«Πόσο εύκολα θα μπορούσες να με ερωτευτείς;»
«Τι ερώτηση είναι αυτή τώρα;»
«Εσύ δεν είχες πει κάποτε πως θα μπορούσες πολύ εύκολα να με ερωτευτείς;»
«Ναι, η αλήθεια είναι πως το είχα πει!»
«Ωραία! Και εγώ ρωτάω ‘πόσο εύκολα θα μπορούσες να με ερωτευτείς;’».
Η Νάσια δεν απάντησε αμέσως… Ήθελε λίγο χρόνο να επεξεργαστεί τόσο την ερώτηση, όσο και την απάντηση. Δεν ήταν εύκολο να τον έχει μπροστά της και να πρέπει να απαντήσει τεκμηριωμένα και με επιχειρήματα σε αυτή την ερώτηση. Γιατί αυτό έπρεπε να κάνει. Εκείνος δεν θα δεχόταν ποτέ μια πρόχειρη απάντηση. Ποτέ! Τον ήξερε πολύ καλά για κάνει ένα τέτοιο λάθος!
Ήταν πρόθυμη όμως να το δοκιμάσει… «Για να είμαι ειλικρινής, αρκετά εύκολα!».
Τον ένιωσε να αναδεύεται στη θέση του και να ξεφυσάει. Η απάντησή της τον εκνεύρισε, μα δεν το έδειξε. «Θες να γίνεις λίγο πιο συγκεκριμένη;», κατάφερε να ξεστομίσει δίχως να την κοιτάει και η Νάσια έμεινε να χαζεύει το ταβάνι.
Ήθελε να γίνει λίγο πιο συγκεκριμένη όμως; Ήθελε να παίξει τη ζωή της κορόνα γράμματα; Δεν μπορούσε να του πει ψέματα. Δεν μπορούσε και δεν ήθελε να τον κοροϊδέψει και εκείνος από την άλλη δεν θα την άφηνε ήσυχη αν δεν του έδινε μια ικανοποιητική απάντηση…
«Μπορείς να μου πεις, ρε Τάσο, πώς σου ήρθε τώρα αυτό;»
«Δεν έχει καμία σημασία πώς μου ήρθε! Σημασία έχει μόνο η απάντησή σου, η οποία οφείλει να είναι δομημένη και με επιχειρήματα. Το ξέρεις αυτό, Νάσια!»
«Ναι! Το ξέρω!»
Σηκώθηκε από τον καναπέ και άρπαξε την κούπα της από το τραπεζάκι. Χρειαζόταν οπωσδήποτε λίγη καφεΐνη, ώστε να βάλει τις σκέψεις της σε σειρά και να δώσει την απάντησή της. Έπρεπε να είναι διπλωματική. Θα έπρεπε να δώσει μια ολοκληρωμένη απάντηση, η οποία όμως δεν θα άφηνε χώρο για ερωτήσεις.
«Θες καφέ;»
«Ο καφές είναι για εσάς τους ψυχάκηδες! Δεν θα έλεγα όχι όμως σε ένα refill παγωμένο τσάι!»
Η μονόπολη μπροστά τους περίμενε στωικά να ολοκληρωθεί, αλλά όπως πήγαινε η φάση, θα έμενε εκεί για ώρες. Δεν υπήρχε περίπτωση να χωριστούν αν η απάντηση της Νάσιας δεν τον ικανοποιούσε. Θα έμεναν μαζί μέχρι να ολοκληρωθεί αυτή η φάση!
Έτσι ήταν η σχέση τους. Ένα μόνιμο παιχνίδι ερωτήσεων και απαντήσεων. Κάπου ενδιάμεσα τρύπωνε μια μονόπολη ή καμιά σειρά που ήταν η αγαπημένη τους συνήθεια. Δεν ήταν ζευγάρι! Απαπαπα! Ποτέ! Ήταν φίλοι και μάλιστα πολύ καλοί. Γνωρίστηκαν από σπόντα σε μια εκδρομή σε ένα βουνό. Εκείνη είχε πάει ταξίδι αναψυχής και εκείνος ταξίδι διαφυγής. Κόλλησαν αμέσως και η πρώτη εκείνη συζήτηση κράτησε 12 ώρες σερί. Καθισμένοι σε δύο ξύλινες πολυθρόνες, με άφθονο καφέ για εκείνη, τσάι για εκείνον και μπισκότα για τους δυο τους, έχασαν τον χρόνο. Και αμέσως κόλλησαν.
