Το γνήσιό μου αρσενικό

Τι να σου πρωτοπώ; Τον ξέρεις περισσότερα χρόνια από μένα. Την πρώτη φορά που τον είδα, δεν το συμπάθησα. Νομίζω του το είχα κάνει σαφές αυτό. Σκέψου ότι την πρώτη φορά που τον πήρε το μάτι μου, ήταν επειδή τον άκουσα να λέει σε μια κοπέλα του χωριού ότι έτσι που ήταν, ούτε γάιδαρος δεν θα ’θελε να την βατέψει. Μια ομορφιά αυτή η έκφραση! Η κοπέλα δεν το κατάλαβε, από τα γέλια των άλλων πήρε χαμπάρι ότι κάτι πρόστυχο ή προσβλητικό θα της είπε και κατέβασε τα μάτια. Αντ’ αυτού, τον κοίταξα εγώ. Απλά τον κοίταξα, μπας και πάρει χαμπάρι ότι δεν είναι όλοι κουτοί. Μου ζήτησε συγγνώμη και είπε ότι απλώς την πείραζε και δεν το εννοούσε. Γέμισα τα μπουκάλια νερό και έφυγα χωρίς να τον ξανακοιτάξω.

Από εκείνη την ημέρα, όλο μπροστά μου τον έβλεπα. Εννοείται ότι τον αγνοούσα, μιας και δεν ήταν καθόλου του γούστου μου. Έλα όμως που ήμουν του δικού του γούστου! Τα τακίμιασε με τον πατέρα μου. Κάθε μέρα σπίτι μου ήταν, να τα τσούζει με τον πατέρα. Όλο το καλοκαίρι σχεδόν τον έβλεπα μπροστά μου. Ανυπομονούσα να πάμε πίσω στην Αθήνα και να μην τον ξαναδώ ποτέ. Αμ δε! Με ζήτησε απ’ τον πατέρα μου. Άστραψα και βρόντηξα όταν μου το ανακοίνωσε. Του είπα ότι δεν τον ήθελα, ότι ήταν κακός άνθρωπος, αλλά τι δύναμη είχε η φωνή μιας δεκαεφτάχρονης τότε; Καμία απολύτως! Χρυσό τον έκανα να διαλύσει τον αρραβώνα! Δεν με άκουγε!

Την επόμενη χρονιά παντρευτήκαμε και πήγα να ζήσω στο χωριό μαζί του. Με είχε δασκαλέψει η μάνα μου να του κάνω τα χατήρια και να μην μιλάω. Αλλά είμαι κι εγώ λίγο θερμοκέφαλη. Κάνω πολλή υπομονή, αλλά πού και πού μου γυρίζει το μυαλό.

Στην αρχή προσπαθούσα να τα έχω όλα στην εντέλεια. Ήρθαν και τα παιδιά και δυσκόλεψαν τα πράγματα. Ξέρεις τι είναι να έχεις τρία αγόρια και έναν σύζυγο που θεωρούν ότι η γυναίκα είναι για να υπηρετεί τους άντρες; Τα πάντα τα παρατούσαν όπου έβρισκαν και συνεχώς έτρεχα να συγυρίσω.

Ξύλο… Ναι, πολύ ξύλο! Γιατί όταν του κυρίου δεν του άρεσε το φαγητό, ξεκινούσε τα βρισίδια και τα καντήλια. Και επειδή είναι «άντρας», την σφαλιάρα την είχε πρώτη. Δεν φαντάζεσαι τι ξύλο έχω φάει! Το ξέρεις ότι κανονικά θα είχαμε τέσσερα παιδιά; Έλα όμως που ο κύριος τα έτσουζε από το μεσημέρι, γινόταν ντίρλα μέχρι το απόγευμα και μετά δεν καταλάβαινε τι έκανε. Δεκαπέντε χρονώ θα ήταν τώρα το στερνοπούλι μου. Δεκαπέντε…

Ξέρεις πόσες φορές του μίλησα; Με το καλό, με το άσχημο… Δεν καταλάβαινε. «Άντρας είμαι, ό,τι μου γουστάρει θα κάνω!». Μόνο αυτό άκουγα και μετά άκουγα τον ήχο της παλάμης του που έσκαγε στο μάγουλό μου. Ξέρεις πόσες φορές έχω βρεθεί λιπόθυμη από το ξύλο; Κι επειδή ανησυχούσε, τότε ζητούσε συγγνώμη και με ρωτούσε αν είμαι καλά. Του μίλησα πολλές φορές, ιδίως για το ποτό, να το κόψει. Αλλά ο … άντρας, απαντούσε πάντα, ότι θα κάνει ό,τι του γουστάρει.

Για το σεξ μην στο κουβεντιάσω καν. Πάντα τον ενδιέφερε η πάρτη του. Δεν έχω εμπειρίες με άλλους άντρες, μόνο με εκείνον έχω πάει, αλλά έχω διαβάσει κι έχω συζητήσει. Το σεξ είναι για να ικανοποιούμαστε και οι δύο. Ακόμα κι αν ήμουν κουρασμένη, ακόμα κι αν ήμουν άρρωστη, όταν το “γνήσιο αρσενικό” μου ήθελε σεξ, θα το είχε. Ακόμα κι αν δεν ήθελα εγώ. Ξέρεις πόσες φορές τον έχω σπρώξει; Ξέρεις πόσες φορές του έχω πει ότι πονάω; Ξέρω πολύ καλά τι σημαίνει το να σε αναγκάζουν να κάνεις κάτι που δεν θες. Και ξέρω και την λέξη, αλλά δεν τολμώ να την ξεστομίσω. Ο άνθρωπος είναι άρρωστος. Ακόμα και την μέρα που έχασα το παιδάκι μου, ήθελε σεξ. Θα κάναμε, έλεγε, άλλο παιδί. Το πήρε αυτό που ήθελε για ακόμα μία φορά. Όλο το βράδυ έκλαιγα. Την επόμενη γύρισα και του είπα ότι χάσαμε το παιδί μας και ότι δεν με σέβεται. Δεν σεβάστηκε ούτε την ζωή που χάθηκε. Τον είπα αναίσθητο και γουρούνι. Φλίπαρε. Με τουλούμιασε στο ξύλο για ακόμα μία φορά, γιατί τον πρόσβαλα.

Μόνιμα με μείωνε. Μια ζωή. Για την εμφάνισή μου τα τελευταία χρόνια, για το τι μαγειρεύω, για τα πάντα! Μάζευα χρόνια… Δεν άντεξα άλλο, μάζεψα ό,τι δύναμη είχα και του είπα ότι ήθελα να χωρίσουμε. Ότι ήθελα διαζύγιο. Άρχισε να με χτυπάει και να μου ουρλιάζει ότι αυτόν δεν τον αφήνει καμιά. Του έριξα μια κλωτσιά στο πόδι, έχασε την ισορροπία του και έφυγα τρέχοντας για το τμήμα. Την κατάσταση την ξέρουν χρόνια. Τους μίλησα. Τον πέρασαν αυτόφωρο. Τώρα είμαστε με τους δικηγόρους. Έχω κατέβει ξανά Αθήνα, μένω στο πατρικό μου. Ο πατέρας μου με κοιτάει λες κι έκανα κανένα έγκλημα που θέλω να αφήσω τον άντρα μου. Τον δικαιολογεί. Του φαίνεται, βλέπεις, πολύ φυσιολογικό να σηκώνει χέρι όταν υπάρχει διαφωνία. Είναι κι αυτός ένα άλλο “γνήσιο αρσενικό”.

Αν είναι έτσι τα γνήσια αρσενικά, που «τιμάνε τα παντελόνια τους» δια της χειροδικίας, της παραμέλησης και του εξευτελισμού, τότε ας μείνω για πάντα μόνη. Ας έμενα στο ράφι εξ αρχής. Να μας λείπουν αυτά τα αρσενικά…

Νίκη Τσακίρη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading