Ένα πρωινό που έπιναν τον καφέ τους κάτω από τα αλμυρίκια, η Νάντια τον ρώτησε με διακριτικό τρόπο πώς έγινε το ατύχημα και έχασε το χέρι του. Εκείνος ύστερα από τόσο καιρό της εκμυστηρεύτηκε την οικογενειακή του κατάσταση, την σχέση του κυρίως με τον πατέρα του και πώς έγιναν τα γεγονότα εκείνη την μοιραία βροχερή μέρα του Νοεμβρίου πριν 2 χρόνια.
-Έφυγα από το γραφείο του θυμωμένος και αποφασισμένος να ζήσω όπως ήθελα εγώ, μακριά από τον δυνάστη πατέρα. Όμως ο θυμός μου με τύφλωσε και δεν προστάτευσα τον εαυτό μου, η βροχή χαστούκιζε το πρόσωπό μου τόσο δυνατά κι εγώ ανέπτυξα μεγάλη ταχύτητα με την μηχανή μου και σε ένα σημείο εκεί στα λιμανάκια της Βουλιαγμένης, ήρθε ένα αυτοκίνητο από το πουθενά, έπεσε πάνω μου, με έριξε κάτω και σύρθηκα με την μηχανή. Το άλλο αμάξι έπεσε στον γκρεμό και ο οδηγός του πέθανε ακαριαία. Θυμάμαι να ξυπνάω στο νοσοκομείο με αφόρητους πόνους και να μην νιώθω το πόδι μου. Αυτό ήταν για μένα το τέλος της ζωής που ήθελα να ρουφήξω μέχρι το μεδούλι…
Η Νάντια πάγωσε με όλα αυτά. Δεν μπορούσε να είναι τέτοια σύμπτωση. Ξεροκατάπιε και με σιγανή τρεμάμενη φωνή τον ρώτησε:
-Μήπως θυμάσαι το όνομα του άλλου οδηγού;
-Ναι, το θυμάμαι γιατί ήταν περίεργο και ασυνήθιστο, Δαμιανό τον έλεγαν. Επίθετο δεν συγκράτησα.
Τα μάτια της κοπέλας γέμισαν με δάκρυα, γύρισε το κεφάλι προς την θάλασσα και τον ρώτησε ψελλίζοντας…
-Ξέρεις ποιος είναι αυτός που σε χτύπησε; Ο πατέρας μου ήταν, για την ακρίβεια ο θετός μου πατέρας.
Ο Στάθης δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, να σηκωθεί να φύγει, να την χτυπήσει, να ουρλιάξει δυνατά;
-Δεν ξέρω τι να πω… μένω άφωνος.
Η Νάντια σκούπισε τα μάτια της, έβαλε το χέρι του μέσα στα δικά της, τον κοίταξε κατάματα και του είπε:
-Θα σου πω μία ιστορία και όταν τελειώσω την αφήγησή μου θα σε αφήσω να σκεφτείς αν θες να συνεχίσουμε να κάνουμε παρέα ή όχι…
Και σιγά σιγά του εξιστόρησε την δική της ζωή, από την ημέρα που γεννήθηκε μέχρι εκείνη την στιγμή της αποκάλυψης. Όσο μίλαγε τόσο ένιωθε ένα σφίξιμο στην καρδιά της και τα χέρια της είχαν ιδρώσει. Ο Στάθης δεν πίστευε στα αυτιά του, τελικά υπάρχουν και άλλες πονεμένες ψυχές και εκείνος που νόμιζε ότι ήταν ο μόνος δυστυχισμένος στον κόσμο! Μέσα σε λίγη ώρα αναθεώρησε την άποψή του για την ζωή, για τους ανθρώπους, για τον πατέρα του. Είχαν ομοιότητες οι ζωές τους, στο πρόσωπο της Νάντιας έβλεπε το δικό του, ήταν ο καθρέπτης της δικής του ψυχής και όσο μιλούσε εκείνη, τόσο περισσότερο την πονούσε και την ένιωθε. Στο τέλος, όταν εκείνη σταμάτησε να μιλάει, έβαλε το πρόσωπό της στο στέρνο του και μετά την φίλησε απαλά στο στόμα. Πριν λίγους μήνες ήθελε να πεθάνει, ποτέ δεν είχε σκεφτεί πως η ζωή συνεχίζεται και τώρα που βρέθηκε αυτή η κοπέλα στον δρόμο του, με τον ίδιο πόνο σαν τον δικό του, ο ήλιος έμοιαζε λαμπερός ξανά, το μέλλον του ανήκε κι ας ήταν ανάπηρος. Τι σημασία έχει η ομορφιά αν δεν την κουβαλάς μέσα σου…
– Σ’ αγαπώ, της είπε τρυφερά στο αυτί. Νομίζω σε αγάπησα από την πρώτη στιγμή που σε είδα όταν κατέβαινες τον δρόμο σιγοτραγουδώντας . Σε παρακολουθούσα πίσω από τις κουρτίνες καιρό πριν και διέκρινα το σκυθρωπό πρόσωπό σου, αλλά αυτά τα μάτια σου τα μελαγχολικά με αιχμαλώτισαν χωρίς να ξέρω το γιατί.
Η Νάντια άρχισε να κλαίει με λυγμούς, επιτέλους έναν άνθρωπος την αγκάλιαζε χωρίς να ζητάει κάτι από αυτήν, ανακούφιση, αγαλλίαση, λύτρωση. Η αγάπη τελικά τα νικάει όλα! Τι κι αν δεν είναι αρτιμελής και τα δύο του χέρια να μην είχε, πάλι θα τον αγάπαγε!
-Κι εγώ σ’ αγαπώ, του απάντησε με την γλυκιά φωνή της. Ένιωθα το βλέμμα σου να με παρακολουθεί τόσο καιρό και όταν εισέβαλε ο σκύλος μου στον κήπο σου χάρηκα, γιατί έτσι θα μου δινόταν η ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά τον περίεργο τύπο για τον οποίο μιλούσε όλο το χωριό! Πάμε μέσα γιατί έπιασε ψύχρα, να φάμε και κάτι; Έχω φτιάξει ένα ψωμί υπέροχο. Θα τηγανίσουμε και αυγά της γειτόνισσας, σαλατούλα και θα πιούμε και μια μπυρίτσα, τι λες; του πρότεινε η Νάντια.
Από εκείνη την ημέρα ο Στάθης είχε γίνει η σκιά της, την ώρα που εκείνη ζύμωνε το ψωμί την έβγαζε βίντεο με την μικρή κινηματογραφική του μηχανή. Σιγά σιγά είχε βρει τον εαυτό του και η Νάντια ήταν η μούσα του, η γυναίκα που του είχε ξεκλειδώσει τα συναισθήματα τα καλλιτεχνικά που είχαν κρυφτεί βαθιά, το πρόσωπο που πρωταγωνιστούσε σε όλες τις ιστορίες του.
Ήταν η δεύτερη μέρα μετά το Πάσχα, οι μαργαρίτες είχαν γεμίσει με το κίτρινο χαλί τους τον κήπο, μόλις είχαν τελειώσει το φαγητό τους και τότε χτύπησε το κινητό του Στάθη. Στην άλλη γραμμή ήταν ο πατέρας του, η φωνή του τρυφερή, δεν έμοιαζε σε τίποτα την παλιά βροντερή και γεμάτη θυμό.
-Χριστός Ανέστη γιέ μου, του ευχήθηκε
-Αληθώς ο Κύριος, απάντησε και συνέχισε. Σας περιμένω με την μαμά με την πρώτη ευκαιρία, να τα πούμε.
-Σίγουρα, θα έρθουμε σύντομα, σε πεθύμησα γιε μου! και έκλεισε το τηλέφωνο μην πιστεύοντας στα αυτιά του για τον τρόπο που του μίλησε. Τόσους μήνες προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί του χωρίς επιτυχία και να που ο Θεός άκουσε τις προσευχές του και του έκανε το χατίρι, να του δώσει τον γιο του πίσω.
Η Νάντια τον αγκάλιασε, λέγοντάς του, “έκανες το σωστό αγάπη μου! Έλα, πάμε να πιούμε το καφεδάκι μας έξω στην βεράντα”. Γύρισε το κεφάλι και κοίταξε την κουζίνα της, ενώ στο τραπέζι είχαν μείνει τα άδεια πιάτα με μία μπουκιά ψωμί στη μέση, να της θυμίζει τον αγώνα της επιβίωσης, την μαγεία της δημιουργίας με τα πιο απλά υλικά, νερό και αλεύρι και την ωραιότητα της ζωής και αυτή με τα πιο απλά συστατικά, Αγάπη και Ελπίδα!
Δήμητρα Καμπόλη
ΤΕΛΟΣ
