Ώρα επτά παρά πέντε. Ώρα για δουλειά. Το ξυπνητήρι ήταν αμείλικτο. Αλλά αμείλικτος ήταν και ο χρόνος στη ζωή της Στέλλας. Επτά παρά πέντε, υποχρεωτική αφύπνιση. Να ξυπνήσει, να πλυθεί, να ντυθεί, να φάει πρωινό και να φύγει για τη δουλειά. Κι όλα αυτά με την ψυχή στο στόμα, στις μύτες των ποδιών, μην τυχόν και τη αντιληφθεί ο γιος της. Ο Νικηφοράκος της, που δεν είχε κλείσει ούτε τα δύο και που μέχρι τον δέκατο έβδομο μήνα της ζωής του, είχε συνηθίσει να έχει τη μαμά του δίπλα του μέρα νύχτα. Και τώρα έπρεπε να μάθει να τη μοιράζεται με τη δουλειά της.
Πετυχημένη γυναίκα η Στέλλα και αξιοζήλευτη. Στα τριάντα ένα της χρόνια είχε δημιουργήσει μια όμορφη οικογένεια. Είχε έναν σύζυγο που της ήταν πιστός και την αγαπούσε, έμεναν σε δικό τους σπίτι, το οποίο έμελλε κάποια μέρα να γίνει του γιου της. Ο άντρας της είχε μια καλή δουλειά στον ιδιωτικό τομέα, ήταν χρόνια εκεί και οι πιθανότητες να απολυθεί ήταν ελάχιστες ως μηδαμινές. Εκείνη μόνιμη εκπαιδευτικός πλέον. Νέα, ωραία, μορφωμένη με έναν καλό σύζυγο και ένα παιδί. Τα είχε κάνει όλα σωστά στη ζωή της. Βοήθησε βέβαια και η τύχη και της ήρθαν δεξιά.Πίσω απ’ το παραβάν όμως, τα πράγματα δεν ήταν όπως φαίνονταν. Κάτω απ’ το χαμόγελο της Στέλλας, κανείς δεν έβλεπε το σπαστό πεντάωρο που κοιμόταν τη νύχτα και με αυτό τον ύπνο έπρεπε να διδάξει μετά στην τάξη. Κανείς δεν έβλεπε την ταλαιπωρία, πίσω απ’ την άψογα προετοιμασμένη διδασκαλία και τα εν καιρώ διορθωμένα διαγωνίσματα.
“Τα διόρθωσες κιόλας;”, της έλεγε η συνάδελφος της. “Πότε πρόλαβες και με μωρό παιδί;”.
Τη θαύμαζε, όπως όλος της ο περίγυρος. Αυτό όμως που δεν έβλεπε κανένας όταν έκλεινε η πόρτα του σπιτιού της, ήταν η κούραση και η απόρριψη. Όλη μέρα στην τρεχάλα. Να πάει σπίτι, να κοιμίσει το παιδί, να διορθώσει, να διαβάσει, να σιδερώσει, να μαγειρέψει. Όλη μέρα στην τρεχάλα. Να πάει το παιδί και μια βόλτα, να μην είναι όλη μέρα το καημένο μέσα, ή να πάνε για ψώνια με τον σύζυγο. Και τα Σαββατοκύριακα να βγουν οικογενειακά. Το βράδυ όμως; Που έπεφτε για ύπνο; Μόλις έβαζε το παιδί για ύπνο, περίμενε απ’ τον άντρα της να την κάνει μια αγκαλιά. Ήταν όμως πολύ κουρασμένος για αγκαλιά. Έπεφτε για ύπνο. Κι εκείνη δεν μπορούσε να του ζητήσει κάτι παραπάνω. Άλλωστε ήταν κι εκείνη κουρασμένη.
Λίγο καιρό αργότερα, αποφάσισε να κάνει μια εκκαθάριση στο σπίτι της. Είδε ότι κάποια βιβλία δεν της χρειάζονταν πλέον και τα έβαλε στην ιστοσελίδα της σχολής της για δόσιμο. Γιατί μέσα σε όλα τα άλλα, η Στέλλα ήταν και φοιτήτρια θεολογίας. Ο Νίκος την είχε βάλει να ορκιστεί ότι θα ήταν το τελευταίο πτυχίο που θα έπαιρνε. Κι εκείνη συμφώνησε, άλλωστε δεν άντεχε άλλο.
Στην αγγελία της για το χάρισμα των βιβλίων ανταποκρίθηκε άμεσα ένας συμφοιτητής της, ο Άγγελος. Ο Άγγελος, ήταν αυτό που έλεγε και το όνομά του. Ένας άγγελος. Ψηλός, ελαφρός, ξανθός, με καταπράσινα μάτια, αρρενωπό βλέμμα και γυμνασμένο σώμα. Είχε μια γοητεία και μια ωριμότητα ασυνήθιστη για το νεαρό της ηλικίας του. Ήταν μόλις είκοσι δύο χρονών.
Ο Άγγελος ζήτησε τα βιβλία απ’ τη Στέλλα κι εκείνη ανταποκρίθηκε θετικά. Βέβαια του ακύρωσε το ραντεβού γιατί αρρώστησε ο γιος της και μετά ξέχασε να του ξαναστείλει. Τη θυμήθηκε εκείνος όμως. Συναντήθηκαν έξω από τον ηλεκτρικό, που ήταν κοντά στο σπίτι της. Εκείνη ήταν κάπως βιαστική, αλλά πάντα ευγενική, εκείνος την κοιτούσε με εκείνο το γλυκό του χαμόγελο. Φυσικά ήταν συγκρατημένος, καθώς οι ηθικές του αρχές δεν του επέτρεπαν να κάνει κάτι παραπάνω, εφ’ όσον εκείνη ήταν παντρεμένη με παιδί.
Ο Άγγελος είχε μεγαλώσει στους κόλπους της εκκλησίας, σε μια οικογένεια με ιδιαίτερα αυστηρές ηθικές αρχές. Γνώριζε λοιπόν πολύ καλά μέχρι που φτάνουν τα όριά του. Τη συμπάθειά του πάντως για τη Στέλλα, δεν την έκρυβε. Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι έλεγε πράγματα που θα την έφερναν σε δύσκολη θέση.
Άρχισαν να μιλάνε αρκετά συχνά ο ένας με τον άλλον στα μηνύματα. Άνοιξαν τις καρδιές τους, κάνανε πλάκες. Η Στέλλα είχε καιρό να νιώσει έτσι, όπως και ο Άγγελος. Παρασύρθηκε απ’ τη συμπάθεια που ένιωθε, η οποία ήταν κάτι παραπάνω από συμπάθεια, πράγμα το οποίο δεν μπορούσε να παραδεχτεί ούτε στον ίδιο του τον εαυτό. Πολύ γρήγορα κανονίστηκε κι ο πρώτος καφές. Εκείνος, παρ’ ότι ήξερε ότι δεν ήταν σωστό, δέχτηκε την πρόσκληση. Εκείνη, παρ’ όλο που ήξερε ότι δεν ήταν σωστό, όχι μόνο το πρότεινε, αλλά είπε και ψέματα για να πάει να τον συναντήσει.
Εκείνος ήταν πολύ αμήχανος. Προσπαθούσε να αποφύγει το βλέμμα της και κοιτούσε διαρκώς αλλού. Καθόταν απέναντί της. Το χαμόγελό του ουδεμία σχέση είχε με το χαμόγελο της πρώτης τους συνάντησης. Εκείνη αναρωτιόταν αν τελικά ήταν σωστή η κίνησή της. Η ανυπομονησία όμως νίκησε και του πρότεινε να κάτσει δίπλα της. Ύστερα, του πρότεινε να την πάρει μια αγκαλιά. Προς έκπληξή της δέχτηκε, αλλά δεν έκανε κάποια κίνηση μετά απ’ αυτό. Απλώς κοιτούσε το άπειρο. Εκείνη όμως ένιωθε τους παλμούς της καρδιάς του, οι οποίοι σε ταχύτητα ξεπερνούσαν και ταμπούρλο.
“Μακάρι να σταματούσε ο χρόνος”, του ψιθύρισε στο αυτί.
“Στέλλα δεν μπορώ, συγγνώμη”, ψέλλισε.
Η Στέλλα έγινε κατακόκκινη από ντροπή. Μα καλά τι πίστευε; Ότι θα γύριζε να την κοιτάξει;
“Εγώ σου ζητάω συγγνώμη”, του είπε. “Νόμιζα ότι είχες άλλα αισθήματα για μένα”.
“Όχι”, της απάντησε.
“Εντάξει, με συγχωρείς”, είπε ενώ ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα.
“Κοίτα, αντιλαμβάνομαι ότι μάλλον έχεις κάποια προβλήματα με τον άντρα σου και γι’ αυτό σου συμβαίνει αυτό. Όποιος άλλος και να ήταν στη θέση μου το ίδιο θα έκανες”.
“Όχι”, του απάντησε με σιγουριά.
“Είναι εκ του πονηρού, αυτό που νιώθεις”,
“Δεν είναι”.
“Είναι”.
“Τουλάχιστον μπορείς να μου δώσεις ένα φιλί;”
“Στο μάγουλο και στο μέτωπο αν θες, ναι. Σαν φίλοι”.
Μετά απ’ τα φιλιά που της έδωσε, της είπε με τρεμάμενη φωνή:
“Στέλλα, καλό θα ήταν τους επόμενους μήνες, για την ψυχική ηρεμία και των δυο μας να μη βρισκόμαστε, γιατί θα θέλουμε να αγγίζουμε ο ένας τον άλλον”.
“Όπως αγαπάς”, του είπε κι αμέσως έφυγε για να μη βάλει τα κλάματα.
Στον δρόμο όμως δεν άντεξε και ξέσπασε σε λυγμούς. Είχε κάνει πολλά σενάρια με το μυαλό της. Δεν άντεχε να πιστέψει ότι όλα ήταν της φαντασίας της. Μετά όμως αναλογίστηκε τι ανοησία επρόκειτο να κάνει. Να έφταιγε που ο άντρας της τον τελευταίο καιρό την απέρριπτε συνέχεια και ήταν μονίμως κουρασμένος; Που δεν της έλεγε ποτέ ένα καλό λόγο; Που πιο συγκινημένος ένιωθε όταν έβλεπε ποδόσφαιρο, παρά όταν την είχε στην αγκαλιά του;
Όλα αυτά τα ήξερε ο Άγγελος, και αποφάσισε να μην πατήσει πάνω στις ανάγκες της. Δεν ήθελε να διαλύσει ένα σπίτι. Δεν ήθελε να πατήσει σε μια κακιά στιγμή ενός ζευγαριού. Ήξερε ότι μόνο πόνο και προβλήματα θα προκαλούσε. Κατά βάθος κι η Στέλλα το ήξερε, αλλά άφησε το συναίσθημα να την παρασύρει.
Πέρασε ο καιρός, και προσπάθησε να το ξεπεράσει. Συνέχισε κανονικά τη ζωή της. Δουλειά, σπίτι και καμιά βόλτα. Πλησίαζε και η εξεταστική και είχε περισσότερο διάβασμα. Αποφάσισε τις ημέρες των Χριστουγέννων να πάει και καμιά βόλτα με τον άντρα της όπως παλιά. Το παιδί θα το κρατούσαν οι παππούδες.
Τους έκανε καλό αυτή η βόλτα, τους ανανέωσε σαν ζευγάρι. Υποσχέθηκαν ο ένας στον άλλον πως θα τα βάλουν κάτω και θα πιάσουν το νήμα απ’ την αρχή. Όμως καμιά φορά η ζωή έχει άλλα σχέδια.
Μία μέρα ξύπνησε νωρίτερα και είπε στον άντρα της ότι θα πάει στη λαϊκή. Ήταν ένα όμορφο πρωινό, δεν έκανε πολύ κρύο και επειδή ήταν νωρίς, δεν είχε και πολύ κόσμο. Είχε ψωνίσει όλα τα ζαρζαβατικά κι εκεί που ήταν έτοιμη να φύγει ακούει μια γνώριμη φωνή. Ο κύριος Παύλος.
“Κύριε Παύλο, τι κάνετε; Πού χαθήκατε”;
“Δουλειές κυρία Στέλλα!”, της είπε χαμογελώντας.
Ο Παύλος περνούσε τη Στέλλα καμιά εικοσαετία. Τον γνώριζε απ’ το πανεπιστήμιο, την είχε βοηθήσει να περάσει ένα μάθημα. Από τότε είχαν μια πολύ καλή σχέση, βοηθούσαν ο ένας τον άλλον, αλλά μέχρι εκεί. Βέβαια ο Παύλος, δεν ήταν λίγες οι φορές που την ώρα που κοιμόταν η γυναίκα του σκάλιζε το προφίλ της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η Στέλλα δεν είχε αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο την έβλεπε και πίστευε ότι τα αισθήματά του γι’ αυτή ήταν καθαρά φιλικά, σχεδόν πατρικά.
“Θες να πάμε να πιούμε ένα καφέ, τώρα που θα είσαι πιο χαλαρή;”
“Ναι κύριε Παύλο, δεν έχω θέμα!”
“Σταμάτα σε παρακαλώ αυτό τον πληθυντικό! Με κάνεις να νιώθω ογδόντα χρονών!”
“Μα δεν είστε! Είσαι, συγγνώμη”!
Ο Παύλος, ήταν πολύ έμπειρος με τις γυναίκες. Δεν ήταν μόνο το ερωτικό κομμάτι, αλλά ήξερε πολύ καλά πώς να προσεγγίζει μια γυναίκα και να την κάνει να νιώθει όμορφα. Η Στέλλα ήταν εύκολη λεία γι’ αυτόν. Παραμελημένη απ’ τον σύζυγο σε ένα γάμο που είχε βαλτώσει, με καλή ψυχή, έξυπνη, μορφωμένη και δραστήρια. Το τέλειο θύμα.
Επί καθημερινής βάσεως της έστελνε μηνύματα και της υπενθύμιζε τα προσόντα της. Εκείνη απέφευγε τον καφέ, επειδή θεωρούσε ότι ήθελε κάτι παραπάνω. Ωστόσο η επιμονή του ήταν μεγαλύτερη απ’ αυτό που φανταζόταν και τελικά δέχτηκε. Θες η συνεχής απόρριψη; Θες η μοναξιά; Θες ότι η τελευταία φορά που είχε ακούσει κομπλιμέντο απ’ τον άντρα της ήταν πριν να μείνει έγκυος;
Κανόνισαν να βρεθούν σε ένα ήσυχο μαγαζί των νοτίων Προαστίων. Η Στέλλα άρχισε να έχει αγωνία. Περισσότερη αγωνία από τότε που θα συναντιόταν με τον Άγγελο. Έβαλε το μαύρο φόρεμα, έκανε τα μαλλιά της κατσαρά, έβαλε κόκκινο κραγιόν και μολύβι. Ήταν πανέμορφη. Για ακόμα μια φορά είπε ψέματα στον άντρα της, ο οποίος δεν έδωσε και πολλή σημασία. Της ευχήθηκε να περάσει όμορφα με τις φίλες της και συνέχιζε να κοιτάει την τηλεόραση που έπαιζε η αγαπημένη του ομάδα.
Μόλις την είδε ο Παύλος σάστισε. Δεν περίμενε ότι αυτή η γυναίκα θα έβγαινε ραντεβού μαζί του. Η Στέλλα το κατάλαβε και χαμογέλασε αμήχανα. Πλησίασε πιο κοντά και τον ρώτησε:
“Τι κάνεις;”
Εκείνος δεν έχασε ευκαιρία. Την άρπαξε και τη φίλησε στον λαιμό. Η Στέλλα αρχικά δεν αντέδρασε, αλλά μετά τον αγκάλιασε και εκείνη σφιχτά. Ευτυχώς στο σημείο που διάλεξαν να βρεθούν, επίτηδες, δεν υπήρχε ιδιαίτερος κίνδυνος να τους δει κανένας γνωστός. Ρίξαν μια γρήγορη ματιά γύρω τους και μετά άρχισαν να φιλιούνται με πάθος. Τα λόγια ήταν περιττά. Διψασμένοι ήταν και οι δύο. Εκείνος πενήντα δύο χρονών, παντρεμένος με μια γυναίκα μεγαλύτερή του, με ένα σωρό προβλήματα υγείας και καθόλου όρεξη για σεξ κι εκείνη παντρεμένη με έναν άντρα, που ναι μεν την αγαπούσε, αλλά είχε πάψει να της το δείχνει.
“Εδώ κοντά έχει ένα ξενοδοχείο. Πάμε;”, της είπε συνομωτικά.
“Πάμε…” του απάντησε εκείνη.
Πήραν κυριολεκτικά φωτιά. Η Στέλλα, ήταν έτοιμη. Δεν το είχε καταλάβει, αλλά ήταν έτοιμη. Αν αυτό το περιστατικό συνέβαινε τέσσερα χρόνια πριν, δεν υπήρχε περίπτωση να κάτσει ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω. Θα είχε φύγει τρέχοντας. Βέβαια στην προκειμένη περίπτωση, δεν σκέφτηκε καν. Τίποτα. Έδρασε εντελώς παρορμητικά.
Μόλις τελείωσε ο Παύλος άναψε ένα τσιγάρο. Την κοίταξε και χαμογέλασε.
“Είσαι πανέμορφη κορίτσι μου. Ζεματάς. Πώς είναι δυνατόν να μη σε θέλει ο άντρας σου;”
“Μάλλον επειδή πήρα καμιά δεκαριά κιλά μετά τη γέννα”, απάντησε λυπημένη.
“Εξακολουθείς να είσαι μια θεά! Όλα πάνω σου είναι υπέροχα! Έχεις απίστευτες καμπύλες! Δεν είναι δικαιολογία αυτό!”.
Οι συναντήσεις τους πύκνωσαν. Ο Παύλος, είχε βρει την τέλεια ερωμένη. Νέα, όμορφη, έξυπνη, καλοσυνάτη και έτοιμη να κάνει τα πάντα γι’ αυτόν. Η Στέλλα είχε βρει έναν άντρα που της έλεγε όλα αυτά που ήθελε να ακούσει.
Πλησίαζε η εξεταστική. Ο Παύλος, ήταν στο μεταπτυχιακό, άρα και επιτηρητής σε πολλά απ’ τα μαθήματα που έδινε. Μετά το μάθημα, πήγαιναν στο ξενοδοχείο και έπαιρναν φωτιά. Όμως με τον καιρό, δεν τους έφτανε μόνο το σεξ, ήθελαν να κάνουν κι άλλα πράγματα που κάνουν τα ζευγάρια. Άρχισαν να δένονται συναισθηματικά, να εκμυστηρεύονται ο ένας στον άλλον πράγματα να στέκονται ο ένας στον άλλον στις δύσκολες στιγμές.
Τα έντονα συναισθήματα που άρχισαν να νιώθουν ο ένας για τον άλλον όμως τα συνόδευαν και οι τύψεις. Στην αρχή προσπάθησαν να τις πνίξουν. Παρ’ όλο που η Στέλλα ήταν σε πιο δύσκολη θέση, ο Παύλος ήταν αυτός που δεν άντεχε ώρες- ώρες και της έλεγε ότι σκεφτόταν να χωρίσουν. Εκείνη καθόταν σιωπηλή. Ύστερα κοίταζε τον εαυτό του στον καθρέφτη κι έλεγε:
“Πώς την πάτησες έτσι ρε μαλάκα; Σε κάνει ό,τι θέλει το μικρό!”
Και πώς να μην το κάνει ό,τι θέλει; Του έδινε τα πάντα. Ήταν ερωμένη, σύντροφος, φίλη και του είχε δώσει απίστευτη στοργή. Δεν είχε πάρει από καμία γυναίκα τέτοια στοργή, ούτε καν απ’ τη γυναίκα του.
Καμιά φορά ο Θεός όμως, επιτρέπει μέσα στην απέραντη σοφία του να συμβούν ορισμένες παραφωνίες στη μελωδία που λέγεται ζωή. Κι έτσι μια μέρα αποφάσισε να δώσει τέλος σε αυτό το θέατρο του παραλόγου, μιλώντας αυτή τη φορά στο αυτί της Στέλλας, μ’ έναν τρόπο που μόνο εκείνη θα άκουγε.
Ο Παύλος είχε πιει πολύ. Το αντιλήφθηκε με το που τον είδε. Το βλέμμα του ήταν θολωμένο. Η Στέλλα τρόμαξε.
“Τι σου συμβαίνει;”, τον ρώτησε.
“Τι να μου συμβαίνει; Δεν ξέρεις τι μου συμβαίνει; Δεν ξέρεις ότι αυτό που κάνουμε είναι το χειρότερο πράγμα στον κόσμο;”
“Το ήξερες απ’ την αρχή ότι αυτό που πάμε να κάνουμε είναι λάθος. Τι σε έπιασε τώρα;”
“Ξέρεις κάτι; Είπα στη γυναίκα μου σ’ αγαπώ”.
Η Στέλλα ένιωσε σαν να της κάρφωσες το μαχαίρι στην καρδιά.
“Κι εκείνη τι σου είπε;”, τον ρώτησε.
“Ότι θέλει πράξεις, όχι λόγια”
“Και μένα μου είπε ο άντρας μου ότι με αγαπάει χθες”
“Πολύ ωραία λοιπόν! Πάρε αποφάσεις!”
“Δηλαδή;”
“Αυτό που άκουσες. Σκέφτομαι να μείνουμε λίγες μέρες χώρια, για να δούμε αν θ’ αντέξουμε”
“Πολύ καλά, όπως αγαπάς”, είπε η Στέλλα φεύγοντας.
Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που την είδε. Δεν άντεξε να επιτρέπει στον εαυτό της να υφίσταται τέτοιο εξευτελισμό. Όχι. Δεν μπορούσε να διαλύσει τον γάμο της για έναν άνθρωπο ο οποίος της έταζε τον ουρανό με τα άστρα και ύστερα την έριχνε στα Τάρταρα.
Όταν κατάλαβε το λάθος του ο Παύλος ήταν πολύ αργά. Πίστευε ότι μπορούσε να την χειριστεί. Τα πράγματα όμως δεν εξελίχθηκαν όπως ήθελαν. Η Στέλλα ήταν ανεξάρτητη προσωπικότητα. Πόνεσε, έκλαψε, χτυπήθηκε αλλά δεν γύρισε πίσω. Αντίθετα. Γύρισε στον άντρα της. Του μίλησε μέσες άκρες, όχι με λεπτομέρειες. Εκείνος στεναχωρήθηκε πολύ, αλλά κατάλαβε το λάθος του.
“Αν θες φεύγω τώρα και θα δούμε τι θα κάνουμε με το παιδί”.
“Δεν αντέχω να σε χάσω!” της είπε κλαίγοντας
Η Στέλλα ξέσπασε σε λυγμούς. Μετάνιωσε πικρά για όλο αυτό που είχε κάνει. Αν του μιλούσε, αν επέμενε περισσότερο αν, αν αν……
“Φταίω κι εγώ καρδιά μου. Σε άφησα πολύ μόνη. Σου ζητάω συγγνώμη”.
Από τότε δεν περνούσε μέρα που να μην έκαναν πράγματα μαζί. Πήγαιναν βόλτες είτε οι δυο τους, είτε με το παιδί, συζητούσαν, καθόντουσαν αγκαλιά, όταν κοιμόταν ο μικρός και ακόμα και η ερωτική τους ζωή είχε αλλάξει προς το καλύτερο.
Κάποια στιγμή η Στέλλα ένιωσε την ανάγκη να εξομολογηθεί. Ήταν πολλά αυτά που τη βάραιναν και το πρώτο που είπε στον πάτερ ήταν:
“Πάτερ, πρέπει να παραιτηθώ απ’ τη δουλειά. Δεν μπορεί να κάνω μάθημα σε μικρά παιδιά και να κάνω αυτά τα πράγματα”
Ο πάτερ χαμογέλασε και της είπε: “Τα ξαναέκανες;”
“Όχι φυσικά! Γι’ αυτό είμαι εδώ! Και για να μην τα ξανακάνω στο μέλλον!”
“Κόρη μου, υπάρχει πολύ αμαρτία εκεί έξω. Μακάρι πολλές δασκάλες να έβρισκαν το θάρρος να κάνουν αυτό που κάνεις εσύ. Να έρθουν να τα πουν στον παπά της ενορίας!”
Μόλις της διάβασε την ευχή, η Στέλλα έφυγε γαλήνια. Έξω απ’ την εκκλησία συνάντησε ένα πρόσωπο που δεν περίμενε να συναντήσει ποτέ: Τον Άγγελο.
“Άγγελε τι κάνεις εσύ εδώ;”
“Ήρθα να πάρω τον πατέρα μου με το αυτοκίνητο, να πάμε σε μια δουλειά. Εσύ;”
“Εγώ ήρθα να εξομολογηθώ”, του είπε χαμογελώντας. “Τελικά έπρεπε να πιάσω πάτο για να ανέβω στην επιφάνεια και να καταλάβω πόσο λάθος ήμουν”.
Ο Άγγελος χαμογέλασε και της είπε: “Χαίρομαι που το κατάλαβες. Είναι δύσκολος ο δρόμος του Θεού και όλοι πέφτουμε και ξανασηκωνόμαστε και ορθοπατούμε εν Χριστώ και διά Χριστού! Όλα τα υπόλοιπα λύνονται. Αν λύσουμε τις εσωτερικές μας ανησυχίες και αγωνίες, όλα τα υπόλοιπα είναι εύκολα και λύνονται με την χάρη Του Κυρίου. Καλή δύναμη σου εύχομαι στον αγώνα σου, καλή αρχή, υπομονή, επιμονή και προσμονή! Υγιής, ειρηνική, ευτυχισμένη να είναι η οικογένειά σου!”
“Σ’ ευχαριστώ’”, του απάντησε χαμογελώντας. “Λοιπόν, πάω κι εγώ να μη σε καθυστερώ. Να είσαι πάντα καλά”.
“Κι εσύ. Θα τα πούμε”.
Καθώς χάνονταν στη γωνία του δρόμου, ο Άγγελος, χαμογέλασε. Ήξερε ότι είχε κάνει το σωστό. Ο Θεός τον επιβεβαίωσε, καθώς κατάλαβε, ότι με τη δική του απόρριψη έβαλε ένα λιθαράκι για να γυρίσει η Στέλλα στον δρόμο του Θεού.
Μαίρη
