Τι θα μου βάλεις τώρα; Κρεμμυδάκι; Ντοματούλα; Μήπως λίγο από τα χοιρινά λουκάνικα που έχεις στον πάγκο; Τι είναι αυτό που βάζεις; Αβοκάντο; Μα τι είναι αυτό που κάνεις τώρα; Έλα Θεέ των τηγανιών! Στα τόσα χρόνια που ζω, τέτοιο πράγμα δεν έχω ξαναματαδεί! Καινούρια πράγματα θα μάθω με σένα που έμπλεξα! Αλλά αυτός είναι ο σκοπός μου. Αααχ γέρασα πια… Αλλά κρατιέμαι καλά, δεν λέω. 60 χρόνια έχω στο χερούλι μου. Με πήρε η Μόρφω πρώτα. Ο άντρας της δηλαδή. Το πρώτο δώρο για τον γάμο τους. Χαρά ο Θόδωρας όταν με είδε στο μαγαζί με τα κουζινικά! «Ό,τι πρέπει για την Μόρφω μου!» είπε στον υπάλληλο. Τσούκου- τσούκου με πήγε σπίτι, με έδωσε στη γυναίκα του και αυτό ήταν, από εκεί και πέρα γίναμε αχώριστοι με την Μόρφω.
Αυτό είμαι. Ένα μαντεμένιο τηγάνι. Από γενιά σε γενιά μένω να βοηθώ στις συνταγές και στην μαγειρική. Η Μόρφω είχε ταλέντο. Μαζί φτιάχναμε τον κιμά για το παστίτσιο. Μαζί φτιάχναμε τα λαχανικά για τον μουσακά. Ακόμα και το σαγανάκι, μαζί το κάναμε. Με αγαπούσε πολύ η Μόρφω! Ίσως επειδή ήμουν καλό στην δουλειά μου και την εξυπηρετούσα. Ίσως επειδή ήμουν το πρώτο δώρο του άντρα της. Τι σημασία έχει;
Η Μόρφω έκανε απλές, όμορφες συνταγές. Έριχνε όλα τα υλικά μέσα με αγάπη. Θυμάμαι πάντα έβλεπα ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό της όσο μαγείρευε περιμένοντας τον Θόδωρα από την δουλειά. Αργότερα και την μοναχοκόρη της, την Ροδούλα. Μόλις η Ροδούλα έγινε 2 χρονών, εγώ πλέον έμενα μόνιμα πάνω στην κουζίνα. Τι νόημα είχε να με βάλει στο ντουλάπι, όταν σε λίγες ώρες θα με χρησιμοποιούσε πάλι; Έφτασε και η ώρα, παντρεύτηκε και η Ροδούλα και ξεκίνησε τις ετοιμασίες του γάμου η Μόρφω. Μαζί με την υπόλοιπη προίκα έδωσε και εμένα στην Ροδούλα.
-Ευχή και κατάρα σου δίνω κόρη μου. Πάρε το τηγάνι και κράτα το μια ζωή. Να το χρησιμοποιήσεις μόνο για να μοιράζεις αγάπη με τα φαγητά σου.
– Τι λες βρε μαμά τώρα; Ένα τηγάνι είναι, όπως όλα τα άλλα. Φαγητά κάνει δεν φτιάχνει ζωές!
– Ροδούλα μου η μαγειρική είναι ο τρόπος της γυναίκας να δώσει αγάπη και θαλπωρή στην οικογένειά της. Μην το ξεχάσεις ποτέ αυτό!
Πέρασαν τα χρόνια. Η Ροδούλα ήταν χαρούμενη με τον άντρα της και τα δυο της παιδιά. Δεν με χρησιμοποιούσε όσο η Μόρφω, παρά μόνο για λίγες συνταγές. Η αγαπημένη της ήταν οι πατάτες τηγανητές.
– Σαν τις τηγανητές πατάτες σε μαντεμένιο τηγάνι, δεν έχει! Τόσο κριτσανιστές, τόσο ζουμερές, που δεν προλαβαίνω να τις ακουμπήσω στο τραπέζι και πέφτουν όλοι με τα μούτρα!
Και έτσι, λίγο με τις τηγανητές πατάτες, λίγο με τα αυγουλάκια, τα ψητά λαχανικά, πέρασε ο καιρός και έφτασε και η κόρη της Ροδούλας σε ηλικία γάμου.
