Πάντα τρεις

Είναι και κάποιες στιγμές, που μπορεί να κρατήσουν μόλις λίγα δευτερόλεπτα, είναι ικανές όμως ν’ αλλάξουν τον ρου της ιστορίας σου για πάντα. Είναι και κάποιες στιγμές, που από εκεί που δεν το περιμένεις, μπορούν να σου ανατρέψουν τα όλα σου.

Ήταν μόλις δέκα χρόνια πριν, που η Ρία ζούσε μια ζωή απλή, συνηθισμένη. Μια ζωή σαν τόσων άλλων ανθρώπων γύρω μας, που όμως για εκείνη ήταν αρκετή, για την ακρίβεια ήταν ακριβώς αυτή που πάντα ονειρευόταν. Μια αξιοπρεπή δουλειά, ένα μικρό διαμέρισμα, έναν υπέροχο σύζυγο κι ένα γλυκό ανθρωπάκι στην αγκαλιά τους. Ένιωθε γεμάτη, πλήρης. Είχαν την υγεία τους, τις οικογένειές τους, τους φίλους τους και σε λίγους μήνες περίμεναν και το τέταρτο μέλος της οικογένειας, για να συμπληρωθεί το παζλ και να πάρει τη μορφή που η Ρία κι ο άντρας της είχαν στο μυαλό τους. Γιατί κι οι δυο ήξεραν και ένιωθαν, πως δεν χρειάζονταν τίποτα άλλο…

Ήταν μόλις δέκα χρόνια πριν, που η ζωή, η μοίρα, ο Θεός, ποιος ξέρει… αποφάσισαν να κάνουν την ανατροπή. Αποφάσισαν να αλλάξουν ξαφνικά κι απρόσμενα την κατεύθυνση και τη δύναμη του ανέμου και να μην νοιαστούν για το τι θα προξενούσε όλο αυτό. Καμία δεύτερη σκέψη, κανένα περιθώριο επιλογής, καθόλου χρόνος επεξεργασίας…

Δευτέρα βράδυ ήταν κι η Ρία ξαπλωμένη στο κρεβάτι με την κόρη τους, περίμενε τον Ανδρέα, τον άντρα της, να επιστρέψει απ’ τη δουλειά. Η υπνηλία λόγω της εγκυμοσύνης την είχε “νικήσει” κι άργησε να ακούσει το τηλέφωνο που χτυπούσε σαν μανιασμένο. “Ναι…” ψέλλισε μισοκοιμισμένη και έντονες φωνές απ’ την άλλη άκρη του ακουστικού, την ξύπνησαν απότομα. “Κάτι έγινε με τον Ανδρέα, έλα τώρα!”. Ούτε κατάλαβε για πότε ντύθηκε, φώναξε τη γειτόνισσα να προσέχει τη μικρή και βρέθηκε στο νοσοκομείο. Της είπαν να περιμένει, τον έφερναν με ασθενοφόρο απ’ τη δουλειά του. Στάθηκε στην πόρτα, τηλεφώνησε στις οικογένειές τους κι έμεινε εκεί ακίνητη, στήλη άλατος, αγνοώντας το κρύο που της τρυπούσε τα κόκαλα. Μια σκέψη μόνο τριβέλιζε στο μυαλό της “Ας είναι καλά Παναγία μου!”.

Το ασθενοφόρο που έφτασε χωρίς αναμμένη σειρήνα, προμήνυε πως κάτι δεν πήγαινε καλά, ήταν όμως τόση η αγωνία και ο φόβος της, που τη διαπίστωση αυτή έκανε πολλές μέρες αργότερα. Ένα φορείο βγήκε απ’ το ασθενοφόρο, άνθρωποι με γαλάζιες στολές το έσπρωχναν προς την είσοδο του νοσοκομείου και κάτι… κάποιος… βρισκόταν ακίνητος κάτω απ’ το λευκό σεντόνι. Όταν το φορείο πέρασε από μπροστά της, η αναπνοή της κόπηκε. Ο Ανδρέας. Ένας Ανδρέας που είχαν φροντίσει να σκεπάσουν, μα το μισό του πρόσωπο είχε ξεσκεπαστεί. Κι ήταν μελανό. Ήταν μελανό κι αυτό ίσως θα ήταν αρκετό για τον οποιονδήποτε να καταλάβει τι είχε συμβεί, όχι όμως για τη Ρία, για τη Ρία που δεν μπορούσε να φανταστεί πως ο Ανδρέας, ο τόσο δυνατός, ο τόσο δυναμικός Ανδρέας, θα μπορούσε να φύγει απ’ τη ζωή στα 35 του μόλις χρόνια έτσι ξαφνικά, χωρίς κανένα πρόβλημα, χωρίς κανένα προειδοποιητικό σημάδι.

