Τα δύο πρόσωπα της Κατοχής

Σάμη, Κεφαλληνία, Ιανουάριος 1941

Ήταν Κυριακή ξημερώματα όταν η πρώτη γερμανική φρεγάτα κατέφτασε στο λιμάνι του νησιού, την Σάμη και απεβίβασε ορδή αντρών ντυμένων με βαριά ρούχα σε χακί χρώμα, αρβύλες, στρατιωτικά κράνη και όπλα περασμένα χιαστί στο σώμα.
Αφού χωρίστηκαν σε 3 ομάδες, οι στρατηγοί που παρέμειναν στη Σάμη βολιδοσκόπησαν την περιοχή και αμέσως εντόπισαν το σπίτι το οποίο θα επέλεγαν να εκμεταλλευτούν και να χρησιμοποιήσουν ως αρχηγείο, μιας και από τη μία τούς παρείχε πανοραμική θέα και από την άλλη ήταν κοντά στη θάλασσα.

“Μπαμπά, τι ήχος είναι αυτός; Φοβάμαι!”, ρώτησε η μικρότερη κόρη, κρατώντας αγκαλιά τα πόδια της μαμάς της
“Το ήξερα εγώ ότι δεν θα τη γλιτώναμε!”, είπε με ειρωνικό ύφος η μεγαλύτερη κόρη και όταν έβαλε το δάχτυλό της ανάμεσα στο παράθυρο και την κουρτίνα, τους είδε! “Όχι πάλι οι Ιταλοί!”, είπε κρατώντας σφιγμένα τα δόντια της και τις μπουνιές της – ήθελε πολύ να είναι άντρας κάτι τέτοιες ώρες – και αμέσως πρόσταξε τα υπόλοιπα κορίτσια να την ακολουθήσουν στην κρυψώνα τους που βρισκόταν στο πίσω μέρος του οικοπέδου.

Μπαμ! Ακούστηκε η πόρτα και 5 Ιταλοί εισέβαλαν στο σπίτι!

“Ragazza e vino!” φώναζαν και γύριζαν σαν τις σβούρες μέσα στο σπίτι, ανοίγοντας ντουλάπια, ψάχνοντας κάτω από τα κρεβάτια και πίσω από τις πόρτες, μέχρι που έσπρωξαν και έριξαν κάτω τη μάνα.

“Στοοοπ!” φώναξε ο πατέρας. “Νο κορίτσια νο κρασί εδώ!” είπε και κουνούσε τα χέρια του πέρα δώθε για να τους δώσει να καταλάβουν ότι δεν υπάρχει τίποτα από όσα ζητάνε μέσα στο σπίτι και έτρεξε να βοηθήσει τη γυναίκα του να σηκωθεί.
Τότε ένας από τους Ιταλούς τον έπιασε από τον λαιμό, τον έσπρωξε μέχρι να ακουμπήσει η πλάτη του στον τοίχο και αφού του έριξε ένα δυνατό χαστούκι που του μάτωσε τη μύτη, έβγαλε το όπλο και το ακούμπησε στον αριστερό του κρόταφο, όπλισε και…
“Stop now!” ακούστηκε μια φωνή. “No guns!” είπε o άντρας που στεκόταν στο κατώφλι. “Out!”
Ο Ιταλός αμέσως αφόπλισε, κατέβασε το όπλο, βάρεσε προσοχή και εξαφανίστηκε.

Η μάνα έτρεξε να αγκαλιάσει τον άντρα της, ενώ ο γερμανός αξιωματικός έσπευσε να συστηθεί, αξιοποιώντας τα ελληνικά που ήξερε…
-Αρχηγός Κλάους. Είστε ασφαλείς! Σηκωθείτε τώρα κύριε…
-Βαγγέλης, απάντησε κοφτά.
“Θα επιτάξουμε το σπίτι σας”, του ανακοίνωσε και συνέχισε “Θα πρέπει να ξέρω πόσα και ποια είναι τα μέλη της οικογένειάς σας!”
“Με όλο τον σεβασμό”, του απάντησε ο πατέρας, “δεν γίνεται! Μένουμε 9 άτομα σε αυτό το σπιτάκι και αποτελείται από 3 δωμάτια μόνο!”
“Σιωπή!” ανταπάντησε ο Κλάους. “Το υπνοδωμάτιο θα γίνει αρχηγείο και εσείς θα βολευτείτε στην κουζίνα! Φώναξέ μου και τα υπόλοιπα μέλη ΤΩΡΑ!”

Ο πατέρας μην μπορώντας να κάνει αλλιώς, μήνυσε στη γυναίκα του να φέρει τα κορίτσια και εκείνος μπήκε στη κρεβατοκάμαρα για να την αδειάσει.

Μετά από λίγα λεπτά, οι κοπέλες με την μητέρα τους μπήκαν σπίτι από την πίσω πόρτα, αυτή της κουζίνας, όντας όλες με κόκκινα μάτια γεμάτα δάκρυα, εκτός από τη μεγαλύτερη φυσικά.
Μόλις αντίκρισαν τους γερμανούς δε, η μικρότερη ξέσπασε σε λυγμούς και τις είχε κυριεύσει πια όλες ο φόβος! Είχαν ακούσει τι κάνουν οι στρατιώτες και πόσο μάλλον οι υψηλόβαθμοι στα κορίτσια και τώρα που στέκονταν μπροστά τους 7 αγνά πλάσματα, 10 έως 20 ετών, ήταν βέβαιες τόσο οι ίδιες όσο και οι γονείς, ότι οι επόμενες στιγμές και μέρες θα ήταν γεμάτες φρίκη και βία!

Ο Κλάους παρότρυνε την μάνα να τις ηρεμήσει…

“Εδώ μπροστά στους άντρες μου και τον πατέρα σας, τον Βαγγέλη, δίνω διαταγή να μην τολμήσουν οι ίδιοι να αγγίξουν ούτε μια τρίχα από τα μαλλιά σας και μάλιστα να σας προστατεύουν από κάθε ιταλικό κάθαρμα! Όποιος καταπατήσει την εντολή ανώτατου αξιωματικού θα θανατώνεται! Να γνωστοποιηθεί σε όλο το στράτευμα!”, είπε και τα κορίτσια κοιτάχτηκαν μεταξύ τους ενώ μικρά χαμόγελα έσκασαν στα πρόσωπά τους.

…Οι μέρες περνούσαν και όντως όχι μόνο δεν σήκωναν καν βλέμμα να κοιτάξουν τα κορίτσια είτε οι στρατηγοί είτε οι στρατιώτες που έμπαιναν στο σπίτι – αρχηγείο, αλλά όποτε περνούσαν οι κοπέλες για να πάνε από το μπάνιο στην κουζίνα ή την αυλή, οι στρατιώτες που φύλαγαν σκοπιά μέσα και γύρω από το σπίτι, στέκονταν ‘προσοχή’.
Και ο πατέρας είχε τολμήσει να νιώσει κάποια φιλικά αισθήματα για τον Κλάους, ακόμα κι αν του είχε στερήσει το δωμάτιό του και κοιμόταν στο πάτωμα της κουζίνας μαζί με τα μεγαλύτερα κορίτσια, ενώ η μάνα και η μικρή τους κοιμόντουσαν πάνω στο μπαούλο που ενίοτε χρησίμευε και ως ‘καναπές’ για να κάθονται να τρώνε.

Τα πράγματα κυλούσαν αρκετά ήρεμα και ομαλά σε αυτή την πλευρά του νησιού, σε σημείο που η οικογένεια του Βαγγέλη είχε ξεχάσει πως μενόταν πόλεμος και η Ελλάδα ήταν υπό ξένο ζυγό… Ώσπου μια μέρα ήρθε η είδηση πως στο διπλανό χωριό σκοτώσανε οι αντάρτες έναν γερμανό στρατιώτη και τα μάτια του Κλάους σκοτείνιασαν.

“Πάρτε τα όπλα, τις χειροβομβίδες και βάλτε μπρος τα αυτοκίνητα!” πρόσταξε στα γερμανικά και σχεδόν όλος ο στρατός συσπειρώθηκε στα Γριζάτα.

Μετά από λίγες ώρες ήταν πολύ έντονη η οσμή του καμένου και ο πατέρας βγήκε έξω να δει τι γίνεται. Τότε αντίκρισε ένα κόκκινο σύννεφο και μαύρα αποκαΐδια να αιωρούνται στον αέρα, που σε συνδυασμό με τους ήχους που κάνουν τα όπλα όταν ‘ξερνάνε φωτιά’, μύριζε όχι καμένο, αλλά θάνατος!

Επιστρέφοντας στο αρχηγείο ο Κλάους ήταν γεμάτος στο πρόσωπο, τα χέρια και τα ρούχα αίματα, ενώ στις αρβύλες του υπήρχαν υπολείμματα από ανθρώπινη σάρκα.
Πριν μπουν μέσα στο σπίτι και ενώ όλη η οικογένεια παρακολουθούσε στα κρυφά πίσω από τα τζάμια, διέταξε τους άντρες του να πετάξουν τα ρούχα τους στο πηγάδι, να κάνουν μπάνιο για να καθαρίσουν από τα αίματα και να φορέσουν τις εφεδρικές τους στολές και παραλλαγές, ενώ το μεγάλο σακούλι επιθυμούσε να το δώσει ο ίδιος στον Βαγγέλη.
Οι άντρες άρχισαν να γδύνονται στην αυλή και τότε η μάνα πήρε τα κορίτσια και πήγαν στο γνωστό κρυφό τους μέρος στην πίσω πλευρά του σπιτιού.
Αφού ξεπλύθηκαν όλοι με κρύο νερό και πράσινο σαπούνι στην αυλή – τι κι αν ήταν Φλεβάρης, είχαν πάρει τόσες ζωές αθώων ανθρώπων κάθε ηλικίας και φύλου και είχαν λεηλατήσει και κάψει ολόκληρο το χωριό ως αντίποινα για τον χαμό του ‘δικού’ τους, που μόνο το παγωμένο νερό που μουδιάζει όλο το σώμα και το συνεχές τρίψιμο στα χέρια (που πάτησαν τη σκανδάλη) και τα μάτια (που είδαν να φεύγει η ψυχή) μπορούσε να τους συνεφέρει! Πρώτος ο Κλάους μπήκε μέσα στο σπίτι, ντύθηκε και ζήτησε από τον πατέρα να δεχτεί το σακούλι που ήταν γεμάτο χρυσαφικά, ως ‘ευχαριστώ’ για την παραχώρηση του σπιτιού του στους Γερμανούς.
Ο Βαγγέλης κοίταξε καλά καλά το περιεχόμενο της σακούλας και αφού σήκωσε τα μάτια του κοίταξε τον Κλάους και του είπε:
“Αρνούμαι!” και ξέσπασε σε κλάματα! Κρατούσε στα χέρια του την περιουσία συνανθρώπων του που πριν λίγο τους στερήθηκε το δικαίωμα στη ζωή!

Ο Κλάους τότε άρπαξε την τσάντα, τράβηξε με δύναμη τον πατέρα από το μπράτσο και κατέβηκαν σχεδόν τρέχοντας στο λιμάνι όπου του είπε:
“Αν δεν τα θες, τα πετάω στη θάλασσα! Έχεις τόσα στόματα να θρέψεις! Πάρ’ τα!”
Ο πατέρας δεν απάντησε, μόνο έκλαιγε βουβά και τότε ο Κλάους άδειασε το περιεχόμενο της τσάντας στη θάλασσα και πέταξε το άδειο σακούλι στα πόδια του Βαγγέλη.

…Οι μήνες πέρασαν και το κλίμα μέσα στο σπίτι – αρχηγείο ήταν βαρύ, μέχρι που ήρθε το Πάσχα (Κυριακή 20 Απριλίου 1941) και κατά τις μεσημεριανές ώρες, την πόρτα χτύπησε ένας γερμανός στρατιώτης. Η μάνα άνοιξε και ο στρατιώτης της είπε: “For you” και εναπόθεσε την μεγάλη κούτα στα πόδια της.
Η μάνα δεν μπορούσε να τη σηκώσει από το βάρος και μην έχοντας καταλάβει τι της είπε ο στρατιώτης, την άφησε εκεί και πήγε να ενημερώσει τον άντρα της, που με τη σειρά του θα την παρέδιδε στον Κλάους.

Ο αξιωματικός άνοιξε την κούτα μέσα στη κουζίνα, έβγαλε σοκολάτες, αυγά – άλλα ωμά και άλλα βρασμένα και κόκκινα – κρασί και κονσέρβες με σαρδέλες! Τα κορίτσια κοίταζαν με ανοιχτό το στόμα, αλλά και οι γονείς προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τα σάλια τους. Από όταν ξέσπασε ο πόλεμος, τα παιδιά έπιναν πρωί και βράδυ χαμομήλι, που η μάνα μάζευε από την αυλή τους και τα μεσημεριανά ή τα βραδινά της οικογένειας ήταν φλούδες από σκόρδα ή σκορδαλιά!

Αφού τα εξέτασε καλά καλά, ο Κλάους πήρε τις σοκολάτες στα χέρια του και τις έδωσε στην μικρότερη κόρη. 20 σοκολάτες! “Τις έστειλαν οι γυναίκες μας για εσάς”, της είπε και αντάλλαξαν χαμόγελα. Έπειτα, έσπρωξε τις χάρτινες δωδεκάδες με τα αυγά προς την πλευρά της μητέρας και είπε: “Στα τόσα γράμματα που έχουμε ανταλλάξει με τις οικογένειές μας, δεν ήταν δυνατόν να μην τους μιλήσουμε για εσάς. Το πόσο αγαπάτε τον άντρα σας και τα παιδιά σας και ότι είστε υπόδειγμα μάνας. Σας παρακαλώ πολύ να τα δεχτείτε για να γιορτάσετε και το Πάσχα σας.”. Η μητέρα αν και ήξερε ότι θα πρέπει να τα αρνηθεί, όπως είχε κάνει ο άντρας της με τα χρυσαφικά, τα δέχτηκε. Έπρεπε να ταΐσει τα παιδιά της πια! Γι’ αυτό και επέτρεψε στα κορίτσια να κρατήσουν και να μοιραστούν τις σοκολάτες. “Όσον αφορά στο κρασί, θα πιούμε όλοι μαζί σήμερα και θα φάμε κοτόπουλο. Δεν θα δεχτώ αντιρρήσεις! Τις σαρδέλες θα τις κρατήσουμε για εμάς” .

Έκατσαν, λοιπόν, αργά το μεσημέρι να φάνε όλοι μαζί, άλλοι καθήμενοι στο πάτωμα, άλλοι σε καρέκλες, άλλοι πάνω σε μπαούλα. Δεν αντάλλαξαν κουβέντα.

Η μάνα το απόγευμα πήγε κρυφά στη γειτόνισσα αυγά και σοκολάτες…

Η πιο βάναυση και αιματηρή περίοδος της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδος, είναι αδιαμφισβήτητα η τετραετία από το 1940 έως και το 1944. Κάθε γραπτή πηγή και απόκομμα εφημερίδας της τότε εποχής, αποτυπώνει με θλιβερό και φρικιαστικό τρόπο τις θηριωδίες των Γερμανών σε όλη τη χώρα.

Υπήρξαν, άραγε, ‘καλοί Γερμανοί’ ή όλοι τους ήταν σκληροί και απάνθρωποι;

Αγγελική Ανδριοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading