“Ρε, ήρθαν τα δίδυμα! Δεν το πιστεύω ότι τα καταφέρατε! Ελάτε, ελάτε!” , φώναξε με χαρά ο Κωνσταντίνος, ο ‘συνδετικός κρίκος’ της παρέας και όλοι γύρισαν προς το μέρος τους
“Την προσοχή σας παρακαλώ, να σας συστήσω τα καλύτερα παιδιά, ο Χρήστος και ο Νίκος!”
Ο Κωνσταντίνος ήταν ο μεγαλύτερος της παρέας και ο μόνιμος κάτοικος του νησιού, οπότε ήταν λογικό που τους γνώριζε όλους και χάρη σε αυτόν, 20 άτομα κάθε ηλικίας, έγιναν παρέα. Κάθε χρόνο ανυπομονούσαν όλοι για τον Αύγουστο, ώστε να βρεθούν και να ζήσουν ακόμα ένα ξέγνοιαστο καλοκαίρι, με τη θάλασσα και τη βραδινή φωτιά στη παραλία να τους ‘δένουν’ σε κάθε ετήσια συνάντηση όλο και πιο πολύ! Ήταν πραγματικά απίστευτο πώς τόσοι άνθρωποι συνυπήρχαν αρμονικά για έναν ολόκληρο μήνα! Αλήθεια, δεν είχαν τσακωθεί ποτέ!
Και φέτος, για πρώτη φορά από τότε που συστάθηκε η παρέα, ήρθαν άλλοι δύο και όλοι τους καλοδέχτηκαν! Δεν ήταν δυνατόν, εδώ που τα λέμε, να γίνει κι αλλιώς. Ήταν τόση η χαρά στα μάτια και τη φωνή του Κωνσταντίνου μόλις είδε τα δύο αγόρια, που όλοι ένιωσαν αυτόματα τα ίδια συναισθήματα και έσπευσαν να αλληλοσυστηθούν.
Τελευταίες έμειναν η Χριστίνα με την Αλίκη και αφού γνωρίστηκαν πια όλοι τους και ο Κωνσταντίνος ήδη είχε πιάσει τη κιθάρα και έπαιζε κάποιο από τα κλασσικά έντεχνα, ίσως λόγω αμηχανίας και πιθανόν αδυναμίας των διδύμων να θυμούνται και τα 20 άτομα και ονόματα, έκατσαν δίπλα στις κοπέλες.
Η Αλίκη ήταν πολύ κοινωνική από φυσικού της, σε αντίθεση με τη Χριστίνα που ήταν πιο ντροπαλή και απόμακρη κι έτσι δεν δίστασε λεπτό να πιάσει κουβέντα.
– Μην κάθεστε στην άμμο και λερώνεστε. Ελάτε, καθίστε μαζί μας στη ψάθα!
Τα δύο αγόρια κοιτάχτηκαν και αφού ενέκριναν την πρόταση με τα μάτια, με μια κίνηση βρέθηκαν πάνω στην ψάθα.
– Εσύ είσαι ο Χρήστος σωστά; ρώτησε η Αλίκη και τα δύο αγόρια την κοίταξαν με γουρλωμένα μάτια. Αποκλείεται να μην είσαι εσύ ο Χρήστος!, επέμεινε και ακούμπησε στον ώμο το αγόρι που ήταν δίπλα της.
– Είσαι ο μόνος άνθρωπος, πέρα από γονείς, αδέρφια και πολύ κοντινούς ανθρώπους, που μας ξεχωρίζει με μια ματιά! Πώς είναι δυνατόν;, την ρώτησε ο Χρήστος με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη.
– Ναι καλά! Αφού τα δικά σου μάτια είναι ανοιχτό καφέ και του αδερφού σου σκούρο, το δικό σου πρόσωπο ελάχιστα πιο στρογγυλό προς τα κάτω, το πλαστικό στα σιδεράκια σου λευκό και του αδερφού σου διάφανο, το δικό σου ύφος πιο γλυκό, του αδερφού σου πιο αυστηρό, για να μην μιλήσω για το άρωμά σου που είναι το αγαπημένο μου! Περγαμόντο και τζίντζερ!
Τα αγόρια έμειναν άναυδα.
– Λοιπόν, ή σου έχει μιλήσει ο Κωνσταντίνος για εμάς ή όντως είσαι τόσο παρατηρητική! Μιας και άφησε για λίγο την κιθάρα πάω να μάθω τα νέα του και να εξιχνιάσω το έγκλημα!, είπε ο Νίκος και αφού γέλασαν και οι τρεις, απομακρύνθηκε
– Αλίκη μου, πρέπει να φύγω! Θα έρθει ο πατέρας μου τα ξημερώματα και έχω να τον δω μήνες! Ξέρεις τώρα πώς είναι η δουλειά με την νταλίκα… Γεια σου Χρήστο, χάρηκα!, είπε η Χριστίνα…
-Κι εγώ!, απάντησε χαμογελώντας ο Χρήστος.
…και αγκάλιασε σφιχτά τη φίλη της
-Τα χαιρετίσματά μου στον κύριο Κυριάκο! Θα σε δω αύριο μεσημέρι για μπανάκι!, απάντησε η Αλίκη και αφού αποχαιρέτησε τη φίλη της γύρισε προς το μέρος του Χρήστου.
Ο ίδιος είχε ανοίξει ήδη μία μπύρα και είχε και άλλη μία δίπλα του – τις πήρε από το ψυγειάκι που ήταν γεμάτο παγάκια και ήταν όσο δροσιστικές χρειαζόταν για ένα τόσο ζεστό βράδυ.
– Δικιά σου!, είπε στην Αλίκη.
– Αα ευχαριστώ πολύ, δεν ήταν ανάγκη!
– Λοιπόν, νομίζω πως ήρθε η ώρα να μου αποκαλύψεις πώς μας ξεχωρίζεις… Κάθε γουλιά και μια ερώτηση, τι λες;
-Ελπίζω να μην καταλήξουμε μεθυσμένοι!, είπε και έσκασε στα γέλια η Αλίκη, τα οποία συνόδευσαν και τα γέλια του Χρήστου
Ήταν τόσο δυνατά και πηγαία, που όλοι οι υπόλοιποι από την παρέα που κάθονταν γύρω από τη φωτιά σταμάτησαν να μιλάνε και γύρισαν να τους κοιτάξουν.
“Εναρμονίστηκες αμέσως βλέπω Χρήστο!”, είπε δυνατά ο Κωνσταντίνος και συνέχισε “Ε ας πούμε και το αγαπημένο τραγούδι των παιδιών τώρα για το καλωσόρισμα” και με τις πρώτες νότες που ακούστηκαν, όλοι με μια φωνή, που κάλυπτε κάθε άλλο ήχο στην γύρω παραλία, τραγουδούσαν “Ακόμα κι αν φύγεις για τον γύρο του κόσμου, θα ‘σαι πάντα δικός μου, θα ‘μαστε πάντα μαζί…”
Έτσι ευχάριστα, με τραγούδια και μπύρες πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς, μέχρι που έφτασε 2 η ώρα τα ξημερώματα και η ζέστη ήταν ακόμη έντονη – το τίμημα του Αυγούστου!
Στο μεταξύ Αλίκη και Χρήστος μιλούσαν ασταμάτητα, προσπαθώντας να αντλήσουν όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσαν ο ένας για τον άλλο. Έτσι έμαθαν ότι ο Χρήστος μόλις έδωσε πανελλήνιες, ενώ η Αλίκη ήταν φοιτήτρια στο δεύτερο έτος της Σχολής, ότι ήταν και οι δύο αδέσμευτοι, ότι δεν έχουν το ίδιο γούστο στη μουσική, κάτι που δεν ίσχυε με το φαγητό, ότι θα έμεναν και οι δύο μέχρι το τέλος του καλοκαιριού στο νησί και πως τα δίδυμα έρχονταν όταν ήταν πολύ μικρά κάθε χρόνο εδώ, αλλά λόγω οικονομικών δυσκολιών το ‘έκοψαν’ και φέτος ήρθαν ως δώρο από τους γονείς για τις πολύ καλές επιδόσεις στις εξετάσεις.
Ο Κωνσταντίνος άφησε την κιθάρα και πρότεινε σε όλους να πάνε για μια βουτιά.
– Αα εμάς δεν μας είπες τίποτα!, τόνισε παραπονεμένα ο Νίκος!
– Γιατί, περίμενα ότι θα έρθετε από απόψε; Αύριο σας περίμενα! Και τέλος πάντων μην μου χρεώνεις τίποτα! Σε νησί ήρθες, αν δεν κυκλοφορείς όλη μέρα με μαγιό, με τι θα κυκλοφορείς; Με τις βερμούδες όπως μου ήρθατε απόψε; Καθίστε τώρα να κάνετε παρέα στα πράγματα! Πάμε παιδιά!, είπε και πρώτος έβγαλε την μπλούζα και έτρεξε προς τη θάλασσα
– Να υποθέσω δεν θα βουτήξεις ούτε εσύ ε; ρώτησε η Αλίκη τον Χρήστο.
Εκείνος της απάντησε με ένα αρνητικό νεύμα…
-Θα έμενα να σου κάνω παρέα, αλλά δεν αντέχεται άλλο αυτή η ζέστη! Πάω μια κι έρχομαι! είπε η Αλίκη και αφού σηκώθηκε, έλυσε τα μαλλιά της, έβγαλε το τοπάκι της και πήρε τον δρόμο προς την θάλασσα, αφήνοντας πίσω έναν Χρήστο που εξέταζε κάθε σημείο του κορμιού της, από την στιγμή που σηκώθηκε μέχρι τώρα που περπατούσε.
Πρόσεξε τα μαύρα ίσια μαλλιά που έφταναν μέχρι το ύψος της λεκάνης, το μικρό στήθος, τα μακριά της χέρια, τα ψηλά, καλοσχηματισμένα πόδια της και τους υπέροχους γλουτούς της και αδημονούσε να βγει από τη θάλασσα για να αντικρίσει αυτό το κορμί, που το συνόδευε ένα τόσο ‘γεμάτο’ μυαλό, μια κοπέλα, κράμα ερωτισμού και γνώσεων, υγρό!
Μετά από μισή ώρα η Αλίκη ήταν η πρώτη που βγήκε από τη θάλασσα και πλησιάζοντας προς τη φωτιά, αντίκρυσε μόνο τον Χρήστο.
-Ο αδερφός σου πού πήγε καλέ;
-Αν έχεις το Θεό σου, πήγε μέχρι το δωμάτιο, που είναι μισή ώρα και δρόμος να ψάξει να βρει τα μαγιό μας στις βαλίτσες! είπε ο Χρήστος και γέλασε
– Χαχαχαχαχαχα, ωραίος! Άμα πάει έτσι απόψε η βραδιά, θα τη χρειαστούμε δεύτερη βουτιά! Κάτσε να βρω κι εγώ την πετσέτα μου τώρα…
Μόλις την πέρασε γύρω της, έκατσε δίπλα στον Χρήστο, όπου πέρασαν περίπου μια ώρα που είχαν αρχίσει πάλι να συζητάνε και να αντλούν αστείρευτα πληροφορίες ο ένας για τον άλλον, όταν πια εμφανίστηκε ο Νίκος.
«Καλά, οι άλλοι ακόμα μέσα είναι;» φώναξε ερχόμενος. «Άντε Χρήστο, σήκω να αλλάξεις να βουτήξουμε κι εμείς! Εγώ όπως βλέπεις ήδη έχω βάλει το μαγιό μου! Μπαίνω! Άλλαξε κι έλα!»
-Θα ξαναμπείς; την ρώτησε.
-Μπαα δεν νομίζω να ξαναμπώ! Άσε που στέγνωσε και το μαλλί, καλύτερα να μείνω εδώ, απάντησε και του χαμογέλασε.
-Καλά, θα κάτσω κι εγώ τότε, αλλά θα μου επιτρέψεις να αλλάξω, γιατί με την τζιν βερμούδα έχω σκάσει! Πάω λίγο πιο ‘κει κι έρχομαι.
-Όχι, μην φεύγεις, μόνοι μας είμαστε! Να, θα γυρίσω πλάτη, δεν θα κοιτάω, είπε η Αλίκη και έβαλε τα χέρια στα μάτια της γυρίζοντας λοξά αριστερά.
Αφού άλλαξε ο Χρήστος, έβγαλε και τη μπλούζα του και ξαναέκατσε δίπλα της.
-Εντάξει, μπορείς να απελευθερώσεις τα μάτια σου τώρα! είπε γελώντας ο Χρήστος.
Και η Αλίκη γύρισε, πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε: «Πωπω, έβγαλες και τη μπλούζα και τώρα το άρωμά σου είναι ακόμα πιο έντονο!» και τον πλησίασε στο λαιμό παίρνοντας ακόμα μια βαθιά ανάσα. Ο Χρήστος ανατρίχιασε μόλις ακούμπησε τη μύτη της πάνω στο λαιμό του.
-Τόσο πολύ σου αρέσει πια αυτό το άρωμα; τη ρώτησε προσπαθώντας να μην τα χάσει τελείως
-Τρελαίνομαι!
-Κι εγώ!
-Με το άρωμα;
-Μαζί σου!
-Επιτέλους!, είπε η Αλίκη και τον φίλησε
Και το φιλί τους είχε διάρκεια, ήταν από εκείνα τα φιλιά που νιώθεις ότι εξερευνάς τον άλλον, που τον γεύεσαι…
– Θέλεις να πάμε μια βόλτα; τον ρώτησε η Αλίκη κρατώντας ακουμπισμένα τα χείλη της στα δικά του
-Ναι… της απάντησε ο Χρήστος με κλειστά μάτια
-Μάζεψε τα πράγματά σου και πάμε! τον παρότρυνε η Αλίκη κι εκείνος απλά υπάκουσε…
Άρχισαν, λοιπόν, να περπατάνε χέρι – χέρι και να απομακρύνονται από την παραλία χωρίς να έχουν ανταλλάξει κουβέντα και μετά από λίγο βρέθηκαν μπροστά από ένα οίκημα με ενοικιαζόμενα
-Πάμε; είπε η Αλίκη και έκανε ένα βήμα.
Ο Χρήστος την σταμάτησε
-Είσαι σίγουρη;
Η Αλίκη δεν απάντησε, μα χαμογέλασε και τον τράβηξε να πάνε προς το δωμάτιο. Μόλις μπήκαν μέσα, αφού άναψαν ένα μικρό φωτάκι που βρισκόταν στο τραπεζάκι δίπλα στην πόρτα, άφησαν τα πράγματα κάτω και δεν χρειάστηκε να πουν τίποτα! Οι βαριές ανάσες ‘μιλούσαν’ από μόνες τους… ειδικά όταν άρχισαν να γδύνουν ο ένας τον άλλον… αργά… μέχρι που κατέληξαν στο κρεβάτι και έκαναν έρωτα, όχι σ3ξ!
Ούτε που κατάλαβαν πώς πέρασε η ώρα και όταν πια κοίταξαν αγκαλιασμένοι το κινητό του Χρήστου, πέρα από αναπάντητες κλήσεις και μηνύματα του Νίκου, είδαν ότι είχε πάει 5 το πρωί.
-Πωπω θα πρέπει να απαντήσω στον Νίκο και ίσως χρειαστεί και να φύγω, είπε φιλώντας την Αλίκη στο κούτελο.
-Εντάξει, απάντησε γλυκά η Αλίκη.
Έτσι ο Χρήστος σηκώθηκε, ντύθηκε, βγήκε στο μπαλκόνι να κάνει ένα τσιγάρο, την φίλησε κι έφυγε, ενώ η Αλίκη μπήκε για ντουζ και μετά έπεσε για ύπνο.
Οι επόμενες μέρες τους βρήκαν μαζί. Η παρέα είχε καταχαρεί που υπήρχε ‘επίσημο ζεύγος’ – έτσι τους αποκαλούσαν για να τους πειράζουν. Ο Κωνσταντίνος κάθε βράδυ αφιέρωνε και από ένα τραγούδι στο ‘ζευγαράκι’ και οι δυο τους ένιωθαν τόσο ευτυχισμένοι! Ειδικά τα βράδια τους, ήταν μοναδικά! Δεν ήταν μόνο ότι ανυπομονούσαν να βρεθούν μόνοι τους για να εξερευνήσουν ο ένας το κορμί του άλλου, αλλά και για να μπουν ο ένας στο μυαλό του άλλου! Είχαν, πραγματικά, ‘κουμπώσει’ άψογα!
Μέχρι που έφτασε 31 Αυγούστου και την επομένη όλοι θα γύριζαν στη ‘βάση’ τους. Δεν είχαν ανταλλάξει μέχρι τότε ούτε τηλέφωνα, μιας και ήξεραν πού θα βρουν ο ένας τον άλλον στο νησί και το συνειδητοποίησαν απόψε.
-Τώρα; Πώς θα σε βλέπω; Εσύ Αθήνα κι εγώ Θεσσαλονίκη;, την ρώτησε ο Χρήστος, χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά, ενώ εκείνη ήταν ξαπλωμένη πάνω στο στήθος του
-Θα δούμε…
-Θυμάσαι το αγαπημένο μου τραγούδι, αυτό που τραγουδήσαμε όλοι μαζί την πρώτη μέρα που ήρθα; Για σένα είναι γραμμένο…, συνέχισε ο Χρήστος
-Λες μεγάλα λόγια Χρήστο μου και είσαι σε ηλικία που δεν θα μπορέσεις να τα τηρήσεις…Έλα να ζήσουμε το τώρα, εδώ, που είμαστε μαζί! Αυτόν τον Αύγουστο!, του απάντησε η Αλίκη
Ο Χρήστος τότε την φίλησε… Και το φιλί εξελίχθηκε σε μια ακόμη επαφή γεμάτη χημεία και ερωτισμό…
*****
-Αγάπη μου, τι κάνεις εδώ; Σε ψάχνω σε όλη την παραλία! της είπε ο Δημήτρης και την φίλησε στο λαιμό.
Η Αλίκη, 30 χρόνων πια, άνοιξε τα μάτια της, γύρισε και τον κοίταξε πάντα με αγάπη στο βλέμμα.
-Είπα να περπατήσω λίγο μόνη μου, να θυμηθώ τα νεανικά μου χρόνια…
Ο Δημήτρης της πρότεινε το χέρι και αφού την σήκωσε, την πήρε αγκαλιά και την φίλησε.
-Έχω την πιο όμορφη και πιο ρομαντική γυναίκα στον κόσμο, το ξέρεις;
-Το ξέρω! είπε η Αλίκη και τον πήρε μια δυνατή αγκαλιά. Πήγαινε κι έρχομαι σε δύο λεπτά…, του είπε γλυκά κι εκείνος πήρε τον δρόμο προς το μπιτς μπαρ.
Ακούγοντας το βουητό της θάλασσας, η Αλίκη έκλεισε για μια ακόμη φορά τα μάτια και αναλογίστηκε τη ζωή της από εκείνη τη μέρα μέχρι σήμερα και διαπίστωσε πως σίγουρα τον Δημήτρη δεν τον αλλάζει με κανέναν, αλλά σαν τον Χρήστο δεν την ‘άγγιξε’ κάνεις!
Άνοιξε τα μάτια, πήρε μια βαθιά ανάσα και πήγε να βρει τον αγαπημένο της…
Αγγελική Ανδριοπούλου
