Ήταν από εκείνες τις δύσκολες μέρες που ξημέρωναν αθόρυβα. Η ανάσα του όλο και γινόταν πιο βαριά και τα πόδια του πλέον είχαν κουραστεί. Δύο μέτρα μπόι είχε και η μάνα του συνέχεια τον πείραζε και αυτός όλο καμάρι ήταν. Σήμερα όμως ήταν αλλιώς, σαν κάτι να αισθανόταν. Το ήξερε βέβαια από καιρό, αλλά τώρα πια μέσα του η φωνή που προμήνυε το τέλος όλο και φούντωνε.
Κοίταξε δειλά την φωτογραφία που είχε στο κομοδίνο δίπλα του σαν φυλαχτό. Ήταν τα παιδάκια του μικρά, γελούσαν σε ‘κείνη τη στιγμή που είχε παγώσει ο φακός. Πόσο του είχαν λείψει αυτές οι στιγμές… του φαινόταν σαν να είχαν περάσει αιώνες ολόκληροι!
Η πόρτα άνοιξε και θαρρείς γέμισε το δωμάτιο με φως. Μια παιδική φωνούλα έφτασε στα αυτιά του σαν η πιο γλυκιά μελωδία. Είχε αρκετό καιρό να δει την εγγονή του, αλλά σήμερα είχε έρθει να παίξει μαζί του και η ψυχή του αναθάρρησε για λίγο. Ήρθε ξαφνικά στο μυαλό του μια ανάμνηση από την πρωτότοκη κορούλα του, αυτή που τώρα είχε γίνει η ίδια μανούλα. Την είδε μπροστά του μωράκι, ένα τόσο δα μικρό ανθρωπάκι που έκλαιγε συνέχεια και δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Αχ και τι δε θα έδινε να γυρνούσε πίσω το χρόνο…
Ένα τραγουδάκι τον έφερε πάλι πίσω στο παρόν. Η μικρή εγγονή του έλεγε ένα ποιηματάκι που της είχε μάθει η γιαγιά της για να του φτιάξει το κέφι. “Σήκω Λάζαρε και μη κοιμάσαι, ήρθε η μάνα σου από την πόλη, σου ‘φερε χαρτί…”. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του, ήθελε να σηκωθεί, να τραγουδήσει μαζί της, να χορέψει, να γελάσει, να παίξει, να ζήσει… Ήθελε να ζήσει, αλλά το ήξερε ότι ο χρόνος του τελείωνε.
Σηκώθηκε δειλά από το κρεβάτι, σε μια προσπάθεια να την αγκαλιάσει, αλλά ο πόνος ήταν πιο δυνατός από την επιθυμία του. Η δεύτερη κόρη του ήρθε να ταράξει τις σκέψεις του, λέγοντάς του “πού είσαι ρε πατέρα!”. Ήταν “η αφασία του” όπως της αποκαλούσε, δεν έπαιρνε τη ζωή στα σοβαρά, αλλά ούτε και η ζωή αυτήν. Έριξε μια ματιά στο δωμάτιο έτσι γεμάτο όπως ήταν από τους ανθρώπους του και η καρδιά του μαλάκωσε για λίγο. Ήθελε πολλά να τους πει, αλλά είχε πλέον κουραστεί. Είχε ζήσει πολλά, είχε ακούσει αλλά τόσα από δήθεν συμβουλάτορες που του υποδείκνυαν πως πρέπει να είναι πιο υπεύθυνος. Δεν έδωσε ποτέ σημασία όμως και έκανε αυτό που ήξερε πιο καλά, να αγαπά με τον δικό του μοναδικό τρόπο.
Η ώρα είχε περάσει, τα παιδιά του ετοιμάστηκαν να φύγουν. “Σε αγαπάμε πολύ μπαμπά, να προσέχεις”, του είπαν. Βγαίνοντας στο μπαλκόνι να τις δει που έφευγαν, έπεσε το βλέμμα του σε μια όμορφη μηχανή. Θυμήθηκε τις βόλτες που έκανε με την μηχανή του, ελεύθερος, τρελός αυτός και η τσόπερ του. “Και εγώ σας αγαπώ μωρά μου. Και εγώ…”.
Την επόμενη μέρα ήρθε και το Άγιο Πάσχα και παντού αντηχούσαν χαρμόσυνες καμπάνες. “Χριστός Ανέστη εκ νεκρών”, ακούγονταν από παντού. Γέλασε γλυκά κοιτώντας τον ουρανό. “Αληθώς Ανέστη”, αναφώνησε. Έπειτα έκλεισε τα μάτια του, που τόσα πολλά είχαν δει και η καρδιά του σταμάτησε να χτυπά. Η τσόπερ που τόσες μέρες ήταν παρατημένη στο δρόμο, την μέρα εκείνη δεν υπήρχε πουθενά.
Melina