Οι ζωές τους, αν και πολύ διαφορετικές, κινούνταν πάντα παράλληλα. Πάντα είχαν χρόνο ο ένας για τον άλλον. Πάντα έτρεχε ο ένας για τον άλλον. Πάντα γίνονταν αντικείμενο σχολιασμού λόγω της σχέσης τους, μα ποτέ δεν είχαν ξεπεραστεί τα φιλικά τα όρια. Ποτέ! Ούτε καν όταν τους έπαιρνε ο ύπνος στο ίδιο κρεβάτι μετά από πολλά συνεχόμενα επεισόδια σειράς.
Σε ένα από εκείνα τα βράδια, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, η Νάσια του είπε αυτές τις λεξούλες που τη στοιχειώνουν ακόμα… «Θα μπορούσα πολύ εύκολα να σε ερωτευτώ!».
Και κοιμήθηκε… Τις είπε, τον αγκάλιασε σφιχτά και κοιμήθηκε. Από τότε, είχε περάσει ένας ολόκληρος χρόνος και να που ήρθε η ώρα να το συζητήσουν…
«Τάσο;»
«Παρακαλώ!»
«Πόσο χρόνο έχω για να απαντήσω;»
«Ξέρεις πολύ καλά πως δεν θα φύγω από το σπίτι σου αν δεν πάρω μια ικανοποιητική απάντηση. Οπότε χαλάρωσε, δόμησε την απάντησή σου και μην ασχολείσαι μαζί μου. Ξέρω πού είναι τα πάντα μέσα σε αυτό το σπίτι και αν χρειαστεί να κοιμηθώ, θα την πέσω εδώ στον καναπέ!»
«Δεν φοβάσαι;»
«Τι να φοβάμαι;»
«Την απάντηση!»
«Είναι απλώς μια ακόμη ερώτηση, Νάσια! Απλώς μια ερώτηση από τις πολλές!».
Σηκώθηκε και εκείνος από τον καναπέ, την πλησίασε, τη φίλησε στο μέτωπο και εξαφανίστηκε από μπροστά της ώστε να την αφήσει στην ησυχία της. Πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό της και έκλεισε την πόρτα. Ο Τάσος ήξερε πως όταν η Νάσια ήταν έτοιμη, θα τον έβρισκε εκείνη…
*****
«Πόσο εύκολα θα μπορούσες να με ερωτευτείς;»
‘Πόσο εύκολα θα μπορούσα να σε ερωτευτώ;’, σκεφτόταν η Νάσια ξαπλωμένη στον καναπέ κοιτώντας το ταβάνι, ενώ ο Τάσος βρισκόταν στο δωμάτιό της κλεισμένος. Και μόνο η παρουσία του στο σπίτι, την άγχωνε. Δεν ήταν μια απλή ερώτηση αυτή. Αυτή ήταν “Η” ερώτηση. Θα έπρεπε να του ανοίξει την καρδιά της. Να του μιλήσει για όλα όσα σκεφτόταν… Ένιωθε… Ονειρευόταν…
Φοβόταν! Αυτό συνέβαινε… Φοβόταν!
Φοβόταν πως αν απαντούσε δομημένα και τεκμηριωμένα σε αυτή την ερώτηση, θα τον έχανε! Δεν είναι εύκολο να λες στον άλλον πόσο εύκολα θα μπορούσες να τον ερωτευτείς. Θα διαλυθεί μια φιλία. Θα καταστραφούν δύο άνθρωποι. Δεν είναι ερώτηση παιχνιδιού αυτή… Δεν είναι η ζωή τους παιχνίδι.
Θα του το έλεγε… Θα του έλεγε πως δεν πρόκειται να την απαντήσει αυτή την ερώτηση. Είναι πολύ προσωπική. Μετά θα την έβριζε, θα τον έβριζε και εκείνη. Θα φώναζαν και οι δύο και στο τέλος με κλάματα θα αγκαλιάζονταν σφιχτά και θα συνέχιζαν τα σχέδιά τους. Όπως ακριβώς συνέβαινε στον μικρόκοσμό τους.
«Τέλειο πλάνο! Πάω να του το πω!».
Πετάχτηκε αστραπιαία από τον καναπέ και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο. Έβαλε το αυτί της στην πόρτα. Ησυχία! Πολύ προσεκτικά κατέβασε το χερούλι και έσπρωξε με το σώμα της την άσπρη, ξύλινη πόρτα. Ο Τάσος, ημίγυμνος, κοιμόταν του καλού καιρού πάνω στο ξέστρωτο κρεβάτι της. Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα έμπαινε ένα απαλό αεράκι και όλο το δωμάτιο είχε μια ροζ απόχρωση λόγω της δύσης του ήλιου.
Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, μα έτριξε το παρκέ και εκείνος κουνήθηκε πάνω στο στρώμα. Η Νάσια, πολύ προσεκτικά, πήγε στην ντουλάπα, πήρε ένα σεντόνι και τον σκέπασε. Τράβηξε λιγάκι τις κουρτίνες, ώστε να ροζίσει λίγο περισσότερο το δωμάτιο και στήριξε το σώμα της στην κάσα του παραθύρου χαζεύοντας πότε τον ουρανό και πότε εκείνον που κοιμόταν και ο πορτοκαλί ήλιος έλουζε με χρώμα τα μαλλιά του.
«Έλα κοντά μου!».
Τρεις λέξεις! Υπεραρκετές για αυτούς τους δύο ανθρώπους. Τόσες χρειάζονταν…
Η Νάσια υπάκουσε και πήγε στο κρεβάτι. Έκατσε δίπλα του συνεχίζοντας να χαζεύει τον ουρανό και εκείνος ξάπλωσε στα πόδια της αγκαλιάζοντάς τα σφιχτά. Η Νάσια άρχισε να του χαϊδεύει τα μαλλιά και σε κάθε άγγιγμά της τον ένιωθε να ανατριχιάζει. Δειλά-δειλά, κατέβαζε το χέρι της στην γυμνή του πλάτη και εκείνος βαριανάσαινε από απόλαυση.
«Έχω απάντηση;», τη ρώτησε, ενώ και οι δύο κοιτούσαν τον ουρανό.
«Τάσο… Α, ρε Τάσο… Δεν ξέρω αν μπορώ να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Είναι πολύ προσωπική και δεν είναι παιχνίδι!»
«Μα το ξέρω ότι δεν είναι παιχνίδι. Έναν ολόκληρο χρόνο σκέφτομαι πώς θα σε ρωτήσω χωρίς να σε τρομάξω ή να φοβηθούμε μην καταστραφούν όλα, αλλά δεν βρήκα κάτι καλύτερο. Συγγνώμη, Νασάκι μου! Η περιέργειά μου φταίει για όλα! Συγγνώμη!»
«Εγώ θα έπρεπε να ζητάω συγγνώμη Τάσο μου, που ξεστόμισα αυτές τις λέξεις τότε!»
«Ήταν οι πιο σωστές λέξεις, την πιο σωστή στιγμή, μα ήταν λίγες! Για αυτό σε ρώτησα! Θέλω να μάθω τι σημαίνουν!»
Το μυαλό και η καρδιά της Νάσιας δούλευαν με αστραπιαία ταχύτητα. Ο Τάσος δεν έπαιζε. Ήταν η πρώτη φορά που όντως ρωτούσε για να μάθει. Ένας χρόνος! Το θυμόταν… Αυτό σημαίνει ότι το σκεφτόταν και αυτός. Άρα, ήταν και αυτός στην ίδια κατάσταση με εκείνη. Φοβισμένος. Άλλα γιατί; Εκείνος γιατί να φοβάται; Εκείνος γιατί να τρομάξει; Γιατί να..
«Ξέρω πως αυτή τη στιγμή σκέφτεσαι! Και όχι μόνο σκέφτεσαι, αλλά βαθιά μέσα σου ξέρεις τις απαντήσεις… Θες να αλλάξουμε μόνο για αυτή την ερώτηση τους κανόνες του παιχνιδιού μας; Μόνο για αυτή την ερώτηση, Νάσια! Μην πάρουν τα μυαλά σου αέρα!»
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή θα απαντήσω και εγώ στην ίδια ερώτηση!»
«Πόσο εύκολα θα μπορούσες να ερωτευτείς τον εαυτό σου; Άσε με μωρέ Τάσο που με κοροϊδεύεις!»
«Όχι, Νάσια! Πόσο εύκολα θα μπορούσα να ερωτευτώ εσένα!».
Σιωπή…
«Πόσο εύκολα θα μπορούσες να ερωτευτείς εμένα; Εσύ; Εμένα; Εσύ; Εμένα;»
Ο Τάσος σηκώθηκε από τα πόδια της, έκατσε οκλαδόν δίπλα της και της έπιασε τα χέρια. Το ημίγυμνο κορμί του σκούραινε καθώς ο ήλιος χανόταν στον ορίζοντα και σιγά σιγά το δωμάτιο γέμιζε σκοτάδι. Μόνο από τις λάμπες του δρόμου έμπαινε στα κλεφτά λίγο φως.
«Ναι, Νάσια μου! Θα μπορούσα πολύ εύκολα να ερωτευτώ εγώ, ο Τάσος, εσένα, τη Νάσια! Πάρα πολύ εύκολα!».
Η Νάσια τον κοιτούσε στα χαμένα! «Ο-ο-ο-ο-ο-οπότε, τι προτείνεις να κάνουμε;»
«Θα απαντήσουμε και οι δύο στην ίδια ερώτηση. Εδώ. Τώρα. Όπως είμαστε! Σε αυτό το ξέστρωτο κρεβάτι. Εγώ και εσύ! Και για να μην αγχωθείς άλλο και μου πάθεις τίποτα, θα ξεκινήσω εγώ! Τι λες;»
Εκείνη κούνησε απλά καταφατικά το κεφάλι και τον παρατηρούσε που ήρθε πιο κοντά της. Της έπιασε το πηγούνι και την ανάγκασε να τον κοιτάει στα μάτια όση ώρα θα της μιλούσε. Τον χάζευε ξανά. Εκείνον. Χωρίς μπλούζα δίπλα της. Ένα θέαμα που είχε συνηθίσει, όμως ένιωθε πως εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ήταν κάτι που αντίκριζε πρώτη φορά.
Ο Τάσος πήρε μια ανάσα και ξεκίνησε…
«Θα μπορούσα πάρα πολύ εύκολα να σε ερωτευτώ γιατί…». Ένα δάχτυλο του έκλεισε το στόμα. Το δάχτυλο της Νάσιας. Ο Τάσος την κοίταξε με απορία. Εκείνη πήρε μια ανάσα και ξεκίνησε να μιλάει…
«Γιατί λατρεύω αυτά τα μαύρα μάτια σου που με κοιτάνε με απεριόριστη αγάπη κάθε φορά που σου μιλάω, ασχέτως αν συμπεριφέρομαι τρέλα, σοβαρά, σε εκνευρίζω ή κλαίω! Γιατί μόνο εσύ με κάνεις να γελάω, να θυμώνω και να κλαίω με αστραπιαία ταχύτητα! Γιατί με γουστάρεις για αυτό που είμαι. Όπως και αν είμαι! Γιατί αγαπάω να σε ακούω να τραγουδάς όταν κάνεις μπάνιο! Γιατί τρελαίνομαι όταν βλέπουμε μια ταινία και ξέρεις απ’ έξω τα λόγια! Γιατί μου κάνεις όλα τα χατίρια κι ας λες ότι είμαι μια κακομαθημένη πριγκίπισσα! Γιατί ξέρεις ότι στα δύσκολα θέλω τον χρόνο μου να σκεφτώ, στα ζόρια που κλαίω θα είσαι εκεί να μου δώσεις τα χαρτομάντηλα, στις χαρές θα μου κρατάς το χέρι σφιχτά! Γιατί είσαι πάντα εδώ… Μπορεί να μην το παραδέχομαι στο εαυτό μου ή να θυμώνω όταν είσαι πάντα εδώ, αλλά όταν είσαι εδώ νιώθω πως ζω! Και επίσης γιατί σ’ αγαπάω! Α! Και επειδή είσαι απίστευτα σέξι και ξενέρωτος ταυτόχρονα και επειδή είμαστε φίλοι… Τόσο απλά και τόσο εύκολα!».
Η Νάσια ξεφύσηξε και τίναξε τα χέρια της να φύγει το άγχος. Έτριψε λίγο τον αυχένα της να χαλαρώσει και τον κοίταξε στα μάτια.
«Ικανοποιητική απάντηση;», ρώτησε και κατέβασε το κεφάλι.
«Θα τη δεχτώ προς το παρόν, γιατί οφείλω να απαντήσω και εγώ! Θέλω όμως να με κοιτάς, Νάσια!» και την ξαναέπιασε από το πηγούνι σηκώνοντας της το κεφάλι.
«Θέλω να ξέρεις πως εγώ θα μπορούσα πάρα πολύ εύκολα να σε ερωτευτώ για τέσσερις λόγους! Πρώτος, γιατί είσαι η καλύτερή μου φίλη και είμαι σίγουρος ότι δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς εσένα. Το βλέπεις… Είμαι ένα κινούμενο αντικείμενο. Μόνο εδώ μαζί σου νιώθω ασφαλής. Μόνο μαζί σου νιώθω χαρούμενος και ελεύθερος. Εσύ είσαι το σπίτι μου και το εννοώ!».
«Ο δεύτερος λόγος;»
«Ο δεύτερος λόγος είναι γιατί με αγαπάς για αυτό που είμαι. Με αγαπάς όταν είμαι σκ@τάνθρωπος κι όταν είμαι φυσιολογικός. Όταν έχω νεύρα, όταν θέλω να απομονωθώ, όταν θέλω να κλάψω. Με αγαπάς όταν είμαι αδύναμος και ευάλωτος και όταν νιώθω πως μπορώ να κατακτήσω τον κόσμο. Με αγαπάς και το ξέρω!»
«Ναι! Σ’ αγαπάω πολύ, Τάσο! Αυτό το ξέρουν όλοι! Ο τρίτος λόγος;»
«Ο τρίτος λόγος είναι επειδή φιλάς ωραία! Βασικά, ΜΕ φιλάς σκέτο!»
«Τι λες μωρέ βλάκα;», τον σκούντηξε η Νάσια και άρχισε να γελάει, μα με μαεστρία ο Τάσος την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε με πάθος.
Την έσφιξε πάνω στο κορμί του, ενώ τα χέρια του πέρασαν μέσα από τα μαλλιά της και τα δικά της χέρια άγγιζαν το γυμνό του στέρνο δημιουργώντας του ανατριχίλα μα και πόθο για τη γυναίκα που είχε στην αγκαλιά του.
Η Νάσια ξεκόλλησε τα χείλη της από τα δικά του και τον ρώτησε ξέπνοα…
«Και ο τέταρτος λόγος;»
«Ο τέταρτος λόγος, μωρό μου, που θα μπορούσα πολύ εύκολα να σε ερωτευτώ, είναι επειδή είμαι ήδη πολύ ερωτευμένος μαζί σου!»
«Είμαστε φίλοι, Τάσο! Αυτό θα μπερδέψει τα πράγματα!»
«Τίποτα δεν θα μπερδέψει! Εγώ και εσύ είμαστε πλασμένοι να είμαστε μαζί. Έχεις καμία αμφιβολία για αυτό;», τη ρώτησε και τη φίλησε ξανά.
«Καμία απολύτως! Αλλά τις απορίες σου σχετικά με την απάντησή μου, πότε θα τις λύσουμε;»
«Θες τώρα, Νάσια;»
«Όχι! Έχουμε χρόνο!»
«Ακριβώς! Έχουμε χρόνο!», της είπε και τη φίλησε ξανά μέσα σε εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο.
Κατερίνα Μοχράνη
