Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 1924, ώρα 6:35 Βουνό Παγγαίο, Καβάλα
Ημέρα πρώτη.
Το χιόνι είχε καλύψει τα πάντα, ή τουλάχιστον σχεδόν τα πάντα. Οι βαθιές πατημασιές φαίνονταν λες και είχαν γίνει μόλις τώρα. Μα τι είδους πλάσμα αφήνει τόσο αλλόκοτες πατημασιές τέλος πάντων; Οι υπόλοιποι θέλουν να εγκαταλείψουμε αυτό το κυνήγι πριν να είναι πολύ αργά, ωστόσο η έξαψη του κυνηγιού και η περιέργεια σχετικά με αυτό το περίεργο πλάσμα με έχει συνεπάρει και δεν μου δίνει άλλη επιλογή από το να συνεχίσω το κυνήγι μέχρι να πιάσω αυτό το πλάσμα.
Ώρα 17:39
Έχει νυχτώσει εδώ και μισή ώρα. Το χιόνι σταμάτησε όπως και τα αλλόκοτα ίχνη. Πρώτη φόρα βρίσκομαι σε τούτη τη πλευρά του βουνού, πράγμα περίεργο εφόσον έχω κυνηγήσει εκατοντάδες φορές σε αυτό το βουνό. Το ξέρω σαν την καταραμένη παλάμη του χεριού μου. Αποφασίσαμε να συνεχίσουμε μονό εγώ και ο Άλεκ το βραδινό κυνήγι. Αυτός ο διαολεμένος Γάλλος έχει γερά νεύρα, μακάρι να τον είχα γνωρίσει νωρίτερα.
Ώρα 21:23
Ακολουθούμε ένα σκοτεινό μονοπάτι. Είναι η πρώτη φορά που βλέπω τόσα πολλά κοράκια μαζεμένα εδώ πάνω, μάλλον κάποιο κουφάρι ζώου πρέπει να υπάρχει εδώ κοντά, αλλά τι στην ευχή ζει σε τέτοιο ύψος; Τα μόνα ζώα που μπορούν να ζήσουν σε τέτοιο ύψος και να επιβιώσουν αυτές τις θερμοκρασίες, είναι οι αρκούδες και σπανίως λύκοι. Μα οι αρκούδες αυτήν την εποχή βρίσκονται σε χειμερία νάρκη και είναι αδύνατον να υπάρχει κάποιο πλάσμα ικανό να σκοτώσει μια αγέλη λύκων. Η απάντηση είναι τίποτα. Οι αρκούδες είναι τα μεγαλύτερα ζώα που ζουν σε αυτό το ψυχρό μέρος. Είναι οι θηρευτές όχι τα θηράματα.
Ώρα 23:35
Σχεδόν μεσάνυχτα, ένα παράξενο σχεδόν αφύσικο σκοτάδι έχει κατακλύσει τα πάντα. Ελπίζω να μην έχουμε βγει εκτός μονοπατιού, αυτό θα ήταν αυτοκτονικό σε αυτό το αφιλόξενο μέρος όπου βρισκόμαστε. Πριν λίγο άκουσα τον Άλεκ να φωνάζει πως είδε κάτι, πότε απομακρυνθήκαμε τόσο ο ένας από τον άλλον που χρειάζεται να φωνάζει για να τον ακούσω; Τώρα το βλέπω και εγώ, μια τερατόμορφη σκιά, ικανή να κατασπαράξει οτιδήποτε επιθυμεί. Όχι, όχι, όχι, είναι αδύνατον! Πρέπει να είναι η σκιά κάποιου λύκου ή αρκούδας ή ακόμα και κάποιου από τα κοράκια που είδαμε νωρίτερα, δεν γίνεται τέλος πάντων να είναι όντως κάποιο τέρας. Που να πάρει ο γερό-διάολος, εκείνη τη στιγμή ένοιωσα ένα χέρι να με πιάνει από τον ώμο, το άγγιγμα αυτό μου πάγωσε το αίμα, ενώ η θερμή ανάσα μου φάνηκε λες και με έριξαν με σε μια ξυλόσομπα αφού πρώτα με είχαν αλείψει με αυτό το καταραμένο πετρέλαιο. Τότε ο Άλεκ με ξαναχτύπησε στον ώμο και με επέστρεψε στην πραγματικότητα, οδηγώντας με στο συμπέρασμα πως αυτή η σκιά ήταν αποτέλεσμα του γερασμένου μου εγκεφάλου και τίποτα παραπάνω. Μου έδωκε να πιω, να λίγο, από ένα δυνατό ποτό που είχε στο φλασκί του, για αυτό λατρεύω αυτόν τον διαβολεμένο Γάλλο, είναι πάντα έτοιμος. Αποφασίσαμε να επιστρέψουμε πίσω, οι άλλοι τρεις θα έχουν στήσει τις σκηνές μέχρι τώρα και ίσως έχουν βρει και καν’ αγριογούρουνο για βραδινό, αν δηλαδή δεν πήραν τον δρόμο τις επιστροφής μόλις φύγαμε, αυτούς τους xωριάτες δεν είναι να τους εμπιστεύεσαι, έρχονται μόνο για τα φράγκα, δεν κατανοούν την απόλαυση ενός καλού κυνηγιού σε αντίθεση με τον Άλεκ, που να πάρει η ευχή, αυτός είναι άνθρωπος του επιπέδου μου.
Ώρα 1:12
Όταν φτάσαμε πίσω, το μόνο που βρήκαμε, ήταν μερικά σημάδια από φωτιά. Προφανώς οι άχρηστοι χωριάτες ετοίμασαν τη φωτιά αλλά κάτι τους τρόμαξε και έφυγαν. Δεν περίμενα τίποτα περισσότερο από άτομα σαν αυτούς. Η αναζήτησή μας, εμένα και του Άλεκ, μας οδήγησαν τελικώς στα εφόδια τα οποία είχαμε φέρει και αφήσαμε μαζί με αυτούς του άξεστους. Όταν φτάσαμε τελικώς στο σημείο, βρήκαμε μερικούς σκισμένους σάκους και μερικά κομμάτια πανί. Αυτοί οι βρομιάρηδες, όχι μόνο μας παράτησαν, αλλά μας πήραν και τα φαγιά. Μόλις γυρίσω στο αναθεματισμένο χωριό, θα τους στείλω να μένουν μαζί με τα γουρούνια, να βάλουν λίγο μυαλό. Άξεστοι!
Ώρα 1:16
Πάλι αυτά τα περίεργα ίχνη στο χιόνι, ίσως ο γέρος να ήταν τρελός τελικά και να μας έστειλε σε δαύτη τη βουνοκορφή να κυνηγήσουμε μια αρκούδα με παραμορφωμένο πόδι. Αν και για να είμαι ειλικρινής, αυτό θα αποτελούσε ένα άξιο τρόπαιο για το τζάκι μου.
Ώρα 2:39
Που να πάρει ο γέρο-διάλος και όλοι οι διάβολοι της κόλασης, ό,τι κι αν ήταν αυτό το πλάσμα, το μόνο που άφησε από δαύτον τον άχρηστο τον Κότσο, είναι μόνο αυτό το άθλιο τατουάζ, ανάθεμα και αν έχει δει ποτέ του θάλασσα και ήθελε τατουάζ άγκυρας. Τουλάχιστον χάρης αυτής της άγκυρας δεν θα χρειάζεται να τον ψάξουμε περαιτέρω και πού στην ευχή είναι αυτός ο Γάλλος τέλος πάντων;
Ώρα 3:23
Αυτά ίσως είναι τα τελευταία μου λόγια πάνω σε αυτόν τον καταραμένο κόσμο. Ό,τι και αν είναι αυτό το πλάσμα, κατασπάραξε τον Άλεκ, τον Κότσο και ίσως όλους τους υπόλοιπους και τώρα ψάχνει για εμένα. Να τα πάλι τα καταραμένα κοράκια πάνω από το κεφάλι μου και τα διαβολεμένα ξέρουν τι θα μου συμβεί.
ΌΧΙ ΑΥΤΆ ΤΑ ΚΑΤΑΡΑΜΈΝΑ ΜΆΤΙΑ, ΞΈΡΕΙ ΌΤΙ ΕΊΜΑΙ ΕΔΏ ΠΟΥ ΝΑ ΠΆΡΕΙ Ο ΔΙΆΟΛΟΣ. ΚΑΤΑΡΑΜΈΝΟΣ ΝΑ ΕΊΝΑΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΚΩΛΌΓΕΡΟΣ, ΜΑΣ ΈΣΤΕΙΛΕ ΚΑΤΕΥΘΕΊΑΝ ΣΤΟΝ ΤΆΦΟ ΜΑΣ!
ΑΠΟΚΟΜΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΚΥΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, ΑΞΙΟΣΕΒΑΣΤΟΥ ΜΕΛΟΥΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ
Βρέθηκε μερικούς μήνες μετά στο βουνό Παγγαίο, όσο για τη σωρό του ή για τον υπολοίπων, δεν βρέθηκαν ποτέ. Οι συγγενείς του Άλεκ κατηγορούν τον Κυρ Κωνσταντίνο για τη δολοφονία του συγγενή τους. Λένε πως στην αλληλογραφία του, την οποία βρήκαν μετά την εξαφάνισή τους, φαίνεται πως ήταν σχιζοφρενής, ό,τι και αν σημαίνει αυτό.
Δήμαρχος του χωριού Π. Αγγέλογλου
Άρθρο εφημερίδας “Το Βουνόν” 1925
Μεταφρασμένο κείμενο της οικογένειας του “Άλεκ” προς τον δήμαρχο του χωριού.
Ο παράφρων αυτός άνδρας, οδήγησε στον χαμό του αγαπημένου μας προσώπου και χρησιμοποιούμε την λέξη παράφρων, γιατί μόνο αυτή μπορεί να δείξει τον άνδρα αυτό! Οι συζητήσεις με τον Άλεκ προκαλούσαν φόβο σε όλους μας. Του μιλούσε για “όνειρα”, όπως έλεγε ο ίδιος, όπου κυνηγούσε μαζί του πλάσματα άγνωστα στον ίδιο, αλλά και στους ακαδημαϊκούς κύκλους με τους οποίους συνεργαζόταν. Παρόλο που ήταν καθηγητής Ελληνικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της “Λιόν”, μόνο ο Άλεκ είχε σεβασμό προς το πρόσωπό του. Οι συνάδελφοί του τον φοβόντουσαν, γιατί τον θεωρούσαν περίεργο. Ο Άλεκ ήταν ο μόνος που αρεσκόταν να ακούει αυτά τα όνειρα και να θέλει να τον ακολουθήσει σε αυτό το τελευταίο του κυνήγι, όπως έλεγε, που θα αποτελούσε το αποκορύφωμα στην δραστηριότητά του ως κυνηγός. Έλεγε πως έβλεπε όνειρα όπου αυτός, μαζί με τον Άλεκ, κυνηγούσαν αυτό το “πλάσμα” που δεν μπορούσε να προσδιορίσει και αφού το σκότωναν, ο Άλεκ ως βιολόγος θα το ανέλυε και επιτέλους θα τον ελευθέρωνε από αυτούς του εφιάλτες. Τώρα χάσαμε τον Άλεκ και θεωρούμε πως φταίει αυτός ο παράφρων.
Δημήτρης Πουλόπουλος
