Την έβλεπε την Γιαννούλα κάθε μέρα. Ίδια ώρα, γύρω στις πέντε το απόγευμα. Βρισκόταν πάντα καθισμένη στην κουζίνα της και μίλαγε στο τηλέφωνο. Το τηλέφωνο εκείνο το παλιομοδίτικο, με το καντράν. Η κοπέλα την έβλεπε καθώς ανέβαινε στον πρώτο όροφο για να κάνει μάθημα σε ένα κοριτσάκι που έμενε στην πολυκατοικία.
Η Γιαννούλα έμενε στο υπερυψωμένο ισόγειο και το παράθυρο της κουζίνας της έβλεπε στον κοινόχρηστο χώρο που βρίσκονταν οι σκάλες. Έτσι όποιος ανέβαινε, μπορούσε να ρίχνει κλεφτές ματιές στην κουζίνα, αφού η παλιά κουρτίνα με τις μωβ πεταλούδες ήταν πάντα μαζεμένη στην άκρη.
Το παράθυρο ήταν από ‘κείνα τα παλιά, τα σιδερένια, βαμμένο από τότε που χτίστηκε η πολυκατοικία σε ένα αδιάφορο ζαχαρί. Πιθανόν βέβαια να ήταν και άσπρο κάποτε και με τα χρόνια να έγινε έτσι. Ίχνη σκουριάς φαίνονταν εδώ και εκεί στο σίδερο, καθώς και μπόλικη βρωμιά που είχε μαζευτεί στις εσοχές. Στο περβάζι του πάντα υπήρχε ένα μπουκάλι ξύδι, ένα ανοξείδωτο δοχείο με λάδι και ένα γλαστράκι με ένα λουλούδι που φαίνεται να έχει πεθάνει εδώ και πολύ καιρό. Παρόλα αυτά σε πείσμα όλων, βρισκόταν ακόμα εκεί, όπως και η ιδιοκτήτριά του.
Καθόταν πάντα λοιπόν τέτοια ώρα σε μια καρέκλα στο παλιό ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, που ήταν κολλημένο στον τοίχο απέναντι από το παράθυρο. Πάνω του ήταν ένα αλέκιαστο τραπεζομάντηλο, μουσαμά το έλεγαν, που είχε ζωγραφισμένα κάτι τεράστια πολύχρωμα λουλούδια, αρκετά κιτς και ξεπερασμένο. Στο τραπέζι πάνω βρισκόταν πάντα μια χαρτοπετσετοθήκη, διάφορα φρούτα, ένα μισοάδειο μπουκάλι νερό και στοιβαγμένα διάφορα τάπερ, ένα με μπισκότα, άλλο με πίτα, άλλο με χαλβά, όλα από τα χεράκια της Γιαννούλας. Όταν δεν μίλαγε στο τηλέφωνο, της άρεσε πολύ να φτιάχνει γλυκά.
Η γυναίκα αυτή ήταν απροσδιόριστης ηλικίας, σχεδόν μόνο η ίδια ήξερε πόσο χρονών ήταν. Δεν ήταν μεγάλη, μα δεν ήταν και μικρή. Άλλους ανθρώπους τους κοιτάς και λες «τόσο πρέπει να είναι πάνω κάτω». Για εκείνη δεν ήξερες. Άλλοι την περνούσαν για σαράντα, άλλοι για εξήντα. Είχε μαύρα μαλλιά, πάντα πιασμένα χαμηλά στον αυχένα, με αρκετές άσπρες τρίχες ανάμεσα. Φορούσε κάτι τεράστια κοκάλινα γυαλιά από ταρταρούγα και τα μάτια της άνοιγαν διάπλατα όταν ήθελε να δώσει έμφαση σε κάτι. Φορούσε συνήθως φαρδιά πουλόβερ με κάποιο μοτίβο τον χειμώνα και το καλοκαίρι φαρδιά μακό μπλουζάκια με κάποια στάμπα, που αν είχε λέξεις γραμμένες στα αγγλικά, δεν είχε ιδέα τι έλεγαν. Μίλαγε στο τηλέφωνο, συνήθως κουνώντας τα χέρια έντονα και γουρλώνοντας τα μάτια, λες και ο συνομιλητής της μπορούσε να τη δει.
Η κοπέλα την έβλεπε τα τελευταία εφτά χρόνια που ανεβοκατέβαινε στο σπίτι της μαθήτριάς της. Πάντα στις πέντε, πάντα στην φθαρμένη ξύλινη καρέκλα με ένα τσιγάρο αναμμένο στο χέρι ή στο τασάκι. Μια – δυο φορές στις αρχές την είχε δει με επίδεσμο στο χέρι, κάπου θα χτύπησε. Άλλοτε είχε κατσούφικο ύφος, άλλοτε απλώς βαριεστημένο, κρατώντας το τηλέφωνο έτοιμη να την πάρει ο ύπνος. Η νεαρή δασκάλα δεν ήξερε τίποτα για αυτή τη γυναίκα και ήταν περίεργη. Ρώτησε τη μαθήτριά της μια μέρα, «για ποια λες, για την Γιαννούλα;», απάντησε με ένα περιπαικτικό χαμόγελο η έφηβη κοπέλα. «Ε, αυτή είναι χήρα, ο άντρας της έχει πεθάνει εδώ και λίγο καιρό. Βέβαια ήταν ξαναπαντρεμένη, ξανά και ξανά και ξανά. Όλους τους έθαψε, ζωή σε εμάς!», είπε το κορίτσι και την έπιασαν τα γέλια. «Παιδιά δεν έχει;». «Μπα, όχι. Περισσότερες πληροφορίες θα ξέρει η μάνα μου βέβαια. Μα τι σε έπιασε και ρωτάς για αυτήν;». «Απλή περιέργεια», απάντησε η γυναίκα και άφησε το θέμα να κλείσει εκεί.
Της άρεσε να μαθαίνει για ανθρώπους που της προξενούσαν εντύπωση. Έτσι ρώτησε για περισσότερα τη μάνα της μικρής της μαθήτριας.
“Ε, αυτή η Γιαννούλα μένει πολλά χρόνια εδώ, περίπου τριάντα. Ήρθε με τον πρώτο της σύζυγο. Ήταν όμορφη πολύ, με κατάμαυρο μακρύ μαλλί και φωτεινά πράσινα μάτια. Ήταν ένα χαρούμενο ζευγάρι, τότε πιστεύω θα ήταν είκοσι χρονών παιδιά, στην ηλικία τη δικιά μου. Στις αρχές έβγαινε συχνά εδώ στη γειτονιά, πήγαινε στο σούπερ μάρκετ, κάναμε παρέα με τα άλλα ζευγάρια της πολυκατοικίας, έφτιαχνε πάντα ωραία γλυκά και μοίραζε σε όλη τη γειτονιά. Με τον καιρό σταμάτησαν και οι παρέες και οι βόλτες. Το χαμόγελο ποτέ δεν έφευγε από το πρόσωπό της, μα σαν να είχε σκοτεινιάσει λίγο. Ο άντρας της είχε μετατραπεί σε ένα αγέλαστο και κατσούφικο πλάσμα που συνεχώς είχε κατεβασμένο το κεφάλι. Κάποτε τη ρώτησα αν είχαν σκοπό να κάνουν κανένα παιδάκι. «Ε, προσπαθούμε», μου είχε πει ντροπαλά. Μα τα χρόνια περνούσαν και παιδάκι δεν ερχόταν.
Θυμάμαι με τον πρώτο της άντρα είχε κάτσει πέντε χρόνια. Λίγο λοιπόν πριν κλείσουν πέντε χρόνια μαζί, έβγαινε η Γιαννούλα έξω στο μπαλκόνι να περιποιηθεί τα λουλούδια. Δεν μίλαγε πια σε κανέναν, τη χαιρετούσαμε, δεν απαντούσε. Κάποια στιγμή παρατήρησα και μια μελανιά στο μάγουλό της. Την έδερνε, ως φαίνεται. Τίποτα δεν κάναμε, δεν θα μπορούσαμε άλλωστε. Τότε δεν λειτουργούσαν και πολύ οι κοινωνικές υπηρεσίες άλλωστε”
Ενώ τώρα… λειτουργούν όλα ρολόι, σκέφτηκε με πίκρα η δασκάλα και της ξέφυγε ένα ειρωνικό χαμόγελο.
“Λίγο καιρό πριν πεθάνει ο πρώτος της σύζυγος, ξαναβρήκε το χαμόγελό της, ποιος ξέρει γιατί. Άρχισε να έχει όρεξη, έβγαινε στο μπαλκόνι και μας καλημέριζε, τραγουδούσε. Έφτιαχνε και ωραία γλυκά και μοίραζε. Νιόπαντρη εγώ τότε, δεν έπιαναν τα χέρια μου στη ζαχαροπλαστική και ζήλευα που δεν μπορούσα να φτιάξω και εγώ κάτι της προκοπής. «Ε, μη σε νοιάζει ρε Κατινιώ, θα φτιάχνω εγώ και θα σας τα φέρνω να τα τρώτε με τον Παντελή», μου ‘λεγε χαμογελαστά.
Λίγο καιρό μετά, μαθαίνουμε την είδηση. Ανακοπή, στον ύπνο του. Κρίμα, νέο παλικάρι, ούτε τριάντα χρονών δεν ήταν. Η χήρα του περιέγραφε συνεχώς πώς το κατάλαβε, πως τον σκούντηξε για να πάει λίγο πιο πέρα, να πάρει από κάτω του την κουβέρτα να σκεπαστεί και εκείνη. Εκείνος δεν ξυπνούσε, δεν ροχάλιζε όπως συνήθως, δεν κουνούσε. Όλη η γειτονιά συγκλονισμένη. Η Γιαννούλα, στα πατώματα, να μην τη βαστάνε τα πόδια της. Τον πένθησε τον μακαρίτη, δεν μπορώ να πω. Μετά από δυο μήνες περίπου, άρχισε να χαμογελάει ξανά, να σπάει λίγο το μαύρο στα ρούχα. Ε, είκοσι έξι χρονών ήταν, μικρή κοπέλα. «Οι άντρες θέλουν σκότωμα, αλλά μας είναι και χρήσιμοι», μου ‘λεγε πάντα, συμβουλή της γιαγιάς της. Οι άντρες θέλουν σκότωμα, πολλές φορές ερχόταν στο νου της Κατίνας αυτή η φράση της γειτόνισσάς της, αλλά τελικά η ίδια προτίμησε να χωρίσει λίγα χρόνια αργότερα.
Η Γιαννούλα δεν δούλευε, είχε κλειστεί στο σπίτι, μα μετά τον θάνατο του άνδρα της προσπάθησε να πάρει τη ζωή στα χέρια της. Έτσι, έπιασε την κυρά Χαρίκλεια μια μέρα, την μπακάλισσα «Βοηθό θες, να σου κρατάει το μαγαζί;», τη ρώτησε. Έτσι λοιπόν η συμφωνία κλείστηκε. Δούλευε εκεί η Γιαννούλα κάθε απόγευμα και έτσι άρχισε σιγά σιγά να έχει κοινωνικές επαφές. Εκεί γνώρισε τον δεύτερο σύζυγο. Ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερος, μα όμορφος πολύ. Πίστευε πως η Γιαννούλα μπορεί να γίνει μια καλή σύζυγος, νοικοκυρά, κυρά με τα όλα της- δούλα και κυρά. Η νεαρή γυναίκα όμως μόλις είχε αρχίσει να παίρνει τη ζωή στα χέρια της. Δεν είχε σκοπό να κλειστεί ξανά στο σπίτι για χάρη κάποιου άνδρα. Παρόλα αυτά, τελικά τακιμιάσανε οι δυο τους και ραντεβουδάκια βγαίνανε και καλά περνούσαν και γρήγορα τον έμπασε και στο σπίτι της. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, να οι γάμοι και οι χαρές. Όλη η γειτονιά χάρηκε που έπειτα από δύο χρόνια η Γιαννούλα ήταν ξανά χαρούμενη. «Γιαννούλα, τι απέγινε το γνωμικό της γιαγιάς σου πως οι άντρες θέλουν σκότωμα;», τη ρώτησα κοροϊδευτικά μια μέρα. «Εεεε, άμα ο άντρας είναι καλός σε κάποια πράγματα, τον κρατάμε», είπε η νεαρή γυναίκα και έσκασε στα γέλια.
Πέρασαν έτσι δύο υπέροχα χρόνια. Η Γιαννούλα πέταγε από ευτυχία. Το μόνο αγκάθι στη σχέση τους είναι πως δεν είχαν αποκτήσει ακόμα παιδάκι, ώσπου μια μέρα έγινε το θαύμα, ο γιατρός της επιβεβαίωσε ότι ήταν έγκυος. «Τώρα τέρμα η δουλειά!», της είπε αυστηρά ο άντρας της. «Μα, γιατί αφού όλα πάνε καλά και μπορώ ακόμα να δουλεύω1 Δεν επιβαρύνομαι και φέρνω χρήματα στο σπίτι. Δεν κουβαλάω κάτι, στο ταμείο κάθομαι!». «Άκουσες τι σου είπα;», άρχισε να αγριεύει εκείνος. Η γυναίκα έβλεπε τους χειρότερους εφιάλτες της να ζωντανεύουν. Σκέφτηκε ότι πάλι θα είναι μέσα στο σπίτι κλεισμένη χωρίς να μπορεί να κάνει όσα θέλει. Αυτό το είχε περάσει μία φορά και δεν είχε σκοπό να το ξαναπεράσει. «Δεν θα κάνεις εσύ κουμάντο για το τι θα κάνω εγώ!» του είπε και χτύπησε το χέρι στο τραπέζι. Τότε τη χαστούκισε. Δυνατά. «Αυτό θα το δούμε!», της είπε και βγήκε έξαλλος από το σπίτι. Πολύ ελεύθερη την είχε αφήσει. Έπρεπε να της τραβήξει λίγο τα λουριά. Η γυναίκα έμεινε πίσω μπερδεμένη και απογοητευμένη. Πάλι τα ίδια, σκέφτηκε. Αυτή τη φορά όμως δεν θα άφηνε κάποιον άντρα να της κάνει κουμάντο. Είχε μπουχτίσει στον προηγούμενο γάμο της.
Εκείνος γύρισε αργά το βράδυ μετανιωμένος. «Σε παρακαλώ», της είπε. «Μην το κάνεις για μένα, σκέψου το παιδί μας». Για να κερδίσει λίγο χρόνο, του ζήτησε προθεσμία μία εβδομάδα να τελειώσει ο μήνας. Έπειτα θα έβλεπε τι θα έκανε. Ο άντρας συμφώνησε. Την τελευταία μέρα της δουλειάς, ώρα αφού είχε σχολάσει, η γυναίκα απέβαλε. Πιθανόν και στο σπίτι της να ήταν, το μωρό να το έχανε, δεν έκανε δα και κάτι δύσκολο στο μπακάλικο. Όλες τις βαριές δουλειές τις είχε φορτώσει στην αφεντικίνα, που είχαν γίνει και φίλες. Είχε χαρεί και εκείνη με την εγκυμοσύνη της κοπέλας. Άρχισε να τρέμει. Δάκρυα εμφανίστηκαν στα μάτια της και προσπαθούσε να σκεφτεί γρήγορα, να κάνει κάτι να σώσει το μωρό της. Πήγε στο μπάνιο γνωρίζοντας πως είχε χαθεί κάθε ελπίδα. Κοίταξε τον καθρέφτη με μάτια θολά, κόκκινα. Άρχισε να ουρλιάζει. Ο θάνατος είχε κάτι το οριστικό, το τελεσίδικο και αυτό δεν της άρεσε. Έπειτα ήταν και το άλλο, πώς θα το έλεγε στον άνδρα της; Αυτό φοβόταν πιο πολύ από όλα.
Εκείνος γύρισε στο σπίτι μισή ώρα αργότερα. Την βρήκε καθισμένη στον καναπέ, με καθαρά ρούχα και μια απάθεια στο βλέμμα. Κοίταζε το κενό. Βλέποντάς την έτσι, ταράχτηκε. «Τι συμβαίνει κορίτσι μου; Τι έχεις;». Η Γιαννούλα άρχισε ξανά να κλαίει, ήξερε πως τα γλυκόλογα θα σταματούσαν μόλις του αποκάλυπτε τι είχε συμβεί, θα την κατηγορούσε πως αυτή έφταιγε. Σαν να το διαισθάνθηκε, τη ρώτησε «το μωρό είναι καλά;». Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Όχι», ψιθύρισε. Τότε χωρίς δεύτερη σκέψη, άνοιξε την πόρτα και έφυγε, αφήνοντάς την μόνη. Τίποτα δεν θα τον σταματούσε. Ένιωθε πως αν δεν έφευγε, θα τη σκότωνε. Δεν ενδιαφέρθηκε ούτε για το πώς αισθανόταν η ίδια, ούτε καν της πρότεινε να πάνε στο νοσοκομείο.
Από τότε είχε αρχίσει να είναι απόμακρος, απότομος, ευέξαπτος. Συχνά έφευγε από το σπίτι και έλειπε ώρες. Η γυναίκα δεν είχε όρεξη να ακούει τα λόγια που ξεστόμιζε πάνω στον θυμό του, οπότε έτσι ήταν καλύτερα. Πενθούσε ο καθένας μόνος του, με τον δικό του τρόπο. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν όταν τη χτύπησε επειδή δεν του άρεσε το φαγητό που είχε φτιάξει. Την επόμενη μέρα του έφτιαξε μια καρυδόπιτα για να τον καλοπιάσει. «Σου έφτιαξα ένα νόστιμο κέικ, δοκίμασε», του είπε. «Συγχώρα με άνδρα μου». Ο άνδρας σαν ένδειξη καλής θέλησης, δοκίμασε. Ήταν αλήθεια πολύ νόστιμο. Έφαγε ένα ολόκληρο κομμάτι και αμέσως άρχισε να νοιώθει δυσφορία. Τον έπιασε βήχας, άρχισε να πνίγεται. Της έκανε νόημα, λίγο νερό. Εκείνη σηκώθηκε αργά, πήγε μέχρι το ψυγείο. Έπιασε ένα ποτήρι και έχυνε το νερό από το μπουκάλι. Την έβλεπε μέσα στη ζάλη του, του φαινόταν αιώνας ώσπου να γεμίσει το ποτήρι. Άρχισε να έχει ταχυπαλμία. Ήθελε να κάνει εμετό, μα δεν μπορούσε. Πνιγόταν, δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Αφού τον έβλεπε να αργοπεθαίνει λίγη ώρα, πήρε τηλέφωνο το ΕΚΑΒ. «Ελάτε γρήγορα, νομίζω πως ο άνδρας μου παθαίνει αλλεργικό σοκ».
Δεν τα κατάφερε. Πέθανε εκεί, μπροστά στα μάτια της. Πάλι στα μαύρα ντύθηκε η Γιαννούλα, πάλι έκλαψε σαν να είχε χάσει θησαυρό μέσα από τα χέρια της. Τέρμα τα γέλια και οι πλάκες. «Αναφυλαξία», αποφάνθηκε ο ιατροδικαστής. Τώρα μπλέχτηκε και η αστυνομία, πήραν το κέικ για ανάλυση. Βρήκαν ακριβώς τα συστατικά της συνταγής, τίποτε άλλο. «Σας το είπα, είχε απλώς αλλεργία στα καρύδια και εγώ δεν είχα ιδέα». Μετά και από τη δεύτερη κηδεία, η Γιαννούλα άρχισε να βρίσκει τα πατήματά της ξανά. Σε τρεις μήνες άρχισαν πάλι τα πειράγματα στη γειτονιά. «Οι άνδρες θέλουν σκότωμα, έλεγε η γιαγιά μου, μα κρίμα να πάνε έτσι δυο παλικάρια. Ο ένας καλύτερος από τον άλλον, άδικα πήγαν», έλεγε σε συγγενείς και φίλους κάθε τόσο. Έτσι στα τριάντα της έμεινε ξανά χήρα. Μα η γυναίκα λαχταρούσε να βρει έναν άνθρωπο σωστό, να είναι όπως τον θέλει και να τη δέχεται και αυτός και να την αγαπάει γι’ αυτό που είναι.
Λίγους μήνες μετά έπιασε δουλειά σε ένα κατάστημα με είδη δώρων. Της άρεσε πολύ της Γιαννούλας εκεί. Είχε και παιχνίδια και βρεφικά είδη, κάτι που την έκανε να θυμάται το μωρό που έχασε. Πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν το είχε γεννήσει… Πιθανόν να μην έφτιαχνε ποτέ αυτό το κέικ που πήρε τη ζωή του συζύγου της. Δεν βαριέσαι, σκέφτηκε. Αν δεν πήγαινε από αυτό, θα πήγαινε από κάτι άλλο και εγώ θα ήμουν με ένα μωρό στην αγκαλιά και μόνη μου. Απορροφημένη καθώς ήταν σε αυτές τις σκέψεις, μπαίνει στο μαγαζί ένας τριανταπεντάρης εμφανίσιμος άνδρας παρέα με ένα κοριτσάκι. «Έλα, διάλεξε ό,τι θέλεις, σήμερα που έχεις γενέθλια, μπορείς να πάρεις οτιδήποτε», είπε στη μικρή. Η μικρούλα περνούσε χαρούμενη, σχεδόν χοροπηδώντας, από διάδρομο σε διάδρομο με τα κοτσιδάκια της να αναπηδούν σε κάθε βήμα της. Η Γιαννούλα μόλις τον είδε κάτι έπαθε, η καρδιά της άρχισε να χτυπάει πιο δυνατά, τα μάτια της γυάλισαν, λες και έλαμπε ολόκληρη, ξέχασε τα πάντα. Ύστερα προσγειώθηκε στην πραγματικότητα. Έχει παιδί, παντρεμένος είναι, σκέφτηκε και κατσούφιασε. «Θείε, μπορώ να πάρω αυτήν την κούκλα;», το κορίτσι την είχε πάρει ήδη και πήγαινε προς το ταμείο, επομένως η ερώτηση ήταν αχρείαστη. Τον είπε θείο, σκέφτηκε η Γιαννούλα και οι ελπίδες της αναπτερώθηκαν. Στο ταμείο η γυναίκα φόρεσε το πιο γλυκό της χαμόγελο και χάρισε στη μικρή ένα μπαλόνι σε σχήμα καρδιάς. «Ευχαριστώ», είπε ντροπαλά το κοριτσάκι. «Σήμερα έχω γενέθλια και ο θείος είπε ότι θα μου αγοράσει ό,τι θέλω». «Θείος, ε;», ρώτησε χαμογελώντας η Γιαννούλα. «Ναι, αδερφός της μητέρας της», παρενέβη εκείνος και χαμογέλασε. Θεέ μου τι όμορφο χαμόγελο έχει!, σκέφτηκε η γυναίκα.
Μερικές μέρες αργότερα, ο άνδρας πέρασε ξανά από το κατάστημα κρατώντας πρωινό. Εκείνης ως και τα μάτια της χαμογέλασαν. Εκείνα τα μεγάλα πράσινα μάτια που όταν ήταν ικανοποιημένη και χαρούμενη, γυάλιζαν σαν σμαράγδια. Από τότε που τον είδε την πρώτη φορά, πήγαινε πάντα περιποιημένη στο μαγαζί, χτένιζε τα μακριά μαύρα μαλλιά της επιμελώς και βαφόταν ελαφριά. Να που τώρα, δικαιώθηκε. Στεκόταν μπροστά της με μια χάρτινη συσκευασία από τον φούρνο της γειτονιάς. «Έλα, πάρε τώρα που είναι ακόμα ζεστά», είπε.
Κάπως έτσι ξεκίνησε το ειδύλλιο μεταξύ τους. Έβγαιναν ραντεβού όταν σχολούσαν από τις δουλειές τους, εκείνος ήταν οδηγός ταξί. Πήγαιναν για καφέ, για ποτό, για παγωτό, γελούσαν πολύ και φαίνεται να ταιριάζουν απόλυτα. Αυτό είχε ανάγκη πιο πολύ από όλα, να διασκεδάσει, να είναι χαρούμενη. Σε δύο μήνες ήρθε η συγκατοίκηση πάλι. Μπήκε τρίτος άνδρας στο σπίτι. Βέβαια αυτή τη φορά μέχρι να παντρευτούν ήταν πολύ διακριτική. Πρόσεχε πότε θα τον βάλει στο σπίτι, δεν ήθελε να δίνουν δικαίωμα. Εκείνη τον πίεσε λιγάκι, «καλά όλα αυτά τα ραντεβού βρε μωρό μου, μα δεν θέλω να κρυβόμαστε άλλο. Με έχεις εκθέσει. Σου έχω εξηγήσει, έχω κάνει δύο γάμους ήδη και θα λένε στη γειτονιά πως τώρα έχω γκόμενο».
Με το πες- πες της Γιαννούλας, τον κατάφερε κι αυτόν. Πέρασαν εννιά μήνες και να ο γάμος. Χαρές και πανηγύρια ξανά. Βέβαια, αυτή τη φορά ο κόσμος που πήγε στον γάμο ήταν πολύ λιγότερος. Είχαν βαρεθεί κάθε πέντε- έξι χρόνια να πηγαίνουν στον γάμο της Γιαννούλας και λίγο καιρό μετά σε μια κηδεία. Πολλοί από αυτούς που πήγαν έκαναν χάζι. «Μην ξεχνάς Γιαννούλα, οι άντρες θέλουν σκότωμα», της ψιθύρισε ένας καλοθελητής στο αυτί όταν πήγε να της ευχηθεί. Η κοπέλα τα έχασε για λίγο, από τη σύγχυση και τη συνήθεια μετά από τόσα «ευχαριστώ» που είχε πει εκείνη την μέρα, τον ευχαρίστησε κι εκείνον. Το όμορφο πρόσωπό της σκοτείνιασε. Το σκεφτόταν αρκετή ώρα, μήπως την κατηγορούσαν για κάτι; Λίγο αργότερα ξεχάστηκε όμως και γλέντησε με την ψυχή της. Ήταν αντικειμενικά ένας πολύ ωραίος γάμος.
Τα επτά χρόνια που ακολούθησαν, ήταν και εκείνα πολύ όμορφα. Ο άνδρας της έπινε νερό στο όνομά της, δεν την καταπίεζε, είχαν χρήματα για ταξίδια και εκδρομές, την άφηνε να δουλεύει, μάλιστα το θεωρούσε δεδομένο πως μια γυναίκα πρέπει να είναι ανεξάρτητη και να εργάζεται. Το όνειρο κάθε κοπέλας το είχε εκείνη. Ή σχεδόν…. ένα βράδυ ενώ είχαν πει πως θα μείνουν στο σπίτι να δουν καμιά ταινία, τον πήρε κάποιος τηλέφωνο στο κινητό- φίλος είπε ο σύζυγός της, γυναικεία φωνή άκουσε εκείνη- να βγουν λέει για καμιά μπύρα. «Μα βρε αγάπη μου…», παραπονέθηκε η γυναίκα. Εκείνος της έκλεισε το στόμα με ένα φιλί. «Θα γυρίσω γρήγορα» της υποσχέθηκε. Τον άφησε να βγει από το σπίτι ανυποψίαστος και έπειτα τον πήρε στο κατόπι. Μπήκε γρήγορα στο αμάξι του μιλώντας στο τηλέφωνο «έλα μωρό μου, τώρα κατάφερα να φύγω. Έρχομαι, αλλά για λίγο». Η γυναίκα μπήκε στο αυτοκίνητό της και τον ακολούθησε. Το σώμα της έτρεμε, η ανάσα της κοβόταν. Δεν μπορεί, σκεφτόταν. Ο άνδρας μου με αγαπάει. Είμαστε καλά μαζί. Δεν μπορεί να έχει άλλη. Ο κόσμος της γκρεμίστηκε. Παρόλα αυτά ελπίδα έμεινε ζωντανή μέσα της ότι ίσως είχε παρακούσει. Τον ακολούθησε και λίγο παρακάτω είδε μία εντυπωσιακή ξανθιά να μπαίνει στο αμάξι του και εκείνος να τη φιλάει στο στόμα. Τότε θόλωσε. Τα δάκρυα μούσκευαν τα μάγουλά της και δυσκόλευαν την όρασή της. Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου να ηρεμήσει και λίγο αργότερα πήρε το δρόμο της επιστροφής. Εκείνος γύρισε μία ώρα αργότερα και τη βρήκε στο κρεβάτι να κάνει πως κοιμάται. «Πώς πέρασες;», τον ρώτησε νυσταγμένα. «Υπέροχα, είχα καιρό να τον δω τον Λάμπρο», της αποκρίθηκε και έκανε να την πάρει αγκαλιά. Εκείνη τον απέφυγε διακριτικά. «Νυστάζω», του είπε ναζιάρικα.
Ο άντρας για τους επόμενους μήνες μια φορά την εβδομάδα ετοιμαζόταν για ξεπόρτισμα, τη μια για καφέ, την άλλη για μπύρα ή για ποτό. Η γυναίκα έκανε περίεργες σκέψεις. Τέτοια προδοσία και υποκρισία δεν μπορούσε να αντέξει. «Πήγαινε και εσύ καμιά βόλτα με καμιά φίλη σου. Καιρό έχεις να τις δεις». «Ναι, καλά το λες», του απάντησε αόριστα. Ένα βράδυ λοιπόν ετοιμάστηκε κι εκείνη. Έβαλε ένα κόκκινο στενό φόρεμα με λεπτά τιραντάκια, ψηλά πέδιλα, κόκκινο κραγιόν και το αγαπημένο της κολιέ. Ο άνδρας της την κοίταξε με θαυμασμό. «Πού θα πας έτσι, τόσο όμορφη; Θα με κάνεις να ζηλέψω». Είχε ξεχάσει πόσο όμορφη ήταν η γυναίκα του. Τον κοίταξε διερευνητικά. «Εσύ; Δεν θα βγεις απόψε;», τον ρώτησε δήθεν αθώα. «Μπορεί. Ή μπορεί και να σε περιμένω εδώ, στο κρεβάτι», της είπε με νόημα. Θα τρελαθώ, σκέφτηκε και γέλασε πικρά η Γιαννούλα, έχει όρεξη για τρελίτσες. Η γυναίκα αγνόησε την απάντησή του και άνοιξε την πόρτα να φύγει. Πέρασε πολύ καλά εκείνο το βράδυ, ξεχάστηκε, χόρεψε και γέλασε με την καρδιά της. Τα βλέμματα των ανδρών ήταν καρφωμένα πάνω της και το ήξερε. Ήταν ωραία γυναίκα. Όμως αυτή σκεφτόταν μόνο τον σύζυγό της και την απιστία του. Οι άνδρες θέλουν σκότωμα, ήρθε ξανά στο μυαλό της η φράση που έλεγε η γιαγιά της μισοαστεία μισοσοβαρά. Αργότερα εκείνο το βράδυ γύρισε σχεδόν μεθυσμένη. Τότε ήταν που πήρε και τις αποφάσεις της. Ο άνδρας της μόλις την είδε, φτιάχτηκε. Εκείνη χαμογελούσε χωρίς λόγο και ταυτόχρονα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της. Ακόμα κι έτσι ήταν όμορφη.
******************************
Μια εβδομάδα μετά ο σύζυγος της Γιαννούλας βγήκε για ακόμη μια φορά, είχε σκοπό να λήξει την παράνομη σχέση του. Μόνο που η Γιαννούλα δεν το ήξερε. Μερικές μέρες νωρίτερα είχε πάει να βρει τον Μπάμπη, έναν τύπο που σύχναζε εκεί σε ένα παρκάκι. Ξεμοναχιάστηκαν κάπου και του ψιθύρισε στα γρήγορα τι τον ήθελε. Εκείνος, με ένα καλό χρηματικό ποσό που θα του έδινε από τις οικονομίες της, συμφώνησε. «Θέλω και κάτι ακόμα», της είπε και την κοίταζε πονηρά. «Ούτε να το σκέφτεσαι», του απάντησε. «Δεν είμαι εγώ για τα δόντια σου». «Ναι, αλλά αυτό που μου ζήτησες είναι βαρύ. Δεν ρισκάρω για μερικές ψωροχιλιάδες. Άσε που μπορώ να σε καρφώσω ανά πάσα στιγμή». «Με εκβιάζεις; Ωραία, θα δώσω τα ωραία μου λεφτάκια αλλού. Και έπειτα, είναι ο λόγος σου εναντίον του δικού μου. Ποιον θα πιστέψουν; Ειδικά αν μάθουν πως όλα αυτά τα έβγαλες από το κεφάλι σου απλά και μόνο επειδή δεν σου έκατσα». Εκείνος το σκέφτηκε λίγο και έκανε πίσω. Άλλωστε μπλόφαρε, δεν ήθελε να μπλέξει ξανά με αστυνομίες.
Την επόμενη μέρα ο σύζυγος της γυναίκας σηκώθηκε να πάει στη δουλειά. Ήταν ξαλαφρωμένος, με πιο ήρεμη συνείδηση. Θα του έλειπε βέβαια η ξανθιά παρουσία που είχε γεμίσει τη ζωή του τους τελευταίους μήνες, μα θα το συνήθιζε. Έπειτα, τι τον εμπόδιζε από το να την ξαναπλησιάσει αν δεν άντεχε μακριά της; Η Γιαννούλα τον καλημέρισε για τελευταία φορά, το σούρουπο που θα σχολούσε, δεν θα ξαναγυρνούσε σπίτι του.
Κάτι για ατύχημα είπαν και ότι δεν έπιασαν τα φρένα. Η Γιαννούλα έκλαψε σιωπηρά, είχε κουραστεί να θρηνεί με ένταση και με φωνές. Κάποιοι πλέον τη θεωρούσαν καταραμένη και γρουσούζα. Κάποιοι τη φοβόντουσαν κιόλας, δεν τολμούσαν ούτε καλημέρα να τους πουν, φοβόντουσαν μήπως τους μεταδώσει την κακή της τύχη. Άλλοι ξαφνιάστηκαν και λίγοι ήταν αυτοί που τόλμησαν να την κατηγορήσουν πως αυτή έφταιγε, πως κάτι έκανε αυτή. Κάποιοι περνούσαν από το σπίτι της μπροστά και έφτυναν τον κόρφο τους. Εκείνη έβλεπε την αλλαγή στη στάση τους μα δεν την ένοιαζε. Ούτε και άντρα ήθελε πια, καλύτερα μόνη της. Είχε απογοητευτεί από τους προηγούμενους που ο καθένας την κακοποιούσε με διαφορετικό τρόπο. Σίγουρα δεν άξιζαν να πεθάνουν, όμως εκείνη το έβλεπε σαν απελευθέρωση, σαν κάτι που τους άξιζε. Δεν την έφτανε το διαζύγιο που αμφιβάλει αν θα της το έδιναν. Το είδε σαν τιμωρία από τον Θεό. Σε κάθε κηδεία πενθούσε και έκλαιγε, όχι τόσο για τον άνθρωπο που χάθηκε, πόσο για τις όμορφες στιγμές που είχε ζήσει μαζί τους και για το γεγονός ότι θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι διαφορετικά αλλά εκείνη επέλεξαν να της κάνουν τη ζωή μαρτύριο…”.
Έτσι φτάνουμε στο σήμερα, χρόνια μετά, που ζει μονάχη της και η δασκάλα τη βλέπει από το παράθυρο.
Δύο μέρες αργότερα η νεαρή καθηγήτρια ξαναπήγε για μάθημα. Σε μία κολώνα έξω από το σπίτι είδε ένα κηδειόχαρτο. Ιωάννα Παπαδημητρίου, ετών 52, έγραφε. Την επόμενη μέρα οι ανιψιές της θα έβρισκαν ένα σημείωμα με τέσσερις λέξεις «εγώ τα έκανα όλα».
Μαρία Σφακιανάκη

One response to “Η Γιαννούλα”
[…] Η Γιαννούλα Ανεκπλήρωτος έρωτας […]