-Να έχεις το τηγάνι για οδηγό σου, κορίτσι μου. Όπως μου το έδωσε εμένα η μάνα μου, έτσι στο δίνω και εγώ. Σου εύχομαι να έχεις έναν χαρούμενο γάμο και αυτό το τηγάνι να σε κάνει ακόμα πιο ευτυχισμένη στην καθημερινότητά σου. Πλέον δεν είναι ένα απλό, μαντεμένιο τηγάνι, αλλά ένα οικογενειακό κειμήλιο που περνάει από γενιά σε γενιά και γίνεται το δεξί χέρι της γυναίκας. Όσο το προσέχεις και το συντηρείς, θα το έχεις δίπλα σου. Έτσι είναι και ο γάμος. Να προσέχεις την οικογένειά σου και θα είσαι μια ζωή ευτυχισμένη Μαίρη μου, είπε η Ροδούλα με δάκρυα στα μάτια.
-Σε ευχαριστώ μαμά, αλλά δεν νομίζω να το χρειαστώ τόσο. Άλλαξαν οι καιροί και ξέρεις εγώ κάνω πιο μοντέρνες συνταγές. Σου υπόσχομαι όμως θα το χρησιμοποιώ πού και πού για χάρη δική σου και της γιαγιάς. Έστω για να φτιάχνω εκείνες τις τηγανητές πατάτες όπως τις κάνεις και εσύ, είπε η Μαίρη χαμογελώντας γλυκά στην μάνα της.
Η Μαίρη δυστυχώς δεν ευτύχησε στον γάμο της. Ο γάμος της ήταν εξαρχής ένα βάσανο. Το καταλάβαινα. Αισθανόμουν την μοναξιά του σπιτιού. Εγώ είχα πιάσει σκόνη στο πίσω μέρος του ντουλαπιού. Για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια δεν ήμουν ο πρωταγωνιστής στην κουζίνα. Το δυσάρεστο όμως είναι πως κανένα σκεύος δεν ήταν.
Τον πρώτο καιρό έβγαζε πού και πού από το ντουλάπι την αντικολλητική κατσαρόλα ή το γουόκ, όμως σιγά σιγά σταμάτησε να ανοίγει το ντουλάπι τελείως. Ένιωθα να γερνάω, να σαπίζω, να χαλάω. Το ίδιο όμως αισθανόταν και η Μαίρη. Μετά από καιρό με έβγαλε μια Κυριακή για να μαγειρέψει τις τηγανητές πατάτες όπως τις έκανε η μαμά της η Ροδούλα. Η χαρούμενη μορφή της Ροδούλας από πάνω μου και το χαμόγελο της Μόρφως είχαν αντικατασταθεί από τα δάκρυα της Μαίρης που έβγαιναν από το μαυρισμένο μάτι της. Εκείνη η Κυριακή όμως ήταν διαφορετική. Όχι μόνο μαγείρεψε, αλλά με έπλυνε, με καθάρισε καλά, μέχρι που με πέρασε και με μια επίστρωση λάδι. Ένιωσα τόσο ωραία! Σαν να μου έδωσε 50 χρόνια ζωής ακόμα! Από εκείνη την ημέρα σαν κάτι να άλλαξε και με έβγαζε κάθε μέρα σχεδόν και μαγείρευε κάθε λογής καλούδια. Συνταγές της μαμάς και της γιαγιάς της που αναπολούσαν τα όμορφα χρόνια του παρελθόντος, αλλά και καινούριες συνταγές που δεν ήξερα ποτέ πώς θα ξεκινήσουν και πώς θα καταλήξουν. Η δυστυχία της όμως παρέμενε. Το καταλάβαινα από τον τρόπο της μαγειρικής της. Η Μόρφω και η Ροδούλα έβαζαν αγάπη στα φαγητά τους. Η Μαίρη όχι. Η Μαίρη έβαζε θλίψη, φόβο, τύψεις.
Οι μήνες περνούσαν και εγώ κάθε μέρα ετοιμαζόμουν για μια ακόμα συνταγή. Με την Μαίρη η σχέση ήταν διαφορετική. Δεν είχα καταφέρει ποτέ να δω ένα χαμόγελο την ώρα που μαγείρευε. Είχα αποτύχει στον σκοπό μου. Η γιαγιά και η μαμά της ήταν ευτυχισμένες όταν μαγειρεύανε. Η Μαίρη απλά ξεχνιόταν. Σαν να μαγείρευε για να ξεχάσει τον πόνο της καθημερινότητάς της. Το αγαπημένο της φαγητό που φτιάχναμε, ήταν το κοτόπουλο με γλυκόξινη σάλτσα. Νομίζω γιατί ήταν το αγαπημένο του άντρα της. Κάθε φορά που του το μαγείρευε, ο Πέτρος δεν θα την χτυπούσε, δεν θα την έβριζε και θα της φερόταν όμορφα και γλυκά. Αν όμως το έφτιαχνε αρκετά συχνά, γινόταν πιο έξαλλος από ότι συνήθως.
– Ξέρεις ότι είναι το αγαπημένο μου και για να το έφτιαξες τρεις φορές αυτήν την εβδομάδα, σημαίνει ότι κάτι έκανες και φοβάσαι την αντίδρασή μου! Τι έκανες; Με ποιον πηδήχτηκες πάλι; Ή νομίζεις ότι δεν ξέρω τι είναι τα… “ψώνια στο σούπερ μάρκετ”; Για αυτό πηγαίνεις πάντα πρωί όταν είμαι στην δουλειά, για να μην μπορώ να σε ελέγξω! Πoυt@να! Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσε η Μαίρη από τον Πέτρο. Το επόμενο που θυμάται είναι να ξυπνάει στο πάτωμα της κουζίνας με μια γεύση μετάλλου στο στόμα της. Σύντομα κατάλαβε ότι ήταν το αίμα της.
Έτσι περνούσαν οι μέρες, με την Μαίρη να προσπαθεί να βρει την ισορροπία. Πόσες φορές μπορούσε να μαγειρέψει το αγαπημένο του φαγητό χωρίς να της επιτεθεί ο Πέτρος; Αν έβγαινε μόνο μαζί του, ήταν πιο ήρεμος; Αν του έλεγε ότι δεν πειράζει που βγήκε πάλι εκτός ελέγχου, θα της φερόταν καλύτερα; Ευτυχώς δεν είχε μείνει έγκυος ακόμα, αν και με τόσο ξύλο και βία, ίσως πλέον και να μην μπορούσε. Χωρίς να το καταλάβει είχαν περάσει 2 χρόνια έτσι. Η Μαίρη δεν είχε πει σε κανέναν τι περνούσε. Έτσι και αλλιώς δεν είχε κανέναν. Ο Πέτρος την είχε πάρει μακριά από την πόλη της, την Καλαμάτα, για να μείνουν Αθήνα. Δεν είχε ούτε τις φίλες της, αλλά και ούτε έναν συγγενή. Ο Πέτρος είχε απομακρυνθεί από όλη την οικογένειά του, οπότε δεν είχε να μιλήσει με κανέναν.
Η ευχή της Ροδούλας όταν με έδωσε στην Μαίρη, δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα. Πολλές φορές όταν μαγείρευε, την άκουγα να λέει ότι θα φύγει, ποτέ όμως δεν το έκανε. Μέχρι που ήρθε εκείνη η ημέρα…
Το θυμάμαι σαν σήμερα. Η Μαίρη είχε φτιάξει τις τηγανητές πατάτες της μαμάς της και ένα μπεκρή μεζέ. Με είχε ήδη πλύνει και καθαρίσει. Ήταν η πρώτη φορά που όταν μαγείρευε ήταν κάπως χαρούμενη αλλά και αγχωμένη. Σαν κάτι να ετοίμαζε. Ο Πέτρος δεν δούλευε τις Κυριακές, παρά καθόταν με την Κυριακάτικη εφημερίδα με τις ώρες στο σαλόνι μέχρι να έρθει η ώρα του φαγητού.
– Πέτρο μου, είναι έτοιμο το φαγητό. Έλα να φάμε. Έκανα μπεκρή μεζέ και πατάτες τηγανητές.
Ο Πέτρος σηκώθηκε από τον καναπέ και πήγε στην κουζίνα χωρίς να πει κουβέντα.
– Να σου βάλω σαλατούλα; Έκανα μια απλή χωριάτικη.
– Ε βέβαια τι θα έκανες εσύ; Εδώ για φαγητό πας να μου πασάρεις μεζέ! Τέτοια ακαμάτα που είσαι τι περιμένεις!
Η Μαίρη παρέμεινε ήρεμη και ατάραχη. Δεν την ακούμπησε το πικρόχολο σχόλιο του Πέτρου.
– Πέτρο μου έχω να σου πω κάτι. Αποφάσισα να φύγω και να σε αφήσω. Θα σε παρακαλούσα για μια φορά να μην μου φωνάξεις ή να με δείρεις. Αν κάποτε με αγάπησες, άσε με να φύγω. Θα γυρίσω στους δικούς μου στην Καλαμάτα. Θα μπορούσα να φύγω στα κρυφά, αλλά θεωρώ πως αν το έκανα θα εκνευριζόσουν παραπάνω και αυτό θα έβαζε εμένα σε κίνδυνο. Ας χωρίσουμε ως πολιτισμένοι άνθρωποι.
Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Ο Πέτρος έριξε κάτω όλα τα πιάτα από το τραπέζι. Το πάτωμα γέμισε πατάτες, λάδια, σάλτσες… Η Μαίρη κοιτώντας τα σπασμένα σερβίτσια στο πάτωμα, προετοιμάστηκε για ένα ακόμα επεισόδιο ξύλου.
– ΕΜΕΝΑ ΔΕΝ ΘΑ ΜΕ ΠΑΡΑΤΗΣΕΙ ΜΙΑ ΤΙΠΟΤΕΝΙΑ! ο Πέτρος την πέταξε στο πάτωμα και ξεκίνησε να την κλωτσάει όπου έβρισκε μανιωδώς. Δεν έβλεπε μπροστά του, φαινόταν χαμένος.
– Νομίζεις ότι μπορείς να παρατήσεις τον άντρα σου, παλιοξετσίπωτη; είπε ο Πέτρος συνεχίζοντας να την χτυπάει όπου βρει.
Η Μαίρη παίρνει το μαχαίρι που είχε ρίξει κάτω ο Πέτρος και τον καρφώνει στο πόδι του. Ο Πέτρος πέφτει κάτω ουρλιάζοντας από τον πόνο και η Μαίρη από τον τρόμο της ρίχνει το μαχαίρι κάτω και κοκαλώνει. Κοιτούσε τον άνθρωπο στο πάτωμα και δεν ήξερε αν τον μισούσε περισσότερο από ότι μισούσε αυτό που μόλις έκανε. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να αποφασίσει. Τότε η Μαίρη χωρίς να χάσει λεπτό, αρπάζει ό,τι βρήκε μπροστά της και τον χτυπάει μανιωδώς στο κεφάλι, μέχρι που πλέον δεν αναγνώριζε την μορφή του.
Ήμουν εγώ αυτό που βρήκε μπροστά της. Εγώ, ένα μαντεμένιο τηγάνι, που 60 χρόνια μοίραζα χαρά και αγάπη στην οικογένεια. Έτσι, από την μια στιγμή στην άλλη, η Μαίρη μου έδωσε την ευκαιρία να της προσφέρω την ευτυχία που δεν είχε τόσα χρόνια. Τι και αν στην μαμά και την γιαγιά της το έκανα μέσα από συνταγές; Ο σκοπός μου ήταν ένας από την στιγμή που φτιάχτηκα, να κάνω την ζωή πιο εύκολη και πιο χαρούμενη στον ιδιοκτήτη μου. Και αυτό έκανα.
Η Μαίρη για πρώτη φορά μετά από χρόνια χαμογέλασε. Ήταν ήρεμη. Ακόμα και όταν η ίδια κάλεσε την αστυνομία και τους εξήγησε τι έγινε, ήταν ήρεμη. Το γεγονός κρίθηκε ως αυτοάμυνα και η Μαίρη κρίθηκε αθώα. Αφήνοντας πίσω το σπίτι στην Αθήνα, η Μαίρη πήρε λίγα ρούχα και εμένα. “Το εργαλείο της ελευθερίας μου” με αποκαλούσε. Ίσως και να είμαι. Ίσως όμως να είμαι ένα απλό μαντεμένιο τηγάνι…
Αλεξάνδρα Καραφώτη

One response to “Το μαντεμένιο τηγάνι”
Πολύ καλό και όμορφα γραμμένο!