιβολία ότι θα ήσασταν εσείς! Πάρη; Είσαι καλά;»
«Όλα καλά! Μια μικρή πτώση λόγω βροχής! Άντε! Λήξε το! Ανυπομονώ να πάρουμε τον φάκελο στα χέρια μας!».
Ο Λεωνίδας πάτησε την κόρνα δυνατά και έδωσε σήμα στους ασυρμάτους ότι είχαμε νικητή. Ενημερώθηκε ότι και οι υπόλοιπες ομάδες φτάνουν στο τέρμα και περίμενε την άφιξή τους. Μόλις μαζεύτηκαν όλοι, έπιασε το σκοινί και έλυσε τον φάκελο τον οποίο πήγε να παραδώσει με χαρά στον Πάρη. Εκείνος όμως δεν τον δέχτηκε…
«Η Εβελίνα θα τον πάρει, Λεωνίδα! Η Εβελίνα! Χάρη σε εκείνη κερδίσαμε! Χάρη στην νυχτερινή της επιτυχία, αλλά και στο γεγονός ότι κατάφερε να μας φέρει εδώ πάνω όλους! Ζωντανούς και αρτιμελής! Στην Εβελίνα μας!».
Όλοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και η Εβελίνα σε γέλια με δάκρυα χαράς. Τα είχε καταφέρει! Είχε ξεπεράσει τα όριά της και τους έβγαλε όλους ασπροπρόσωπους! Η Χαρά και ο Διονύσης έτρεξαν και την αγκάλιασαν σφιχτά φωνάζοντας ρυθμικά το όνομά της. Οι υπόλοιποι την πλησίασαν να την συγχαρούν και ο Πάρης της έπιασε το χέρι και το φίλησε τρυφερά. Η Εβελίνα του χαμογέλασε και του έδωσε πίσω τον φάκελο.
«Εσύ θα τον παραδόσεις στο ορφανοτροφείο. Δική σου ιδέα ήταν και θα την φέρεις εις πέρας. Άσε που αν δεν ήσουν εσύ να με πεισμώσεις, πιθανόν να μην ήμασταν εδώ. Εσύ σίγουρα θα ήσουν, γιατί είσαι φανταστικός… Για μένα μιλάω! Οπότε στο χρωστάω! Πάρ’ τον! ».
Ο Πάρης πήρε τον φάκελο, τον φύλαξε στην εσωτερική θήκη του μπουφάν του και την αγκάλιασε σφιχτά.
«Σε ευχαριστώ!», της ψιθύρισε στο αυτί, «πάμε σπίτι τώρα!» και αφήνοντάς της ένα φιλί στην κορυφή του κεφαλιού ξεκίνησαν να προετοιμάζονται για την επιστροφή στην πόλη.
*****
Η Χαρά, ο Διονύσης και η Εβελίνα μπήκαν στο αμάξι του Πάρη και ξεκίνησαν το ταξίδι της επιστροφής. Μόλις μπήκαν στα αυτοκίνητα, σταμάτησαν και οι επευφημίες της νίκης. Λες και μόλις έκλεισαν οι πόρτες, τελείωσε το ταξίδι. Όλοι έγειραν στο κάθισμά τους και έκλεισαν για λίγο τα μάτια. Όλοι, εκτός από την Εβελίνα, που χάζευε έξω από το παράθυρο τα δέντρα να περνούν. Πού και πού κοιτούσε τον Πάρη μέσα από τον καθρέφτη και του χαμογελούσε.
«Μπορείς να σταματήσεις να με κοιτάς;», τη ρώτησε γελώντας.
Εκείνη πλησίασε το κορμί της κοντά στο κάθισμα του οδηγού και ακούμπησε το κεφάλι της κοντά στον ώμο του, ενώ τα χέρια της του χάιδεψαν τον αυχένα.
Τον ένιωσε να χαλαρώνει στο άγγιγμά της.
«Τι συνέβη μεταξύ μας στο κυνήγι;»
«Δεν ξέρεις τι συνέβη; Δεν ήσουν εκεί; Με άλλη ήμουν;»
«Χα χα! Πολύ αστείο!»
«Μα, κορίτσι μου, είναι ερώτηση αυτή που μου κάνεις; Ξέρουμε και οι δύο τι συνέβη…»
«Ναι ξέρουμε, αγόρι μου! Πώς και γιατί έγινε ρωτάω…»
«Ξέρεις πολύ καλά πώς έγινε! Το γιατί είναι αυτό που σε καίει. Την απάντηση όμως την ξέρεις…»
«Μα, με μισούσες!»
«Ποτέ! Απλά είμαι απότομος όταν δεν μπορώ να διαχειριστώ κάτι. Και εσένα, από την πρώτη στιγμή που σε είδα, δεν μπορώ να σε διαχειριστώ!»
«Και τώρα;», τον ρώτησε συνεχίζοντας να τον χαϊδεύει, όμως το κινητό του Πάρη είχε άλλα σχέδια.
«Ωραία! Σε δύο χιλιόμετρα είναι η έξοδος. Παίρνουμε καφέ και συνεχίζουμε!», είπε στον Λεωνίδα στην άκρη της γραμμής.
Όταν βρέθηκαν στον χώρο στάθμευσης πάνω στην εθνική οδό, η Εβελίνα πήγε να πάρει έναν καφέ. Η σωματική της κούραση, όσο μεγάλη και αν ήταν, δεν συγκρινόταν με την υπερένταση που ένιωθε. Αυτό το φιλί είχε αποτυπωθεί στη μνήμη της. Όσο παράξενο και αν φαινόταν, ήταν η πιο ρομαντική στιγμή της ζωής της με τον πιο αδιανόητα απίστευτο άνθρωπο.
Δεν μπορούσε ούτε στα πιο τρελά της όνειρα να φανταστεί πως στη μέση του πουθενά θα γνώριζε έναν άνθρωπο που θα την κέρδιζε τόσο γρήγορα. Έναν άνθρωπο τόσο διαφορετικό από την ίδια… Πήγε σε αυτό το κυνήγι για να βρει τον εαυτό της. Να μαζέψει τα κομμάτια της και τελικά κατάφερε να φτιάξει την πιο όμορφη ανάμνηση. Αν δεν ήταν εκείνος, τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε σημασία…
Έπινε τον καφέ της προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη, μα δύο χέρια που τυλίγονταν γύρω της, δεν την άφησαν.
Μόλις ο Πάρης την έκλεισε στην αγκαλιά του, εκείνη χαλάρωσε και ακούμπησε την πλάτη της στο στήθος του.
«Λοιπόν… εγώ λέω τώρα να το ζήσουμε λίγο. Τι λες;», τη ρώτησε.
«Ορίστε;»
«Δεν με ρώτησες στο αμάξι τι κάνουμε τώρα; Ε! Σου απάντησα! Λέω να το ζήσουμε! Άσε που μια φορά ισούται με καμία φορά…».
Την έκανε μια απότομη σβούρα, που παραλίγο να χυθεί ο καφές και την έφερε μπροστά του. Πρόσωπο με πρόσωπο. Της χαμογέλασε και τη φίλησε ξανά. Το φιλί του αργό και ευλαβικό. Ακούμπησε τα χείλη του απαλά στα δικά της. Η αντίδρασή της τον αφόπλισε. Τράβηξε το φούτερ του με το ελεύθερο της χέρι και τον φίλησε με πάθος. Εκείνος πέρασε το ένα χέρι του στη μέση της και το άλλο στον αυχένα της και την έφερε ακόμα πιο κοντά του.
Ο Πάρης ένιωθε τα χέρια του να τρέμουν όσο την κρατούσε και η καρδιά της Εβελίνας δεν σταματούσε να χτυπά. Αυτό το φιλί δεν είχε καμία σχέση με το πρώτο στο δάσος. Αυτό το φιλί ήταν η αρχή του τέλους τους. Μόλις κατάφεραν να ξεκολλήσουν ο ένας από τον άλλον, ακούμπησαν τα μέτωπά τους και κοιτάχτηκαν στα μάτια…
«Πρέπει να βρούμε ένα ρητό και για τις δύο φορές ότι ισούνται με καμία!», της είπε ο Πάρης και τη φίλησε ξανά, ενώ γελούσαν και τα μουστάκια του.
Ξαφνικά, τα επιφωνήματα έκπληξης και θαυμασμού της ομάδας τους επανάφεραν στην πραγματικότητα.
«Ρε! Ξεκολλάτε να φύγουμε πια! Κολλήσαμε με το μέλι!», κορόιδεψε η Χαρά.
«Εβελίνα, κάτσε μπροστά κούκλα μου! Μη χωρίσουμε και το ζευγάρι!», της είπε ο Διονύσης έχοντας κολλημένο στο πρόσωπό του ένα γελάκι όλο υπονοούμενο.
Ο Πάρης και η Εβελίνα γελούσαν αμήχανα μη μπορώντας όμως να αφήσουν ο ένας τον άλλον από τα χέρια τους.
Μέσα στο αυτοκίνητο, η απόλυτη ησυχία. Η Χαρά και ο Διονύσης, στο πίσω κάθισμα, είχαν κοιμηθεί και η Εβελίνα είχε βυθιστεί στις σκέψεις της. Ο Πάρης της έπιασε σφιχτά το χέρι.
«Τι σκέφτεσαι;»
«Ότι μπήκα σε αυτό το αμάξι με σκυμμένο το κεφάλι επειδή είχες θυμώσει μαζί μου και τώρα έχω πλεγμένο το χέρι μου με το δικό σου!»
«Ήμουν απαράδεκτος! Αλλά για να είμαι ειλικρινής, κεραυνοβολήθηκα με το που σε είδα. Ένιωσα απίστευτα άβολα και όταν νιώθω έτσι, γίνομαι κακός και περίεργος. Άσε που είναι η δουλειά μου και δεν ήθελα να δώσω δικαιώματα!»
«Κεραυνοβολήθηκες;»
«Τι; Δεν το περίμενες; Από την πρώτη στιγμή που μου μίλησες ένιωσα το στομάχι μου περίεργα. Κάθε φορά που μου μιλούσες μου κοβόταν η αναπνοή. Κάθε φορά που με κοιτούσες έτρεμα σαν το ψάρι… Δεν έδινα σημασία βέβαια, μέχρι που χάθηκες στο δάσος! Εκεί τρελάθηκα! Είχα χάσει τη γη κάτω από τα πόδια μου… Και φυσικά, ας μη μιλήσουμε για τη φωτιά. Δεν ήθελα με τίποτα να πάω στη σκηνή μου!».
Η Εβελίνα του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και του χάιδεψε τον αυχένα.
«Τι θα κάνω μαζί σου, Πάρη;»
«Θα το ζήσεις! Και εσύ και εγώ! Αρκεί να νιώθεις το ίδιο!»
«Έχεις αμφιβολία, αγόρι μου;»
«Καμία, κορίτσι μου!»
Το κινητό του Πάρη χτύπησε ξανά.
«Πάρη; Το άλλο σαββατοκύριακο έχουμε άλλον ένα θησαυρό. Θα έρθεις;», ρώτησε ο Λεωνίδας.
Ο Πάρης κοίταξε την Εβελίνα. Της χαμογέλασε και έπλεξε το χέρι του με το δικό της.
«Ναι, Λεωνίδα! Θα έρθουμε!».
ΤΕΛΟΣ
Κατερίνα Μοχράνη