Έβαλαν το φορείο σ’ ένα δωμάτιο κι έκλεισαν την πόρτα. Σαν μάντρα μια φράση έπαιζε στο μυαλό της “Ας είναι ζωντανός! Μόνο αυτό!”. Μα καμιά φορά, ακόμη κι οι πιο σπαραχτικές προσευχές δεν φτάνουν εκεί ψηλά. Οι γονείς τους και τ’ αδέρφια τους είχαν ήδη φτάσει στο νοσοκομείο και την ρωτούσαν τι είχε συμβεί, της ζητούσαν κάποια πληροφορία, μια λέξη έστω, μα εκείνη δεν άκουγε, δεν καταλάβαινε, τα κουτάκια του εγκεφάλου της θαρρείς κι είχαν αρχίσει να κλείνουν ένα ένα, σε μια προσπάθεια να σώσουν ό,τι μπορούσε να σωθεί απ’ αυτό που επρόκειτο ν’ ακολουθήσει.

Μια γιατρός τους κάλεσε σ’ ένα μικρό δωματιάκι. “Μόνο οι κοντινοί συγγενείς παρακαλώ…” τους είπε ικετευτικά. Η Ρία στάθηκε μπροστά στην πόρτα και στηρίχτηκε με τον δεξί της ώμο στο κάσωμα. “Λυπάμαι… μας τον έφεραν νεκρό…”. Τα ουρλιαχτά κι οι φωνές δίπλα της δεν την άγγιξαν. Δεν μπορούσε να μείνει ν’ ακούσει τίποτα άλλο, εξάλλου τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Γύρισε την πλάτη της και με αργά βήματα προχώρησε προς την έξοδο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε τον ουρανό. Έσφιξε πάνω της το μπουφάν του Ανδρέα που φορούσε, μιας και με την φουσκωμένη κοιλίτσα της, το δικό της δεν της κούμπωνε κι έβαλε τα χέρια στις τσέπες. Ένα ξεχασμένο πακέτο με τσιγάρα κι ένας αναπτήρας στη δεξιά τσέπη. Έβγαλε το πακέτο, άναψε ένα και φύσηξε τον καπνό ψηλά. Ένα τεράστιο “γιατί;” ούρλιαζε μέσα στο μυαλό της, μα δεν έφτανε στα χείλη. Έμενε εκεί μέσα στο κεφάλι της κι ολοένα και μεγάλωνε, κάνοντάς την να νιώθει πως από λεπτό σε λεπτό θα εκραγεί.

Είναι και κάποιες στιγμές, που μπορεί να κρατήσουν μόλις λίγα δευτερόλεπτα, είναι ικανές όμως ν’ αλλάξουν τον ρου της ιστορίας σου για πάντα. Είναι και κάποιες στιγμές, που από εκεί που δεν το περιμένεις, μπορούν να σου ανατρέψουν τα όλα σου. Κι εκείνη η μικρή στιγμή που χρειάστηκε για να σταματήσει η καρδιά του Ανδρέα να χτυπά, ήταν αυτή που γύρισε τον άνεμο ανάποδα, ρίχνοντας σαν ντόμινο ανθρώπους, ζωές και ψυχολογίες.

Εκείνη η μικρή στιγμή, ήταν που έκοψε την κορδέλα εκκίνησης για τον Γολγοθά που ξεκινούσε, γιατί ποτέ κανένα κακό δεν έρχεται μόνο του, ποτέ δεν ακούγεται μόνο μια βροντή, ακολουθούν κι άλλες, ακολουθεί και βροχή και στην περίπτωση της Ρίας ήταν σφοδρή, έντονη και ασταμάτητη…

Στη μυθολογία, ο Προμηθέας είχε τιμωρηθεί απ’ το Δία για την κλοπή της φωτιάς και για το ότι την έδωσε στους ανθρώπους. Η τιμωρία του ήταν να παραμείνει δεμένος αιώνια σ’ έναν βράχο και ένας γυπαετός να τρώει το συκώτι του κάθε μέρα. Κάπως έτσι ένιωθε πια. Δεμένη σε μια συνθήκη που δεν επέλεξε, με γυπαετούς γύρω της να τρώνε καθημερινά κομμάτια της ψυχής και της ενέργειάς της. Με την διαφορά πως εκείνη δεν είχε κλέψει τίποτα, με τα χέρια της είχε χτίσει την ευτυχία της. Με την διαφορά πως δεν είχε δικαίωμα να παραιτηθεί πάνω στο βράχο, γιατί δίπλα της είχε ένα παιδί κι άλλο ένα μέσα της…

Η μυρωδιά του αίματος τραβάει τα άγρια θηρία και κάπως έτσι γρήγορα μαζεύτηκαν γύρω της άνθρωποι που το μόνο που ήθελαν ήταν να κλέψουν κομμάτια της. Άλλοι υλικά, άλλοι ηθικά, άλλοι στόχευσαν στα πάντα της. Εξάλλου ένας άνθρωπος που έχει γονατίσει, είναι το πιο εύκολο θύμα. Λογιών και λογιών θηρία άρχισαν να περιτριγυρίζουν την γονατισμένη ψυχή της. Ορδές άγριων ζώων μύρισαν το αίμα και έσπευσαν κι εκείνη εκεί, κρατώντας σφιχτά με το ένα χέρι το παιδί της και με το άλλο την κοιλιά της, κρατώντας σφιχτά εκείνα τα πλάσματα που όφειλε να προστατεύσει ακόμη και με τη ζωή της.

Το πρώτο διάστημα ήταν θολό πια στη μνήμη της. Ένα σπίτι γεμάτο κόσμο, που τους έβλεπε, αλλά μετά βίας τους αναγνώριζε, όλοι εκεί δήθεν να της σταθούν, μα ήταν ελάχιστοι αυτοί που είχαν αλήθεια στα μάτια τους, αυτό το θυμόταν χαρακτηριστικά. Κι ήταν αυτοί οι ελάχιστοι που σχεδόν δέκα χρόνια μετά ήταν ακόμη κοντά της. Όλοι οι υπόλοιποι χάθηκαν, άλλοι κρατώντας κλοπιμαία στα χέρια κι άλλοι απογοητευμένοι που δεν κατάφεραν να αρπάξουν κάτι.

Ήταν μόλις δέκα χρόνια πριν, που η Ρία ζούσε μια ζωή απλή, συνηθισμένη. Μια ζωή σαν τόσων άλλων ανθρώπων γύρω μας, που όμως για εκείνη ήταν αρκετή, για την ακρίβεια ήταν ακριβώς αυτή που πάντα ονειρευόταν. Μια ζωή που πάλεψε να χτίσει και μ’ ένα φύσημα του ανέμου διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια γύρω της κι ήταν η μόνη υπεύθυνη εκείνη να αποφασίσει πώς θα έπρεπε να συνεχίσει. Με πολλούς απέναντι και λίγους δίπλα, μα με κίνητρο την αγάπη δυο πλασμάτων που είχαν την απόλυτη ανάγκη της, με αρωγό την αγάπη που για χρόνια την είχε γεμίσει ο Ανδρέας και το ολόδικό της πείσμα, χτυπημένη, λεηλατημένη, κατάφερε να σηκωθεί. Δεν ήταν εύκολο. Ποτέ δεν είναι εύκολο να ξαναχτίσεις πάνω σε συντρίμμια. Ποτέ δεν είναι εύκολο να ξεκινήσεις πάλι απ’ την αρχή, ειδικά αν είσαι σχεδόν διαλυμένος, όμως το μπροστά είναι μονόδρομος, πρέπει να είναι μονόδρομος.

Της έλεγαν πως ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός. Ήθελε να τους πιστέψει, πολύ γρήγορα όμως κατάλαβε πως όταν χάσεις κάποιον τόσο δικό σου, όσος χρόνος κι αν περάσει, το μαύρο μέσα σου δεν συρρικνώνεται, παρά καταλαμβάνει μόνιμα μια γωνία στην καρδιά σου, καταλαμβάνει μόνιμα ένα μέρος της ψυχής σου. Γρήγορα κατάλαβε πως όταν χάσεις κάποιον τόσο δικό σου, χάνεις εσαή κομμάτια απ’ το είναι σου, απ’ το γέλιο σου, απ’ τη χαρά σου, απ’ την ανεμελιά σου. Κι αυτό μπορεί να το νιώσει μόνο κάποιος που το έχει βιώσει. Παρόλα αυτά, ειδικά όταν σε κοιτούν τέσσερα ματάκια περιμένοντας από σένα να πάρουν δύναμη, οφείλεις να κάνεις τον δικό σου πόνο, δύναμή σου, για να γίνει και δική τους.

Δεν ξέχασε ποτέ. Ακόμη και τώρα, δέκα χρόνια μετά, υπήρχαν βράδια που κουλουριαζόταν σε μια γωνιά στο κρεβάτι της κι έκλαιγε γοερά για όσα έχασε και για όσα δεν πρόλαβε να ζήσει ο Ανδρέας της, για όσα έχασε και για όσα δεν θα ζούσε ποτέ εκείνη, για όσα έχασαν και δεν θα είχαν την ευκαιρία να ζήσουν τα παιδιά τους. Ο πόνος ακόμη της έκανε ύπουλες επιθέσεις, με χτυπήματα κάτω απ’ τη μέση, που την έκαναν να λυγίζει, μα μια μεγάλη αλήθεια είναι πως λυγίζουμε μόνο για να μην σπάσουμε κι εκείνη δεν θα έσπαγε, το όφειλε σ’ εκείνη, σ’ εκείνον, σ’ εκείνα. Θα παρέμενε όρθια, λαβωμένη, αλλά όρθια, μέχρι το τέλος, όποτε κι όπως το αποφάσιζε η ζωή, η μοίρα, ο Θεός, ποιος ξέρει…

Δεν μπορείς πάντα να ορίσεις τι θα σου συμβεί στη ζωή, μπορείς όμως να ορίσεις τον τρόπο που θα το αντιμετωπίσεις κι η Ρία αποφάσισε πως όφειλε να συνεχίσει, για τα παιδιά της, αλλά και για εκείνη. Για τον Ανδρέα της, αλλά και γι’ αυτούς τους λίγους που στάθηκαν δίχτυ ασφαλείας της, που όταν το είχε ανάγκη, της έδωσαν μια αγκαλιά κι ένα χάδι, προσπαθώντας να ημερέψουν τ’ άγριά της.

Δέκα χρόνια μετά, δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος. Ποτέ κανείς δεν μένει ίδιος μετά από πολύ πόνο. Πλέον πιστεύει απόλυτα στον εαυτό της. Πλέον χτίζει μόνη της το δικό της μονοπάτι. Πλέον έχει τη δύναμη να αφαιρεί απ’ τη ζωή της κάθε τι τοξικό, χωρίς να νιώθει ενοχές. Πλέον παίρνει τις αποκλειστικά δικές της αποφάσεις και πληρώνει τοις μετρητοίς τις συνέπειες. Πλέον δεν δειλιάζει, δεν φοβάται, έχει ατσαλωθεί. Πλέον έχει απελευθερωθεί απ’ τα δεσμά, δεν τρέμει πια τους γυπαετούς, με τα ίδια της τα χέρια τους διαλύει.

Δεν “ξαναέφτιαξε” τη ζωή της. Ποτέ δεν θέλησε. Μάλλον η ζωή, η μοίρα, ο Θεός, ποιος ξέρει, ήθελαν στο δικό τους σπίτι να είναι πάντα τρεις. Γιατί τέσσερις δεν έγιναν ποτέ…

ΥΣΤ. Στη Ρία, που είναι υπαρκτό πρόσωπο και για κάθε Ρία, που ό,τι κι αν πέρασε, έχει ακόμη τη δύναμη να παλεύει και να μπορεί να χαμογελάει…

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading