Ο Στάθης είχε πάρει τις αποφάσεις του, θα μιλούσε στον πατέρα του έξω από τα δόντια. Δεν ήταν πια το μικρό παιδί που στεκόταν μπροστά του ακούνητο, αμίλητο και παγωμένο από τον φόβο χωρίς καν να ακούγεται η ανάσα του. Μόλις έφτασε έξω από το επιβλητικό, μοντέρνο κτίριο που στεγάζονταν τα γραφεία της εταιρείας, στην λεωφόρο Συγγρού, πάρκαρε την μηχανή του, μια Harley Davidson, πρόχειρα και μπήκε μέσα βιαστικός, σαν να ήθελε να τελειώσει τις εκκρεμότητές του στο λεπτό. Προτίμησε να ανέβει τις σκάλες μέχρι τον 6ο όροφο, εκεί που βρίσκονταν τα γραφεία του προέδρου και της διοίκησης. Δεν ήθελε να φανεί δειλός ή φοβισμένος όταν θα τον αντίκρυζε, έπρεπε να φέρει στα χείλη του τις κατάλληλες λέξεις, τις οποίες είχε προετοιμάσει εδώ και μέρες.
Ο πατέρας του, ο Σωτήρης Μαθιόπουλος, χωρίς να προέρχεται από πλούσια οικογένεια, ξεκινώντας από το μηδέν, είχε καταφέρει να δημιουργήσει έναν κολοσσό από τα θεμέλιά του. Πρωταγωνιστούσε σε κάθε μεγάλο κατασκευαστικό έργο της χώρας και αυτή η προβολή και η καταξίωσή του, ενίσχυαν το Εγώ και τα θέλω του. Η γυναίκα του, η Αρετή, στεκόταν τόσα χρόνια στο πλάι του χωρίς εγωισμό, με απλότητα, έχοντας παραμερίσει τις δικές της επιθυμίες για μία καριέρα στο θέατρο. Δεν ήταν ότι δεν τολμούσε να σηκώσει το ανάστημά της, αλλά η αγάπη της και ο θαυμασμός της για το πρόσωπό του, είχαν επισκιάσει τις κρυφές της επιθυμίες. Όταν γεννήθηκε ο Στάθης, όλοι τον μακάριζαν, γιατί η ευτυχία είχε χτυπήσει το απόρθητο τείχος της καρδιάς του και στο μικροσκοπικό αγόρι με τα μαύρα μάτια έβλεπε τον ίδιο του τον εαυτό. Θα υπήρχε μία συνέχεια στο έργο του, όταν θα πέρναγαν τα χρόνια θα είχε έναν διάδοχο να αφήσει την περιουσία για την οποία είχε κοπιάσει και κυριολεκτικά ματώσει για την δημιουργία της. Όμως ο Στάθης δεν είχε καμία επιθυμία να γίνει διευθυντής, ούτε να περνάει τις μέρες του χωμένος στα χαρτιά, χαμένος στους αριθμούς και σε οικοδομικά σχέδια, εκείνος είχε άλλα όνειρα, πιο καλλιτεχνικά, θα μπορούσε να πει κανείς πιο ρομαντικά, ήθελε να γίνει σκηνοθέτης και να ασχοληθεί με την τέχνη του κινηματογράφου.
Ευτυχώς η φυσική του κατάσταση ήταν άριστη και ανέβηκε τόσα σκαλιά σε πολύ λίγο χωρίς να λαχανιάσει. Καλημέρισε την γραμματέα του πατέρα του και άνοιξε την πόρτα χωρίς να περιμένει να τον αναγγείλουν. Ήταν μία βροχερή γκρίζα μέρα του Νοέμβρη, ο ουρανός χωρίς ίχνος ήλιου και τα σύννεφα στέκονταν απειλητικά πάνω από την πόλη.
-Μα πώς μπαίνεις έτσι; του είπε ο γκριζομάλλης άντρας που στεκόταν δίπλα στο παράθυρο σφίγγοντας τα δόντια και τα μάτια του είχαν αρχίσει ήδη να πετούν φλόγες. Ο γιος του ήταν από μικρός ατίθασος και ανυπόμονος και όσο και αν προσπάθησε να τον τιθασεύσει, δεν τα είχε καταφέρει.
-Δεν θα σε απασχολήσω πολύ, απάντησε ο Στάθης. Ξέρω πόσο πολυάσχολος είσαι για τους άλλους, εκτός από μένα. Άκου λοιπόν! Για να βάλουμε ένα τέλος στην χθεσινή μας κουβέντα, δηλαδή μόνο εσύ μίλαγες και εγώ άκουγα ως συνήθως… Σου έκανα το χατίρι και σπούδασα κάτι που δεν με εκφράζει καθόλου, δεν καθυστέρησα να πάρω το πτυχίο στα οικονομικά για το οποίο εσύ είσαι ο μόνος περήφανος. Το μόνο που εύχομαι είναι να φύγω μακριά από σένα και την καταπίεσή σου. Εξάλλου ποτέ δεν ήσουν δίπλα μου. Θα ακολουθήσω τα όνειρά μου, αυτά που προσπάθησες να θάψεις μαζί με το χαμόγελό μου. Τον άλλο μήνα φεύγω για τον Λονδίνο, βρήκα μία σχολή κινηματογράφου και σκηνοθεσίας και θα ξεκινήσω από τον καινούριο χρόνο. Την μάνα μου την χαντάκωσες, δεν θα το κάνεις αυτό και σε μένα.
-Δεν έχεις βαρεθεί αυτή την πιπίλα πια; Η μητέρα σου έκανε τις επιλογές της χωρίς να την πιέζω, ήθελε και παράτησε το θέατρο, δεν της το επέβαλα εγώ ποτέ! Και πού θα πας με το καλό; ρώτησε με την επιβλητική φωνή του. Πού θα μείνεις, πώς θα ζήσεις; Μην νομίζεις ότι εγώ θα χρηματοδοτήσω αυτήν την ανοησία! του είπε κουνώντας του το δάχτυλο.
Ο Στάθης ήταν σίγουρος ότι η συζήτηση θα έπαιρνε αυτήν την τροπή και ήταν προετοιμασμένος για τις απαντήσεις του. Χωρίς να χάσει λεπτό τον ενημέρωσε για την σχολή στο Λονδίνο, τα δίδακτρα, το σπίτι που θα τον φιλοξενούσε. Τα είχε όλα ετοιμάσει και έτσι παρουσίασε τα γεγονότα τελειωμένα. Σε αυτό είχε να μοιάσει στον πατέρα του.
-Εγώ δεν συμμετέχω σε όλο αυτό, τελεία και παύλα! Κάνε ό,τι θες! Αφού δεν καταλαβαίνεις ποιο είναι το συμφέρον σου, δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο. Να ξέρεις μόνο ότι αν φύγεις από αυτό το δωμάτιο, δεν υπάρχει γυρισμός. βαριές κουβέντες βγήκαν από το στόμα του ψηλού, γκριζομάλλη άντρα και τις εννοούσε πραγματικά. Δεν θα είσαι πια για μένα ο γιος μου, για αυτό ξανασκέψου τι πας να κάνεις!
Ο Στάθης κοίταξε τον πατέρα του στα μάτια, έσφιξε τα χέρια του και χωρίς να πει πολλά γύρισε την πλάτη του, άνοιξε την πόρτα και βγαίνοντας μόνο σιγοψιθύρισε την λέξη λυπάμαι. Ο Σωτήρης γέμισε ένα ποτήρι με λίγο ουίσκι, κάθισε στην πολυθρόνα του και κοιτάζοντας την οικογενειακή φωτογραφία με τους τρεις τους που βρισκόταν στο γραφείο του, κούνησε το κεφάλι, έσφιξε τα χείλη και αφού κατέβασε μονορούφι το ποτό, φώναξε δυνατά… Τον ηλίθιο!
Ο νεαρός κατέβηκε τις σκάλες τόσο γρήγορα σαν να πετούσε, καβάλησε την μηχανή χωρίς να βάλει το κράνος του και πριν ξεκινήσει έριξε μια τελευταία ματιά στο κτίριο, στον τελευταίο όροφο, εκεί που ήταν το γραφείο του πατέρα του, ελπίζοντας να τον δει να στέκεται εκεί στο παράθυρο. Απογοήτευση και πάλι! Έβαλε μπρος και κατευθύνθηκε στην παραλιακή, στο ρεύμα προς Γλυφάδα. Εκείνη την στιγμή άνοιξαν οι ουρανοί και άρχισε να βρέχει δυνατά, εκείνος όμως δεν σταμάτησε πουθενά, συνέχισε σαν να ήθελε να διώξει από πάνω του την παλιά, τοξική ζωή δίπλα στον πατέρα του.
Ούτε που κατάλαβε πώς έφτασε μέχρι τα λιμανάκια της Βουλιαγμένης και σε μία στροφή, ένα λευκό αυτοκίνητο από το απέναντι ρεύμα, χάνοντας τον έλεγχο, έπεσε πάνω του. Η σύγκρουση σφοδρή, η μηχανή πέφτοντας κάτω καταπλάκωσε τον Στάθη, ενώ το άλλο αυτοκίνητο συνέχισε την τρελή πορεία του προς το γκρεμό. Όταν έφτασε η τροχαία, το μόνο που αντίκρυσε, ήταν μία μάζα από λαμαρίνες κάτω στα βράχια, ενώ ο νεαρός ήταν καταπλακωμένος από την μηχανή του. Όταν ανασύρθηκε το αμάξι, ο οδηγός, ένας άντρας γύρω στα πενήντα, ήταν ήδη νεκρός, ενώ ο Στάθης είχε ακόμη τις αισθήσεις του.
Η μοίρα τελικά έπαιξε ένα σκληρό παιχνίδι για την οικογένεια του Σωτήρη Μαθιόπουλου, που στο άκουσμα του ατυχήματος, αυτομάτως η πρωινή σκηνή του καυγά με τον γιο του ήρθε μπροστά στα μάτια του και δάκρυα γέμισαν τα μάτια του.
Στο νοσοκομείο οι γιατροί έκαναν ό,τι μπορούσαν για να τον σώσουν. Δυστυχώς όμως ο νεαρός άντρας έχασε το δεξί του χέρι και το αριστερό του πόδι, δεν θα επανερχόταν πια στην άριστη φυσική κατάστασή του. Πώς να το δεχτεί η ψυχή ενός όμορφου, πανύψηλου και γεροδεμένου νέου, ότι πια δεν θα ήταν όπως πριν; Ο πόνος, η αγωνία, ο θυμός, η απελπισία, ήταν μερικά από τα συναισθήματα που κυρίεψαν την ψυχή του και μέχρι να βγει από το νοσοκομείο δεν ήθελε να δει κανέναν.
Αφού πέρασε δύο μήνες σε ένα κέντρο αποκατάστασης, αποφάσισε να αποσυρθεί από τον κόσμο και την οικογένειά του, μέχρι να δεχτεί τον καινούριο του εαυτό. Ένας φίλος του παραχώρησε το εξοχικό του σπίτι στην Αίγινα, σε ένα παραθαλάσσιο χωριό και εκεί θα έβρισκε το καταφύγιό του για τα επόμενα χρόνια. Μόνο που η ζωή έπαιζε τα δικά της παιχνίδια.
Συνεχίζεται…
Δήμητρα Καμπόλη

One response to “Το ψωμί (Α’ ΜΕΡΟΣ)”
[…] Προηγούμενο […]