Η νονά δεν με ξεχνά

“Αγόρι μου, η λαμπάδα σου” του είπε η νονά και του έδωσε την λαμπάδα συγκινημένη. Μια μικρή μπουκίτσα ήταν η νονά, την αγκάλιασε και χάθηκε μέσα στην αγκαλιά του! Πλησίαζε τα πενήντα ο Λευτέρης και αυτή η καταπληκτική γυναίκα δεν τον είχε ξεχάσει ούτε μια χρονιά! Πάντα ερχόταν να τον δει, παρά την προχωρημένη ηλικία και το βασανισμένο κορμί της. Ταπεινή γυναίκα, είχε πάθει η μέση της από την δουλειά και αναγκαστικά, στην προσπάθειά της να περπατήσει, έγερνε κάπως μπροστά τον κορμό της.
«Σου έφερα και κουλουράκια πορτοκαλιού, που σου αρέσουν. Δεν έφτιαξα πολλά φέτος, δεν πιάνουν καλά τα χέρια μου παιδί μου» απολογήθηκε η νονά.
«Νονά μου! Μπήκες σε κόπο μεγάλο. Σε ευχαριστώ πολύ για όλα. Μα πάτησα τα πενήντα, μεγάλωσα πια, δεν χρειάζεται… Δεν με ειδοποίησες πως θα έρθεις, να σε πάρω με το αυτοκίνητο να μην περπατάς» την μάλωσε γλυκά ο Λευτέρης.
«Δεν πειράζει αγόρι μου. Καλά να είμαστε να έρχομαι. Αν ήθελα την ησυχία μου, δεν θα γινόμουν νονά σου. Μωρό ήσουν, άνοιξα την αγκαλιά μου και ήρθες. Τότε η μάνα σου, μου είπε πως δεν πήγαινες σε κανέναν και απάντησα, αφού ήρθε σε εμένα, θα το βαπτίσω. Με διάλεξες, μα και εγώ εσένα, όταν σε είδα με την πάνα σου, είπα αυτό το παιδί είναι δικό μου»

Και τον είχε σαν δικό της τον Λευτέρη, αλήθεια ήταν, από τα χρήματα που λάμβανε κάθε μήνα, τα μισά τα έδινε στην μάνα του, να μην του λείψει τίποτα του Λευτέρη της!
Τον προίκισαν με αγαθά μέσα στην φτώχεια την μεγάλη, μα δυστυχώς του έλειψε η αγάπη. Με γυναίκα δεν στέριωνε, ήταν και η δουλειά του δύσκολη, όσο και αν ήθελε κάποια να μείνει μαζί του, τελικά η συναισθηματική μοναξιά την έδιωχνε, θλιμμένη και απογοητευμένη.

Θλιμμένη μα όχι απογοητευμένη έφυγε και η νονά από το γραφείο του, να πάρει τον δρόμο της επιστροφής στον τόπο της, σκεπτόμενη πως ήταν η τελευταία συγγενής του Λευτέρη, δεν είχε κανέναν να νοιάζεται το πλάσμα της. «Μεγάλωσε δύσκολα και αυτό, έπεσε με τα μούτρα στην δουλειά να ξεφύγει από την φτώχεια του» σκεφτόταν η νονά και τον δικαιολογούσε. «Δώσε του φώτιση να βρει την ευτυχία» ευχόταν ενδόμυχα όταν αγόραζε την λαμπάδα του.

Γνώριζε καλά, πως ο Λευτέρης δεν ντρεπόταν για την ταπεινή καταγωγή του, αυτές ήταν οι συνθήκες που έζησε. Οι γονείς του παντρεύτηκαν από κεραυνοβόλο έρωτα, είπαν, μα αν ήξεραν τι έφερνε το σμίξιμό τους, ίσως να τον ξανασκέφτονταν. Την προίκισαν την μάνα του τα αδέλφια της με έπιπλα, εκείνη είχε την προικούλα που έφτιαχνε σιγά σιγά από τα δώδεκά της, σεντόνια, τραπεζομάντηλα, εσώρουχα, κουρτίνες, ριχτάρια, φλοκάτες και πολλά κεντητά που είχε κεντήσει η ίδια και οι αδελφές της. Ένα υπόγειο πήραν από το σόι του άντρα της, που έφτιαξαν, κάπως να στεγάσουν την οικογένειά τους και στόλισε και τη προίκα της η κυρά Μαρίκα να σπάσει κάπως την μουντίλα και την υγρασία. Τρία παιδιά έκαναν μαζί, που καταλάβαιναν πόσο η δική τους οικογένεια διέφερε από τις υπόλοιπες. Ο Λευτέρης ο μεγαλύτερος, ο Παύλος και η Ευαγγελία. Ο Λευτέρης σαν μεγαλύτερο παιδί καταλάβαινε περισσότερα, δεν ρώταγε πολλά και όταν τα μικρότερα παιδιά ζήλευαν σαν παιδιά κάτι να πάρουν, η μητέρα πάντα έλεγε με μια πίστη «Μεθαύριο» εννοώντας το μέλλον «θα το πάρουμε».

Θλιβερό το υπόγειο στην μνήμη της, με τρία δωμάτια, ένα μεγάλο υπνοδωμάτιο, που κοιμόντουσαν όλοι μαζί, μία κουζίνα με τσιμεντένιο νεροχύτη, κουζινοτράπεζο, ψυγείο και ένα μεσαίο δωμάτιο, με την ολοκαίνουργια τραπεζαρία και σερβάν. Σε έναν χώρο πρώην αίθριο, είχαν κατασκευάσει πρόχειρα μια τζαμαρία, στην μέση δέσποζε ο καναπές σε χρώμα κυπαρίσσι και οι δυο πολυθρόνες με το μαρμάρινο τραπεζάκι που συμπλήρωναν το σετ. Όλα έμοιαζαν στριμωγμένα και παράταιρα στο μουχλιασμένο υπόγειο, με αποκορύφωμα την τουαλέτα, που βρισκόταν εκτός σπιτιού. Η Μαρίκα το βράδυ έστρωνε φύλλα εφημερίδας στο πάτωμα και τοποθετούσε ένα μεγάλο κουβά για την ανάγκη τους, να μην βγαίνουν μες την νύχτα τα παιδιά, ειδικά τον χειμώνα.

Φτώχεια, μεγάλη φτώχεια έζησε η οικογένεια. Και η φτώχεια «φέρνει» ανέχεια και η ανέχεια γκρίνια. Καυγάδες, φωνές και μια μάνα κλαμένη που κατηγορούσε τον εαυτό της για όλα. Πονοκέφαλοι την ταλαιπωρούσαν και πίεση από τριάντα χρόνων την κυρά Μαρίκα, διότι ό,τι δεν αντέχει η ψυχή τα σπρώχνει στο σώμα, μήπως οι άνθρωποι καταλάβουν, δουν τα σημάδια της και προσπαθήσουν να την επουλώσουν.

Η νονά, ήταν ξαδέλφη της μητέρας του, άτεκνη η ίδια βάπτισε τον Λευτέρη και με τον τρόπο της πάντα βοηθούσε την οικογένεια, η αγκαλιά της γεμάτη δώρα για όλα τα παιδιά. Μα τον Λευτέρη της πάντα τον πρόσεχε λίγο παραπάνω, τι νονά ήταν;

Όπως τότε, που μπήκε φυλακή ο πατέρας του, τον έμπλεξαν στον τζόγο, πέθανε σε ένα κελί αφήνοντας χήρα και ορφανά και τον Λευτέρη δεκαπέντε χρονών προστάτη της οικογένειας. Τον βοήθησε η νονά, του βρήκε δουλειά ξυλουργού στον μάστορα τον κυρ-Χρήστο, να μάθει μια τέχνη να έχει ψωμί η οικογένειά του. Μα εκείνος ζουζούνι, όχι μόνο έμαθε, μα πήγε και σχολείο νυχτερινό, διάβασε, μπήκε στο Πολυτεχνείο. Μηχανικός, πόσο καμάρι και βοηθούσε η νονά την οικογένεια και εκείνον να έχει χρόνο να διαβάσει, «το παιδί».

Στα πέντε χρόνια από τον θάνατο του πατέρα τους, έχασαν και την κυρά Μαρίκα, δεν άντεξε η ταλαιπωρημένη καρδιά της. Μετά τον χαμό της μητέρας, ο Παύλος και η Ευαγγελία δοκίμασαν την τύχη τους στο εξωτερικό, ο Λευτέρης από καιρό είχε μετακομίσει στην Αθήνα και έτσι η νονά έμεινε μόνη. Μα τέτοιες ημέρες, έπαιρνε το ΚΤΕΛ και πήγαινε να τον βρει, να του δώσει τα πασχαλινά εδέσματα, την λαμπάδα του, να του δώσει την αγάπη της, να τον δει από κοντά, πώς είναι το χρώμα του, αν χαμογελά, πόσο έχει βαθύνει το βλέμμα του, αν βρήκε αντίδοτο στην μοναξιά του… Όλα τα παραπάνω σκεφτόταν η νονά φεύγοντας από το γραφείο του Λευτέρη και έτσι χαμένη μες τις σκέψεις της, δεν είδε την κοπέλα που κρατούσε το δίσκο με τους καφέδες, πέφτοντας πάνω της.

Από τον θόρυβο του σπασίματος των ποτηριών, βγήκε από το γραφείο ο Λευτέρης, κοιτώντας αποδοκιμαστικά την κοπέλα που είχε χλωμιάσει και έστεκε ακίνητη, χωρίς να ξέρει τι να πει ή τι να κάνει, κοιτώντας πότε το λερωμένο φόρεμα της νονάς, πότε τα σπασμένα στο πάτωμα. Η νονά τον παρακάλεσε να μην μαλώσει την κοπέλα, το φταίξιμο ήταν δικό της και όταν η κοπέλα σήκωσε το βλέμμα, με έκπληξη είδε τον Λευτέρη και την νονά, τους αναγνώρισε, ήταν η Μαρία, φίλη της αδελφής του Λευτέρη, έπαιζαν κάποιες φορές και μαζί. Έλαμψε το πρόσωπό της στην αναγνώριση γνωστών.

«Με συγχωρείς Λευτέρη, είμαι καινούρια εδώ και έχω πολύ τρακ» απολογήθηκε και έκανε να μαζέψει από το πάτωμα τα γυαλιά
«Να σε βοηθήσω» προθυμοποιήθηκε η αγνή καρδιά της νονάς και έκανε να σκύψει, μα μάγκωσε η μέση της και έμεινε στην μέση της διαδρομής
«Όχι εσύ νονά, εγώ θα βοηθήσω την Μαρία» την κάθισε σε μια πολυθρόνα να ξεκουράσει την μέση της και έσκυψε μαζί με την Μαρία να μαζέψουν τα σπασμένα. Μισογέλασε η νονά. «Ο όμοιος βρήκε τον όμοιο. Λες του χρόνου να φέρω διπλή λαμπάδα;» σκέφτηκε η νονά και έφυγε διακριτικά να αφήσει χώρο και χρόνο στους παλιούς γνωστούς να σμίξουν οι καρδιές τους.

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading