Ο Σταμάτης

Ο Γιώργος άνοιξε την πόρτα κρατώντας το «αυγό» με την νεογέννητη κόρη του στο χέρι και ακριβώς από πίσω ακολουθούσε η γυναίκα του Αλκμήνη.

«Να μας ζήσει!» είπαν όλοι με μια φωνή.

Με ένα τεράστιο χαμόγελο τους υποδέχτηκε η κυρία Μαρίκα στο σπίτι και αμέσως πρότεινε στην νύφη της να πάει να ξαπλώσει και να ξεκουραστεί… «Θα το προσέξω εγώ το μωρό κόρη μου! Άφησέ το μου, μιας και δεν θηλάζεις να το χαρώ και ξεκούρασε το κορμάκι σου! Τρία παιδιά έχω μεγαλώσει, ξέρω πώς να το φροντίσω», είπε με τρεμάμενη φωνή και μάτια γεμάτα δάκρυα που πάσχιζε να τα κρατήσει να μην ξεχυθούν στα μαγουλά της. Η νεαρή μητέρα την ευχαρίστησε από καρδιάς, την πήρε αγκαλιά και πήγε να κάνει ένα καυτό μπάνιο και έπειτα να κοιμηθεί, επιτέλους!

Η βραδιά πέρασε με τους υπόλοιπους να ασχολούνται ασταμάτητα και ακούραστα με την μικρούλα, τρώγοντας και ακούγοντας μία τον Γιώργο που αφηγούνταν στιγμές από το μαιευτήριο, μία την μητέρα του που αναστοχαζόταν στιγμές και περιπέτειες με τα παιδιά της από όταν ήταν νεογέννητα. Και κάθε φορά που το μυαλό της ανακαλούσε μια στιγμή με τον Σταμάτη, έβαζε τα κλάματα. «Έλα βρε μαμά μου, ηρέμησε!», της έλεγε η Δάφνη και την έπαιρνε αγκαλιά, ενώ ο Γιώργος έμενε απαθής.

-Θέλεις να κοιμηθώ εδώ απόψε; ρώτησε η κυρία Μαρίκα τον γιο της με γλυκό ύφος.
-Όχι ρε μάνα. Πήγαινε πάνω, θα ξυπνήσω την Αλκμήνη και θα το πάμε με βάρδιες. Αν χάσουμε τη μπάλα θα σε πάρω τηλέφωνο, εντάξει;
-Εντάξει παλικάρι μου. Καληνύχτα. του είπε και τον φίλησε στο μάγουλο.

Η πόρτα έκλεισε και ο Γιώργος κοίταξε το χώρο γύρω του και μετά την μικρούλα του… «Δύο όροφοι, δεν το λες κι άσχημα. Θα αξιοποιήσω και τον ακάλυπτο πίσω και θα φτιάξω ένα play room για σένα. Νόμιμο, παράνομο δεν με νοιάζει. Θα σας έχω και τις δύο βασίλισσες!», σκέφτηκε και κίνησε να πάει να ξυπνήσει την γυναίκα του.

Το βράδυ φαινόταν να περνά αρκετά καλά, αφού ανά δύο ώρες ξύπναγαν μία ο ένας μία ο άλλος για να ταΐσουν την μικρή. Μέχρι που έφτασε η ώρα 4 το πρωί και ο Γιώργος πετάχτηκε μέσα στα νεύρα βρίζοντας.

-Καλά ποιος μ@λ@κ@ς τρέχει τέτοια ώρα με τη μηχανή γύρω από το σπίτι;
-Αγάπη μου ηρέμησε! Θα ξυπνήσεις το μωρό! Μόλις την κοίμισα! Ποια μηχανή;
-Καλά, δεν την ακούς μια ώρα τώρα; Έχει λυσσάξει στις σούζες και τα μαρσαρίσματα!
-Μάλλον θα έβλεπες κάποιο όνειρο, προσπάθησε να τον καθησυχάσει η Αλκμήνη. Έλα να ξαπλώσουμε… είπε και τον πήρε αγκαλιά.
Όντως για το υπόλοιπο βράδυ μέχρι που ξημέρωσε δεν ξανακούστηκε τίποτα.

Με το πρώτο φως, ο Γιώργος βγήκε στην αυλή για να τσεκάρει τον δρόμο μπροστά από το σπίτι, μήπως και έβλεπε στην άσφαλτο κάποια σημάδια από μηχανή… Τίποτα!

Την υπόλοιπη μέρα, όσο η κυρία Μαρίκα και η Αλκμήνη φρόντιζαν την μικρούλα, εκείνος έκανε σχέδια για το ισόγειο – που έμεναν τώρα – , την αυλή και τον δεύτερο όροφο που ήταν πια δικά του.

Αργά το απόγευμα κατέβηκε από τον πρώτο όροφο να τους επισκεφτεί και να βοηθήσει και η Δάφνη. Μόλις την είδε ο Γιώργος, επικαλέστηκε κάποια αδιαθεσία και εξαφανίστηκε από το σαλόνι.
-Δεν έχεις σκοπό να τα βρεις με τον αδερφό σου βρε Δάφνη μου; Είσαι τόσο καλό κορίτσι…
-Ααα μην συνεχίζεις Αλκμήνη, σε παρακαλώ! Δεν έχω καμία διάθεση να του ξανααπευθύνω καν τον λόγο μετά τη συμπεριφορά του! Θες να κάτσω να σε βοηθήσω; Ευχαρίστως! Αλλά άσε τον Γιώργο έξω από τη συζήτηση!
-Μα είστε αδέρφια ρε Δάφνη. Πρέπει να είστε ενωμένοι, ειδικά μετά από ό,τι έγινε με τον Σταμάτη…
-Ωχουυ, εσύ δεν παίρνεις από λόγια! Έφυγα! Καληνύχτα! Καλή τύχη με τον βλάκα τον αδερφό μου!, είπε η Δάφνη και αν και ήθελε να βροντήξει δυνατά την εξώπορτα, σκέφτηκε την μικρή και την έκλεισε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε.
-Έφυγε; ρώτησε με αηδία ο Γιώργος
-Ναι… απάντησε με θλιμμένο ύφος η Αλκμήνη.

Αγαπούσε τόσο πολύ τον άντρα της και ο Θεός της είχε στείλει μια πεθερά και μια νύφη μάλαμα, που όμως δεν τα έβρισκαν με τίποτα μεταξύ τους!

Το βράδυ πέρασε και πάλι με βάρδιες και στις 4 τα ξημερώματα ο Γιώργος πάλι πετάχτηκε από έντονους θορύβους μηχανής. Αυτή τη φορά δεν έβρισε, ούτε ξύπνησε τις αγαπημένες του, μα φορώντας πρόχειρα ένα μπουφάν βγήκε στην αυλή και είδε… τον Σταμάτη! Αρχικά κοκκάλωσε, μετά έτριψε καλά τα μάτια του και αφού η εικόνα του αδερφού του να είναι χαμογελαστός πάνω στην μοτοσυκλέτα του δεν έφευγε από μπροστά του, ξεροκατάπιε και κατάφερε να ψελλίσει…
-Σταμάτη;!
-Γειά σου αδερφέ!  απάντησε με δυνατή φωνή ο Σταμάτης

Ο Γιώργος γύρισε αμέσως πίσω και κοίταξε μέσα στο σπίτι μήπως και ξύπνησε η μικρή μετά από τέτοιες φωνές. Επιστρέφοντας το βλέμμα του μπροστά, είδε τον αδερφό του στην εξωτερική πλευρά του κάγκελου της αυλής.

-Πώς πάει με το σπίτι; Όλα καλά ε; Ειδικά τώρα που έφυγα από τη μέση ε; ρώτησε, διατηρώντας το μεγάλο του χαμόγελο ο Σταμάτης
-Δεν γίνεται να μου μιλάς! Δεν γίνεται να είσαι εδώ! Έχω κουραστεί από την αϋπνία! Και μόνο που σου απευθύνω τον λόγο είναι τρελό!
-Γιατί; Επειδή είμαι νεκρός; ρώτησε ο Σταμάτης και το πρόσωπό του αγρίεψε και άρχισε να υποχωρεί η σάρκα και να αχνοφαίνεται το σπασμένο του κρανίο, τα αλλοιωμένα από το ατύχημα χαρακτηριστικά, τα σπασμένα του πλευρά εκ των οποίων το ένα είχε διαπεράσει τον πνεύμονα και το δεξί χέρι και το αριστερό πόδι εξαφανίστηκαν.

Ο Γιώργος είχε μπροστά του τον αδερφό του, όπως τον βρήκαν τότε, πριν από 7 χρόνια, παραμονή Πρωτοχρονιάς, παρατημένο σε κεντρικό δρόμο της Αθήνας.

-Δεν ήρθες καν να με αποχαιρετήσεις μπ@στ@ρδε! Δες με τώρα! Έτσι με παράτησε ο τύπος που οδηγούσε το αυτοκίνητο και πέρασε το στοπ παράνομα! Αν φορούσα το κράνος ίσως και να ζούσα… και τότε θα σου χαλούσα τα σχέδια ε;

Ο Γιώργος είχε παγώσει! Δεν άντεχε το θέαμα και όμως παρατηρούσε τον Σταμάτη από πάνω μέχρι κάτω χωρίς καν να κλείσει τα βλέφαρά του…

-Δεν άντεχα να σε αποχαιρετήσω… είπε ο Γιώργος τρέμοντας και συνέχισε, Δεν άντεχα τον πόνο…

-Ψέματα! ούρλιαξε ο Σταμάτης και όλα τα φθαρμένα κόκκαλα στο αλλοιωμένο κορμί του τρεμόπαιξαν. Ήμουν πάντα εμπόδιο για σένα! Γιατί η μάνα με αγαπούσε περισσότερο, γιατί οι γκόμενες προτιμούσαν εμένα, γιατί ήμουν επιτυχημένος στη δουλειά μου! Πάντα με ζήλευες! Γι’ αυτό μου έκοψες τα φρένα και σε ένα δευτερόλεπτο χάθηκα κι εγώ και η αγαπημένη μου μοτοσυκλέτα! φώναξε

Ο Γιώργος έπαψε να στέκεται τρομαγμένος απέναντί του και με περίσσιο θυμό και δυνατή φωνή είπε: «Χάσου από εδώ! Πάντα ήσουν εμπόδιο στη ζωή μου! Καλά έκανα και σε έβγαλα από τη μέση! Τώρα έχω διπλή περιουσία και με το μωρό μέσα είμαι ο αγαπημένος της μαμάς, ενώ εσύ μια φωτογραφία στον τοίχο της! Ακούς;!». Όσα έλεγε τα φώναζε με τόσο έντονο πάθος, που δεν πήρε χαμπάρι την μητέρα του που στεκόταν πίσω του…

Εκείνη έβαλε τα κλάματα και έτρεξε μέσα, ενώ ο Σταμάτης είχε χαθεί πια μια για πάντα, αφού έχοντας αποκαλύψει την αλήθεια, η ψυχή του επαναπαύθηκε…

Αγγελική Ανδριοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading