Μέχρι το τελευταίο του λεπτό…

Αν ήταν ήρωας παραμυθιού, οπωσδήποτε θα ήταν ο Σκρουτζ Μακ Ντακ. Με τη διαφορά πως εκείνος δεν είδε ποτέ τα φαντάσματα των Χριστουγέννων…

Κάθε πρωί έβγαινε με το γνωστό, στυφό του ύφος απ’ το σπίτι του (μια παλιά μονοκατοικία στην άκρη της πόλης), διόρθωνε με το αριστερό πάντα χέρι την καφέ, παλιά τραγιάσκα του και με αργά βήματα έπαιρνε το δρόμο για το εργοστάσιό του. Παράδοξο πώς αυτός ο τόσο πικρόχολος άνθρωπος, ήταν ιδιοκτήτης ενός εργοστασίου μπισκότων. Για την ακρίβεια ήταν ιδιοκτήτης του μεγαλύτερου εργοστασίου μπισκότων της χώρας. Χρήμα με ουρά… Χρήμα που έβγαλε με πραγματικά πολύ κόπο, μιας και ξεκίνησε με τρύπια παπούτσια απ’ το χωριό του να βρει μια καλύτερη τύχη και κατέληξε να είναι απ’ τους πιο πλούσιους ανθρώπους της Ελλάδας. Κανείς δεν έμαθε ποτέ αν όλα αυτά έγιναν ακριβώς νόμιμα, μόνο με δουλειά και τύχη, αλλά αυτό δεν είχε και καμία σημασία, σημασία είχε ότι ο φτωχός Αριστείδης απ’ το χωριό, έγινε ο κύριος Αριστείδης Τσαρουχίδης, με την τεράστια περιουσία!

Είχε παντρευτεί την κυρία Αλίκη, μια καλοστεκούμενη κυρία, με μόνιμα καρφιτσωμένο ένα ύφος 100 Καρδιναλίων, στο παραμορφωμένο απ’ τα μπότοξ και τις πλαστικές, πρόσωπό της. Αγαπήθηκαν – κάποτε – μάλλον. Από ένα σημείο και μετά όμως, δεν άντεχε ο ένας να βλέπει το πρόσωπο του άλλου. Εκείνος παρόλα αυτά ήταν πολύ απασχολημένος με τη δουλειά του για να μπει στη διαδικασία να αλλάξει τόσο τη ζωή του κι εκείνη, μάλλον, δεν μπορούσε να σκεφτεί πως θα άφηνε όλη αυτή την περιουσία. Ενδόμυχα ίσως ήλπιζε πως ο κυρ Αριστείδης θα της άδειαζε κάποια στιγμή τη γωνιά (με τη βοήθεια του… Θεού) και θα μπορούσε να ζήσει όσα στερήθηκε. Γιατί ο κύριος Αριστείδης είχε πολλά λεφτά μεν, είχε και μια απαράμιλλη τσιγκουνιά δε. Μετρούσε τα πάντα! Τη στάθμη απ’ το μπουκάλι του λαδιού, τα ρολά τουαλέτας, τα πακέτα με τις σάλτσες και το πόσα μήλα έβαζε η κυρία Αλίκη στη σακούλα κάθε που πήγαινε στο σούπερ μάρκετ, πάντα με τη συνοδεία του.

Τρεις κόρες είχαν κάνει οι δυο τους. Την Ελένη, τη μεγαλύτερη, την είχαν χάσει σε τροχαίο στα 19 της μόλις χρόνια κι αυτό ήταν ένα αγκάθι που τους πονούσε και τους δύο, μα είχαν άηχα συμφωνήσει να μην το συζητάνε. Παρόλα αυτά κανείς τους δεν είχε ξεχάσει -πώς θα μπορούσαν άλλωστε; Οι δύο μικρότερες ήταν τότε 15 και 14 κι είχαν πονέσει πολύ για τον χαμό της αδερφής τους. Τους πήρε χρόνια να καταφέρουν να ορθοποδήσουν ψυχολογικά. Όλους. Φυσικά ολοκληρωτικά δεν επανήλθαν ποτέ. Όλοι είχαν αλλάξει μετά απ’ αυτή την απώλεια, όλοι αλλάζουν μετά από πολύ πόνο. Το μόνο που δεν άλλαξε ποτέ, ήταν η οπτική του κυρίου Αριστείδη για το χρήμα, το οποίο έβγαινε δύσκολα και τρωγόταν εύκολα. Κι εκείνος ήταν αποφασισμένος να μην “φάει” τους κόπους τόσων χρονών σε άσκοπες πολυτέλειες.

Η οικογένεια Τσαρουχίδη ζούσε στην μονοκατοικία που ο κύριος Αριστείδης είχε αγοράσει πριν μισό αιώνα περίπου, κάνοντας τόσα χρόνια την απολύτως απαραίτητη συντήρηση, σε απλά ελληνικά, το σπίτι ήταν σχεδόν ερείπιο. Η Ελισάβετ, η μεσαία κόρη, με το που τελείωσε το Πανεπιστήμιο, έφυγε στην Αμερική για μεταπτυχιακό -όλα κι όλα, στη μόρφωση των παιδιών δεν χωρούσαν τσιγκουνιές! Έπρεπε να πάρει τις απαραίτητες γνώσεις για να πάρει έπειτα στα χέρια της το εργοστάσιο, γιατί παρότι κορίτσι (ο κύριος Αριστείδης πίστευε πως μόνο αν είχε κάνει ένα γιο, θα είχε έναν άνθρωπο στον οποίο θα μπορούσε πραγματικά να βασιστεί, για να απιθώσει στα χέρια του την περιουσία του) ήταν η μοναδική που θα μπορούσε να το κάνει, μιας κι η μικρότερη, η Εύα (από το Ευανθία) είχε “τα μυαλά πάνω απ’ το κεφάλι”. Ή τουλάχιστον αυτό πίστευε ο κύριος Αριστείδης. Παρόλα αυτά το σενάριο δεν πήγε ακριβώς με τον τρόπο που εκείνος το είχε “γράψει”. Η Ελισάβετ πολύ γρήγορα άφησε τις σπουδές της στα οικονομικά κι αποφάσισε να ασχοληθεί με το… Musical. Στο άκουσμα της είδησης αυτής, ο κύριος Αριστείδης έπεσε να πεθάνει! Δεν μπορούσε να δεχτεί πως η κόρη του απαρνιόταν την τεράστια περιουσία τους, για να χορεύει πάνω σε μια σκηνή με πολύχρωμα φορέματα. Και το κυριότερο, δεν μπορούσε να δεχτεί πως μέχρι να κατακτήσει το όνειρό της, θα ξόδευε τα δικά του λεφτά. Είχε πάρει την απόφαση να ξοδέψει πολλά χρήματα για τη μόρφωσή της, αλλά αρνούνταν να δεχτεί πως θα ξόδευε μια περιουσία για να κάνει ντόλτσε βίτα στην Αμερική η κόρη του.

Η απόφαση της Ελισάβετ να ζήσει μόνιμα στην Αμερική, έπεσε σαν κεραυνός στο σπίτι της οικογένειας Τσαρουχίδη. Αφενός ήταν το παιδί τους, η κόρη τους, που είχε αποφασίσει πως θέλει να ζήσει μακριά τους, αφετέρου ήταν εκείνη που θα συνέχιζε το έργο του πατέρα της, ένα έργο που πέταξε απ’ το παράθυρο για να “ζήσει το όνειρό της”. Αδιανόητη φαινόταν αυτή η απόφαση στον κύριο Αριστείδη και όλο αυτό ήρθε σαν πέπλο πένθους και κάλυψε ξανά το σπίτι και τις ψυχές τους. Γιατί μπορεί η Ελισάβετ να τους είχε αφήσει τη “χαραμάδα” να δεχτούν την απόφασή της και να συνεχίσουν να είναι οικογένεια, να έρχεται να τους βλέπει, να πηγαίνουν να την βλέπουν… ο κύριος Αριστείδης όμως, έριξε “γροθιά στο μαχαίρι”. Κίνησε άμεσα διαδικασίες να την αποκληρώσει. Και το έκανε, παρόλες τις αντιρρήσεις της κυρίας Αλίκης. Όλα δικά του ήταν εξάλλου…

Η σκέψη παρόλα αυτά πως όσα με τόσο κόπο είχε χτίσει, θα περνούσαν στην Εύα, τον διέλυε. Η μικρή του κόρη ήταν ένα κορίτσι χαμηλών τόνων, γλυκό και συμπονετικό. Το να κουμαντάρεις όμως μια τέτοια περιουσία ήθελε πείσμα, τσαγανό και αποφασιστικότητα, χαρακτηριστικά που η Εύα δεν διέθετε. Η Εύα θα ήταν “μεζεδάκι” για όλους τους καλοθελητές που θα έπεφταν πάνω της αν ο ίδιος έφευγε απ’ τη ζωή. Έπρεπε λοιπόν να βρει μια λύση για να μην δει την “αυτοκρατορία” του να γκρεμίζεται. Και μετά από πολύ σκέψη, η λύση πήρε το όνομα “Χρήστος”.

Ο Χρήστος, δούλευε πολλά χρόνια για τον κύριο Αριστείδη, στην πράξη ήταν το δεξί του χέρι. Ο κύριος Αριστείδης τον εμπιστευόταν -όσο μπορεί να εμπιστεύεται ένας τόσο καχύποπτος άνθρωπος φυσικά. Παρόλα αυτά ήταν εργατικός, δυναμικός και έξυπνος κι αυτά ήταν προσόντα που ο κύριος Αριστείδης εκτιμούσε στους ανθρώπους. Σκέφτηκε πολύ πριν πάρει την απόφασή του, αλλά απ’ τη στιγμή που σιγουρεύτηκε πως αυτή ήταν η καλύτερη πιθανή εξέλιξη βάσει των συνθηκών, έβαλε μπροστά το σχέδιό του. Η Εύα θα παντρευόταν τον Χρήστο και μαζί θα κατάφερναν να διατηρήσουν και -γιατί όχι;- να μεγαλώσουν την περιουσία του.

Η εκτέλεση του σχεδίου ήταν εύκολη, πολύ πιο εύκολη απ’ ότι περίμενε ακόμη κι ο ίδιος. Έδωσε μια υποτυπώδη θέση στην Εύα στο εργοστάσιο, δίπλα στον Χρήστο φυσικά και πολύ σύντομα οι δυο τους ήταν ζευγάρι. Να ήταν γιατί ο Χρήστος “άρπαξε την ευκαιρία”; Να ήταν γιατί όντως ερωτεύτηκε την κόρη του; Μάλλον λίγη σημασία είχε για τον κύριο Αριστείδη, μιας και θα φρόντιζε με κάθε τρόπο να διασφαλίσει πως η περιουσία θα παραμείνει στο όνομα της κόρης του, για να μην μπορέσει να την εκμεταλλευτεί ποτέ ο Χρήστος. Απ’ την άλλη, έβλεπε πως η Εύα είχε πραγματικά αγαπήσει το Χρήστο κι ήταν ευτυχισμένη στο πλευρό του, οπότε τι άλλο θέλει ένας γονιός;

Ο γάμος είχε γίνει πριν περίπου 20 χρόνια και το ζευγάρι έφτιαξε μια όμορφη οικογένεια, με δύο κόρες κι έναν γιο, που μπορεί να μην πήρε το όνομα του κυρίου Αριστείδη, μιας και ως αγόρι πήρε το όνομα του πατέρα του Χρήστου, αλλά στα μάτια του ο κύριος Αριστείδης έβλεπε τον μοναδικό άξιο διάδοχό του κι ήταν αποφασισμένος να δώσει ο ίδιος τα ηνία στον εγγονό του όταν ερχόταν η ώρα. Μέχρι τότε, θα συνέχιζε να είναι εκείνος αφεντικό των πάντων. Τι κι αν ο εγγονός του ήταν μόλις 8; Τι κι αν ο κύριος Αριστείδης ήταν 80; Τι είναι λίγα χρόνια μπροστά στην αιωνιότητα εξάλλου; Μια αιωνιότητα που μάλλον ο κύριος Αριστείδης ήταν αποφασισμένος να κατακτήσει, γι’ αυτό και στα 80 του παρέμενε ακμαίος και ενεργητικός. Δεν υπήρχε μέρα που δεν πήγαινε στο εργοστάσιο. Για την ακρίβεια πρώτος πήγαινε, τελευταίος έφευγε. Η ενέργειά του ήταν παροιμιώδης, τόση, που σαν αστείο (ή όχι και τόσο) κυκλοφορούσε η φήμη πως είχε πουλήσει την ψυχή του στο διάβολο, για να μην πεθάνει ποτέ! Δεν σταμάτησε ποτέ να είναι εκείνος που έπαιρνε όλες τις αποφάσεις, μη δίνοντας την παραμικρή ευθύνη ούτε στην Εύα, αλλά ούτε και στο Χρήστο. Όλο αυτό προκαλούσε εκνευρισμό σε όλους, αλλά περισσότερο στο γαμπρό του, που είχε φτάσει σχεδόν 55 χρονών κι ακόμη δεν είχε καταφέρει να “γλείψει το μέλι”. Γιατί την Εύα την ερωτεύτηκε στ’ αλήθεια και την οικογένεια που είχαν φτιάξει μαζί, την αγαπούσε πραγματικά, αλλά το μεγάλο του όνειρο ήταν να καθίσει πια “στο θρόνο”. Κι όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο μεγάλωνε ο θυμός του, γιατί ένιωθε λίγο σαν τον βασιλιά Κάρολο, που κατάφερε να βάλει το στέμμα της βασιλείας μετά τα 70 κι όταν ψιλοβολεύτηκε πάνω στο θρόνο του, αρρώστησε. Κι εκείνος ήθελε να το ζήσει όλο αυτό. Τώρα, όχι όταν θα ήταν 100 χρονών!

Προσπαθούσαν όλοι να πείσουν τον κύριο Αριστείδη πως είχε φτάσει πια η στιγμή να αποσυρθεί και να δώσει τη σκυτάλη στην επόμενη γενιά, εκείνος όμως ήταν ανένδοτος “Είναι μικροί ακόμη, δεν είναι έτοιμοι!”. Κι όσο έβλεπε πως προσπαθούν να τον απομακρύνουν, τόσο πιο πολύ πείσμωνε, τόσο πιο πολύ τους αφαιρούσε ευθύνες και αρμοδιότητες και τόσο πιο πολλά αναλάμβανε να κάνει ο ίδιος. Κι όσο ο καιρός περνούσε, γινόταν όλο και πιο καχύποπτος, όλο και πιο αυστηρός, ακόμη και με την ίδια του την κόρη, που από πάντα του έδειχνε έμπρακτα πόσο τον αγαπούσε και πως δεν την ενδιέφεραν τα χρήματα.

Αν ήταν ήρωας παραμυθιού, οπωσδήποτε θα ήταν ο Σκρουτζ Μακ Ντακ. Με τη διαφορά πως εκείνος δεν είδε ποτέ τα φαντάσματα των Χριστουγέννων… Κανένα πνεύμα δεν του έδωσε την ευκαιρία να δει πού τον είχε οδηγήσει η αγάπη του για το χρήμα και πόσα έχανε προσπαθώντας να προστατεύσει τα κεκτημένα του. Κι έτσι δυστυχώς παρέμεινε “τυφλός” μέχρι το τέλος…

Ήταν ένα βράδυ του Φλεβάρη, που ο Χρήστος, ο γαμπρός του, του πρότεινε κάτι για τη δουλειά κι εκείνος (ως συνήθως) χτύπησε το χέρι στο γραφείο κι έκοψε την κουβέντα με την αγαπημένη του ατάκα, την “Θα γίνει ό,τι λέω εγώ!”. Ο Χρήστος, που ήταν απόλυτα σίγουρος πως αυτό που έλεγε ήταν μόνο για το καλό τους, αντέδρασε (για πρώτη φορά) και η συζήτηση σύντομα ξέφυγε απ’ τον έλεγχο. Οι φωνές τους ακούστηκαν σε όλο το εργοστάσιο. Η Εύα μπήκε στο γραφείο και προσπάθησε όσο μπορούσε να ηρεμήσει τα πνεύματα, αλλά στάθηκε αδύνατο. Το φινάλε του καβγά “έγραψε” ο Χρήστος, που δήλωσε ότι παραιτείται και πως δεν ήθελε να ξαναδεί τον κύριο Αριστείδη στα μάτια του. Ο κύριος Αριστείδης φυσικά δεν τον πίστεψε, το θεώρησε απλά απειλή ή λόγια πάνω στα νεύρα του, η πραγματικότητα όμως ήταν εντελώς διαφορετική. Ο Χρήστος έστειλε με mail την παραίτησή του το επόμενο κιόλας πρωί, ενώ μετά από λίγα λεπτά, ακολούθησε κι ένα mail με την παραίτηση και της Εύας. Την ίδια μέρα, όταν ο κύριος Αριστείδης γύρισε στο σπίτι κι ενημέρωσε την κυρία Αλίκη για τα καθέκαστα, αντιμετώπισε μια κατάσταση που δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Η άλλοτε ήρεμη Αλίκη ξέσπασε σε φωνές και κλάματα και χωρίς να τον αφήσει να πει λέξη, του πέταξε στα μούτρα όλες τις κατηγορίες και τα παράπονα που έκρυβε μέσα της για χρόνια. Είχε χάσει ήδη τη μία της κόρη, που δεν ήθελε να τους ξαναδεί στα μάτια της μετά που την αποκλήρωσαν, τώρα θα έχανε και την άλλη! Κι όλα αυτά γιατί ο άντρας της είχε το χρήμα για Θεό και αρνιόταν να βάλει οτιδήποτε άλλο πάνω απ’ αυτό. Ο κύριος Αριστείδης προσπάθησε στην αρχή με το άγριο κι ύστερα με το καλό να την ηρεμήσει και να την κάνει να σκεφτεί λογικά (στην ουσία να αποδεχτεί την δική του λογική), μα στάθηκε αδύνατο. Την ίδια κιόλας στιγμή, η κυρία Αλίκη μάζεψε σε μια βαλίτσα λίγα ρούχα και κάποια προσωπικά της αντικείμενα κι έκλεισε για πάντα πίσω της την πόρτα της μονοκατοικίας.

Εκείνο το βράδυ του Φλεβάρη, ήταν η τελευταία φορά που είδε τη γυναίκα του. Η Εύα με την οικογένειά της, μαζί με την κυρία Αλίκη, μετακόμισαν στην Ορεστιάδα κι έφτιαξαν ένα μικρό οινοποιείο, που με τα χρόνια εξελίχθηκε σε μια αρκετά μεγάλη μονάδα παραγωγής κρασιού. Το πρώτο κρασί που έφτιαξαν, το ονόμασαν “Ελένη” στη μνήμη της αδερφής της Εύας που χάθηκε τόσο άδοξα και τα παιδιά τους που αρκετά χρόνια μετά ανέλαβαν την επιχείρηση, κατάφεραν να την κάνουν μια απ’ τις μεγαλύτερες τις Ελλάδας. Η κυρία Αλίκη, έμεινε μαζί τους μέχρι που πέθανε γαλήνια στον ύπνο της σε μεγάλη ηλικία. Για το θάνατό της, δεν ενημέρωσαν ποτέ τον κύριο Αριστείδη, μιας και το διαζύγιό τους είχε βγει αρκετά χρόνια πριν. Ο κύριος Αριστείδης συνέχισε να πηγαίνει καθημερινά στο εργοστάσιο και να διαφεντεύει τους πάντες, μέχρι τα 90 του, όπου και πέθανε πάνω στο γραφείο του, την ώρα που (τι ειρωνεία!) μετρούσε τα χρήματά του.

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading