Κι ας πάρει φωτιά ο κόσμος όλος!

Έκανε με το βλέμμα του ένα γύρο όλο το δωμάτιο, μην είχε ξεχάσει τίποτα. Χαμογέλασε πικρά στη σκέψη πως δεν θα ξαναβρισκόταν ποτέ εδώ μέσα, στο δωμάτιο που έζησε τα τελευταία 10 χρόνια της ζωής του. Η πόρτα της ντουλάπας, μισάνοιχτη, έχασκε σαν στόμα που κάτι ήθελε να ξεστομίσει, αλλά δεν ήταν σίγουρη πως έπρεπε, πως ο χρόνος ήταν σωστός ή πως θα είχε κάποιο νόημα πια. Εξάλλου ο Σήφης την απόφασή του την είχε πάρει και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να κάνει πίσω. Αφού δεν του την έδιναν, αφού όσες προσπάθειες κι αν είχε κάνει να πάρει την ευχή των δικών της, δεν τα κατάφερνε, θα την έκλεβε. Αυτή ήταν η μόνη λύση.

Μικρά παιδιά γνωρίστηκαν, στις ίδιες αλάνες έπαιζαν κι από πάντα θαρρείς την αγαπούσε. Πάντα διακριτικά πίσω της να την προσέχει, να την φροντίζει και να την υπερασπίζεται αν χρειαζόταν. Κι είχε χρειαστεί αρκετές φορές, γιατί το Μαριώ ήταν από μικρό ατίθασο κι άφοβο κι όλο έμπλεκε σε φασαρίες και όλο ήταν πρώτη σε κάθε τι επικίνδυνο. Κι ο Σήφης εκεί, δυο βήματα ξοπίσω της να επέμβει όπου χρειαστεί. Είτε για να την κατεβάσει από κάποιο ψηλό δέντρο, είτε για να της περιποιηθεί κάποιο πληγωμένο γόνατο, είτε για να μουντάρει κάποιον που την αντιμετώπιζε όχι σαν κορίτσι, αλλά σαν αγριοκάτσικο. Μα μήπως αυτό δεν ήταν; Όμοια με κρι κρι, δεν υποτασσόταν, δεν κατέβαζε το κεφάλι, δεν έκανε πίσω. Ούτε ακόμη κι όταν ο κύρης της, ο κυρ Μανώλης με τις μεγάλες μουστάκες, (που όλο το χωριό τον έτρεμε) της έβαζε τις φωνές. Εκείνη, μια σταλιά παιδί, όρθωνε ανάστημα μπροστά του, έβαζε τα χέρια στη μέση κι αντιμετώπιζε κάθε του φωνή, κάθε του λέξη, κάθε του μάλωμα, σαν “κουζουλό κοπέλι”, όπως συνήθως την έλεγε. Και μπορεί ο κυρ Μανώλης να ήταν ο φόβος κι ο τρόμος της περιοχής, αλλά για την κόρη του ήταν ο πιο γλυκός, ο πιο τρυφερός, ο πιο ανεκτικός πατέρας. Η αδυναμία που της είχε ήταν μεγάλη, τόση, που η γυναίκα του, η μάνα της, του έβαζε συχνά τις φωνές που την κακομαθαίνει, μα εκείνος δεν άκουγε, μαγεμένος απ’ τα μπλε σαν θάλασσες μάτια της και το γλυκό της χαμόγελο, δεν της έλεγε “όχι” σχεδόν ποτέ.

Μεγαλώνοντας, ηρέμησε το Μαριώ κι από αγριοκάτσικο, έγινε μια όμορφη, πολύ όμορφη κοπέλα, με ευγενικούς τρόπους. Είχαν όλοι να λένε για την νοικοκυροσύνη και τη λεβεντιά της. “Κι αν δεν έκαμες σερνικά Μανωλιό, μια τέτοια κόρη κάνει για δέκα κοπέλια!” του έλεγαν συχνά κι εκείνος καμάρωνε σαν… κρητικό σκεπάρνι! Κι είχαν τόσο δίκιο όλοι! Το Μαριώ, ήταν όμορφο, σεμνό και σεβαστικό. Και στη δουλειά έβαζε κάτω όλα τα σερνικά του χωριού, κανένας δεν την πρόφταινε. Κι ο Μανωλιός που δεν είχε καταφέρει να κάνει άλλο παιδί, ήταν σίγουρος πως την περιουσία που τόσα χρόνια είχε χτίσει, η Μαρία θα κατάφερνε να την διατηρήσει και να την μεγαλώσει. Γιατί όλα για εκείνη ήταν εξάλλου και οι ελιές και οι πορτοκαλιές και τα ζώα και όλα. Ήταν σίγουρος, πίστευε σ’ αυτήν, με μία προϋπόθεση, να κάνει έναν “σωστό” γάμο. Γιατί καλή και άξια η θυγατέρα του, μα ένα σερνικό πρέπει να υπάρχει στο σπίτι για να παίρνει τις αποφάσεις. Και στην κόρη του άξιζε το καλύτερο…

Ήταν εκεί κάπου στα 17 ο Σήφης και 14 το Μαριώ, που της έδωσε ένα λουλούδι και της εξομολογήθηκε ότι την αγαπά. Και κοκκίνισε πιότερο κι απ’ την παπαρούνα το Μαριώ, που κι εκείνο αγαπούσε τον Σήφη κρυφά από πάντα. Γιατί πάντα έβλεπε πόσο την πρόσεχε και πόσο την προστάτευε κι ίσως καμιά φορά έκανε και κάτι πιο ριψοκίνδυνο για να τον νιώσει κοντά της, για να νιώσει πόσο τη νοιαζόταν. Κι ήταν 2 χρόνια μετά που της δήλωσε πως θα πάει να την ζητήσει απ’ τον κύρη της. Και της το είπε δυνατά, θαρρετά κι ας ήξερε πως θα ήταν αδύνατον ο κυρ Μανώλης, ο πιο πλούσιος άντρας του χωριού, να θέλει να δώσει την μοσχαναθρεμμένη κόρη του στο Σήφη, τον γιο ενός απλού αγρότη. Έτρεμε και το φυλλοκάρδι της Μαρίας για την απάντηση του πατέρα της και κρατούσε κρυφή μόνο μια ελπίδα, πως δεν της χαλούσε ποτέ χατήρι, πως στο τέλος θα τον κατάφερνε να πει το ναι.

Το “όχι” του ακούστηκε μέχρι τους πέρα κάμπους. Και αυτό που είπε στον Σήφη, που τον έδιωξε κακήν κακώς από το σπίτι που είχε πάει με μια αγκαλιά λουλούδια να ζητήσει το χέρι της Μαρίας, αλλά και αυτό που είπε στην ίδια την κόρη του, που μια με παρακάλια και μια με φωνές, προσπαθούσε να τον πείσει πως αγαπούσε το Σήφη, πως αυτόν ήθελε να κάνει άντρα της. Και στο σπίτι την κλείδωσε και να τον ξαναδεί της απαγόρευσε και δεν λύγισε στιγμή απ’ τα κλάματα της μοναχοκόρης του. Κι απ’ την άλλη μήνυσε στον πατέρα του Σήφη, να μην τολμήσει να ξαναπλησιάσει την κόρη και το σπίτι του, γιατί θα τον έβρισκε μεγάλο κακό. Και πριν καλά καλά το καταλάβουν, το πάντρεψε το Μαριώ μ’ έναν κτηματία στα Χανιά κι ο Σήφης, μη μπορώντας να βρει πια δουλειά στα κτήματα του τόπου του (είχε φροντίσει ο κυρ Μανώλης γι’ αυτό), μπάρκαρε στα καράβια.

Δύσκολα ήταν τα χρόνια που πέρασαν, μ’ εκείνον να κοιτά τη θάλασσα και να θυμάται τα μάτια της και μ’ εκείνη να ζει μ’ έναν άντρα που δεν αγαπούσε, ενώ ταυτόχρονα θα έπρεπε να μην καταλάβει κανείς τίποτα, γιατί “τι θα πει ο κόσμος;”.

Και πέρασε ο καιρός κι η Μαρία που στο μεταξύ είχε κάνει 3 παιδιά, χήρεψε. Κι όταν ο Σήφης το πληροφορήθηκε, παράτησε θάλασσες και καράβια και γύρισε στην Κρήτη. Και δεν τον πείραζε που η Μαρία είχε χτίσει μια ζωή χωρίς εκείνον, σάμπως είχε άλλη επιλογή κι εκείνη; Θα γυρνούσε και θα τη γύρευε για γυναίκα του, να κερδίσει αυτό που κάποτε του είχαν αρνηθεί. Πια είχε κάνει γερό κομπόδεμα και κανείς δεν θα μπορούσε να τον διώξει. Ή μήπως όχι;

Το “όχι” που άκουσε απ’ τους δικούς της, ήταν πιο βροντερό απ’ αυτό που είχε ακούσει κάποτε απ’ τον κυρ Μανώλη, που είχε από χρόνια πεθάνει. Και δεύτερη φορά τον έδιωξαν κακήν κακώς απ’ το σπίτι, γιατί είχε μεν μια οικονομική επιφάνεια πια, μα “Πού ακούστηκε χήρα γυναίκα να ξαναπαντρεύεται; Τι θα πει ο κόσμος;”. Μα κανείς δεν κάτεχε πως τούτη τη φορά δεν θ’ άκουγε κανέναν, πως το Μαριώ θα το έπαιρνε γυναίκα του, ο κόσμος να χαλούσε…

-Πες μου εσύ το “ναι” και κανέναν δεν θ’ ακούσω! Αύριο θα έρθω να σε κλέψω! της είπε ένα βράδυ που την συνάντησε κρυφά στην πίσω αυλή του σπιτιού της

-Σήφη μου, δεν γίνεται, αφού βλέπεις πως…

-Μ’ αγαπάς Μαριώ; Αυτό θέλω μόνο να ξέρω!

-Σ’ αγαπάω Σηφαλιώ μου, πάντα εσένα αγαπούσα… του είπε και κατέβασε ντροπαλά το βλέμμα στο χώμα

-Αύριο στις 2 μετά τα μεσάνυχτα να είσαι εδώ, με μια μικρή βαλίτσα μόνο με τα απαραίτητα. Τα άλλα άστα πάνω μου!

-Μα Σηφαλιώ μου… τι θα πει ο κόσμος;

-Εγώ θα σε πάρω γυναίκα μου κι ας πάρει φωτιά ο κόσμος Μαριώ! Στις 2 να είσαι εδώ… της είπε και χάθηκε σαν τον κλέφτη μέσα στη νύχτα

*****

Έκανε με το βλέμμα του ένα γύρο όλο το δωμάτιο, μην είχε ξεχάσει τίποτα. Χαμογέλασε πικρά στη σκέψη πως δεν θα ξαναβρισκόταν ποτέ εδώ μέσα, στο δωμάτιο που έζησε τα τελευταία 10 χρόνια της ζωής του. Η πόρτα της ντουλάπας, μισάνοιχτη, έχασκε σαν στόμα που κάτι ήθελε να ξεστομίσει, αλλά δεν ήταν σίγουρη πως έπρεπε, πως ο χρόνος ήταν σωστός ή πως θα είχε κάποιο νόημα πια. Εξάλλου ο Σήφης την απόφασή του την είχε πάρει και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να κάνει πίσω. Αφού δεν του την έδιναν, αφού όσες προσπάθειες κι αν είχε κάνει να πάρει την ευχή των δικών της, δεν τα κατάφερνε, θα την έκλεβε. Αυτή ήταν η μόνη λύση.

Το επόμενο πρωί, το δωμάτιο της Μαρίας ήταν άδειο και πάνω στο κρεβάτι της υπήρχε μόνο ένα γράμμα “Έφυγα με τον Σήφη. Τον αγαπώ και θα ζήσω μαζί του. Κι ας πάρει φωτιά ο κόσμος όλος!”. Η οικογένειά της φώναξε, έκλαψε, έψαξε, μα η απόφαση είχε παρθεί και το όνειρό τους είχε γίνει πια πραγματικότητα.

Ο Σήφης και το Μαριώ έφυγαν μακριά απ’ όλους και όλα και παντρεύτηκαν λίγες βδομάδες αργότερα σ’ ένα απόμερο ξωκλήσι κάπου στην Χαλκιδική, όπου είχαν καταφύγει για να κάνουν μια νέα, κοινή αρχή στη ζωή τους. Εκεί, μπροστά στη γαλάζια θάλασσα, που τόσο έμοιαζε με τα μάτια της Μαρίας, έδωσαν όλους τους όρκους που κρατούσαν για χρόνια φυλαγμένους στην καρδιά τους. Εκεί, μπροστά στη θάλασσα αντάλλαξαν όνειρα, αγκαλιές και λόγια αγάπης. Εκεί, θα ζούσαν όλα όσα δεν τους είχε επιτραπεί να ζήσουν. Τι κι αν ο Σήφης ήταν πια 82 και το Μαριώ 79; Τι κι αν έλεγε ο κόσμος πως ξεμωράθηκαν και κλέφτηκαν στα γεράματα; Εκείνοι θα το ζούσαν. Θα το ζούσαν ακριβώς όπως το ήθελαν από τα μικράτα τους, θα το ζούσαν μέχρι που να τους χώριζε ο θάνατος. Θα το ζούσαν κι ας έπαιρνε φωτιά ο κόσμος όλος!

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading