Στήλη άλατος έμεινε η Παναγούλα σαν άνοιξε την πόρτα του αρχοντικού σπιτιού, στο οποίο υπηρετούσε από κοπέλα. Μπροστά στη γυναίκα στεκόταν ένα κορίτσι που ήταν ‘φτυστή’ η ίδια στα νιάτα της. Σαν να είχε γυρίσει ο χρόνος 25 χρόνια πίσω και η Παναγούλα γυαλιζόταν στον καθρέφτη.
Δεν έχασε ωστόσο ούτε τα λόγια ούτε την ψυχραιμία της. Κατάλαβε ποιο ήταν αυτό το θηλυκό. Τι γύρευε εκεί δεν ήξερε.
«Τι ζητάς του λόγου σου; Αν ήρθες για ζητιανιά, να φύγεις όπως ήρθες», της είπε κοφτά και έκανε να της κλείσει κατάμουτρα την πόρτα.
«Ψάχνω τη γιαγιά μου, τη Θανάσω. Ήταν χρόνια στη δούλεψη αυτής της φαμίλιας», είπε αποφασιστικά το νεαρό κορίτσι.
«Δεν υπάρχει σ’ αυτό το σπιτικό…»
«Τι συμβαίνει Παναγούλα; Ποιο είναι το κορίτσι; Γιατί ψάχνει τη μητέρα σου;», παρενέβη η Ελένη, η κυρία του αρχοντικού, που είχε ακούσει το χτύπημα της πόρτας και είχε έρθει να δει ποιος ήταν.
«Κυρία είμαι η Αθανασία, η εγγόνα της Θανάσως, η θυγατέρα της κόρης της, της Μαρίας. Είναι μεγάλη ανάγκη να δω τη γιαγιά μου. Σας παρακαλώ πείτε μου αν είναι καλά κι αν ζει ακόμα εδώ.», ικέτευσε το κορίτσι
Η κυρία Ελένη κοίταξε με νόημα την Παναγούλα και συνέχισε τις ερωτήσεις προς τη νεαρά.
«Συμβαίνει κάτι άσχημο κορίτσι μου; Έλα να ξαποστάσεις. Βλέπω ότι περιμένεις και παιδί.»
«Συμβαίνει ότι τούμπαρε το αγροτικό που είχε πάνω τους γονείς μου και τον άντρα μου. Έπεσε σε γκρεμό και σκοτωθήκαν και οι τρεις. Ήταν πίσω στην καρότσα και πήγαιναν για να μαζέψουν ελιές, για το μεροκάματο.», εξιστόρησε το κορίτσι και ξέσπασε σε λυγμούς.
«Τώρα ψάχνω τη γιαγιά μου γιατί δεν έχω κανέναν άλλον στον κόσμο. Ο άντρας μου ήταν ορφανός και δούλευε παραγιός. Όπως είδατε κι εσείς περιμένω και παιδί.».
Η Κυρία Ελένη έστρεψε τη ματιά της στη Παναγούλα που είχε γίνει άσπρη σαν το πανί στο άκουσμα αυτού του μαντάτου. Δεν είχε σχέσεις με την αδελφή και το γαμπρό της, αλλά και πάλι ο άδοξος και ξαφνικός αυτός χαμός την ταρακούνησε.
«Παναγούλα…», ψέλλισε με δισταγμό, μη ξέροντας πώς να χειριστεί την κατάσταση. Γιατί η αφεντικίνα της ήξερε το λόγο, τον πολύ σοβαρό λόγο, που είχαν ψυχρανθεί οι δύο αδελφάδες.
Αφού ανέκτησε την αυτοκυριαρχία της, η Παναγούλα πήρε το λόγο.
«Η γιαγιά σου είναι πολύ άρρωστη γυναίκα. Μη σου πω ότι είναι στα τελευταία της. Δεν είναι ούτε για συγκινήσεις, ούτε και θ’ αντέξει να ακούσει τέτοια νέα. Καλύτερα να πηγαίνεις. Αυτή είναι πάμφτωχη. Από λύπηση τη κρατάει η κυρά στο σπίτι της. Δεν έχει η γριά παράδες να σου δώκει, ούτε τρόπο να σε βοηθήκει. Τράβα λοιπόν στην ευχή της Παναγιάς. Μόνο πες μου τούτο. Η μάνα σου απ’ ότι ήξερα ήταν και η πρώτη μοδίστρα. Πώς ξέπεσε και πήγαινε για ελιές; Αυτή δεν ήθελε να ακούει για χωράφια. Αδέλφια δεν έχεις να σε συντρέξουν;»
«Τα τελευταία χρόνια έπαθαν ζημιά τα μάτια της και δεν μπορούσε να ράψει πια καλά. Πρόλαβε όμως να μου μάθει την τέχνη. Όσο για την άλλη σου ερώτηση, όχι δεν έκανε η μάνα μου παιδί… άλλο. Να σε ρωτήσω κι εγώ με τη σειρά μου κάτι. Εσύ πώς και ξέρεις τόσα για τη μάνα μου; Μήπως είσαι η θεια μου;»
«Όχι δεν είμαι η θεια σου»,
«Τότε ποια είσαι;», τη ρώτησε με σιβυλλικό ύφος η Αθανασία ζυγίζοντάς τη Παναγούλα από πάνω μέχρι κάτω.
Παρενέβη ξανά η Κυρία Ελένη, σε ρόλο πυροσβεστήρα αυτή τη φορά, νιώθοντας μία ένταση να δημιουργείται.
«Κατίνα, Κατίνα… πήγαινε το κορίτσι στο δωμάτιο της Θανάσως», διέταξε μία από τις νεαρές υπηρέτριες του σπιτιού της.
«Κορίτσι μου, έχει δίκιο η Παναγούλα. Η γιαγιά σου δεν πρέπει να στεναχωρηθεί. Μην της πεις για το δυστύχημα. Δες τη λίγο και έλα ξανά έξω να τα πούμε».
Η Αθανασία φίλησε τα χέρια της κυρίας.
«Κυρία δείξτε ελεημοσύνη και κρατήστε με στη δούλεψή σας, μέχρι να γεννήσω έστω. Είμαι πολύ καλή μοδίστρα και νοικοκυρά. Θα κάνω ό,τι μου πείτε. Μόνο μη με διώξετε.», την παρακάλεσε με δάκρυα στα μάτια.
«Πήγαινε κορίτσι μου και όλα θα γίνουν…», την παρηγόρησε η Ελένη.
Η Παναγούλα είχε αποσυρθεί σε μία γωνία. Είχε ένα απόκοσμο και σκοτεινό βλέμμα. Προσπαθούσε να χωνέψει όλα αυτά τα μαζεμένα μαντάτα.
Η κυρία του σπιτιού την πλησίασε.
«Παναγούλα μου, δώσε τόπο στην οργή. Το αίμα, όπως και να το κάνουμε, νερό δε γίνεται. Κι αν γίνεται, δεν πίνεται. Τι φταίει και το δόλιο αυτό κορίτσι για την απερισκεψία των γονιών της και τα αμαρτήματά τους… Νομίζω πως ήδη έχει πληρώσει αρκετά. Τόσο μικρή να χηρέψει και με ένα παιδί στα σπλάχνα της… Ανιψιά σου είναι, πρέπει να της συμπαρασταθείς…», την ορμήνεψε στοργικά η κυρά της κι ας ήταν αρκετά μικρότερή της. Είχε έρθει νύφη στο αρχοντικό όταν η Παναγούλα δούλευε ήδη αρκετά χρόνια εκεί.
«Δεν είναι ανιψιά μου!», ξέσπασε η Παναγούλα. Τα λόγια της ήταν ένα κράμα θυμού, απόγνωσης, απελπισίας.
«Μα πώς Παναγούλα… Αφού την ξέρω την ιστορία σου. Η ίδια μου την έχεις πει.», της είπε μαλακά η Ελένη.
«Τα ρεζιλίκια μου ξέρεις κυρά. Την ιστορία μου δεν την ξέρεις. Η αδελφή μου, συγχωρεμένη πια, μου έφτιαξε το όμορφο φουστάνι για τη βραδιά των αρραβώνων μου. Πέτυχε ακριβώς τα μέτρα, αν και είχαμε χρόνια να ανταμώσουμε. Έφυγε μικρή από το χωριό και πήγε να μάθει την τέχνη της μοδιστικής στη μεγάλη πόλη. Μάζεψε κάτι λεφτουλάκια και ήρθε να παραστεί κι αυτή στη χαρά μου, που να μην έσωνε να ερχόταν ποτές! Θεός ‘σχωρές με, είναι πια πεθαμένη… Έλαμπε! Ήταν μια κούκλα ζωγραφιστή, φινετσάτη με τα κοκκινάδια και τις πούδρες της. Μοσχοβολούσε. Έγινε ο αρραβώνας, έμεινε και την άλλη μέρα και την τρίτη μέρα, κατά τας γραφάς, λάκκιξε αφού πρώτα με φίλησε όπως ο Ιούδας το Χριστό μας. Μαζί της έφυγε και ο αρραβωνιάρης μου. Σ’ ένα σημείωμα έγραφε ότι ήταν πάνω από τις δυνάμεις τους. Αυτά τα χαμπέρια γινήκαν τότες. Αλλά η ιστορία μου, η πραγματική μου ιστορία έχει και συνέχεια. Γι’ αυτό σου λέω κυρά πως το κορίτσι αυτό δεν είναι ανιψιά μου…»
«Μα Παναγούλα μου, ξέρω ότι νιώθεις πληγωμένη, αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι…»
«Το κορίτσι αυτό είναι κόρη μου!»
Μαρμάρωσε η κυρία Ελένη όταν άκουσε τα λόγια που ξεστόμισε η Παναγούλα. Με γουρλωμένα μάτια και κομμένη την ανάσα περίμενε τη συνέχεια της διήγησής της.
«Ένα περίπου μήνα μετά από το βράδυ των αρραβώνων, κατάλαβα ότι ήμουν γκαστρωμένη. Το κατάλαβε αμέσως και η μάνα μου. Με πήρε και εξαφανιστήκαμε. Επήγαμε στη στάνη που είχε ο μακαρίτης ο πατέρας μου, πολύ έξω από το χωριό. Εκεί, σε ένα μικρό σπιτάκι που υπήρχε, μείναμε απομονωμένες μέχρι που γέννησα μόνη μου τη μικρή. Εκεί μ’ έκρυψε η μάνα να μη μαθευτεί τίποτα. Μόλις σαράντισα, η μάνα παράγγειλε της λεγάμενης να ρθει να παραλάβει ένα ‘δέμα’ του αντρός της (είχαν εν τω μεταξύ βάλει στέφανα) που είχε αφήκει πίσω. Δεν το πολυήθελε, αλλά όπως τα κάνανε δεν είχε μούτρα να κάνει κι αλλιώς. Είπα της μάνας να της απαγορεύσει να εμφανιστεί πάλι στο χωριό, όπως και έγινε. Αυτή λοιπόν κυρά είναι η ιστορία μου. Τέσσεροι ανθρώποι την ξέραν και οι δύο έχουν πια ‘φύγει’.»
«Πέντε ανθρώποι», ακούστηκε η φωνή της μικρής.
«Ήξερα κι εγώ την ιστορία σου, την ιστορία μας. Ο έρωτας των γονιών μου δεν κράτησε πολύ. Ολημερίς καυγάδιζαν. ‘Το μούλικό σου έφερε γρουσουζιά στο σπιτικό μας, γι’ αυτό δεν μπόρεσα να πιάσω δικό μου παιδί’, γκρίνιαζε συνέχεια η μάνα. ‘Τώρα που ξεθώριασε η ομορφιά σου κατάλαβα το σφάλμα που έκαμα που παράτησα την αδελφή σου για σένα. Η Παναγούλα ήταν ένας άγγελος. Εσύ είσαι διάβολος με κέρατα’, ωρυόταν ο πατέρας. Ε, δεν είμαι κανένα κουτορνίθι. Ένα κι ένα κάνουν δύο. Τα ‘βαλα μαζί και κατάλαβα ότι ήμουν δική σου θυγατέρα. Και αυτό το κακό να μη γινόταν, με το συχωρεμένο το Στρατή μου, είχαμε κανονίσει μετά τα γεννητούρια να ‘ρχόμασταν μαζί να σας βρούμε.»
«Σου φέρθηκε καλά αυτή;», ρώτησε με ένα μελαγχολικό τόνο η Παναγούλα, προσπαθώντας να πνίξει ένα αναφιλητό.
«Δεν με χτυπούσε ούτε με έβαζε να κάνω βαριές δουλειές. Ούτε μου φανέρωσε ποτέ την αλήθεια. Ήταν πάντα η ‘μάνα’. Με άφηκε να παντρευτώ το Στρατή που αγαπούσα κι ας ήταν πάμφτωχος κι ας έρχονταν προξενιά με πολύ καλύτερες τύχες. Επίσης μου ‘μαθε τη μοδιστρική τέχνη. Δεν είμαι αχάριστη. Δεν ένιωσα όμως το χάδι, την αγκαλιά, την αγάπη. Φαινόταν ότι έκανε ό,τι έκανε από κάποια υποχρέωση. Ο πατέρας όμως με λάτρευε…»
«Τι κρατάς στα χέρια σου;», ρώτησε η Παναγούλα
«Όπως πήγα να ξαπλώσω λίγο στο κρεβάτι σου και σήκωσα το μαξιλάρι σου να ακουμπήσω, το βρήκα από κάτου. Η γιαγιά λέει ότι κοιμάσαι αγκαλιά μ’ αυτό. Είναι λέει ένα ζιπουνάκι δικό μου. Είναι αλήθεια; Γιατί το κράτησες τόσα χρόνια; Με σκεφτόσουν;»
«Είναι αργά, είναι πια αργά…», ξέσπασε σε λυγμούς η Παναγούλα.
Η Αθανασία την κοίταζε. Η καρδιά της βούλιαξε. Ένιωθε να βιώνει ξανά την απόρριψη. Ένιωθε απελπισία και την απόλυτη μοναξιά. Έπιασε την κοιλιά της. Το μωρό της καταλάβαινε κι αυτό την έντασή της και κλωτσούσε δυνατά.
Τότε μπήκε ανάμεσα στις δύο γυναίκες η κυρία Ελένη.
«Παναγούλα μου, δεν είναι αργά. Για μία μάνα και μία κόρη ποτέ δεν είναι αργά για να τα βρούνε. ‘Του παιδιού μου το παιδί δυο φορές παιδί μου’. ‘Οσα χρόνια έχασες από το δικό σου σπλάχνο, θα τα ξανακερδίσεις με το εγγόνι σου. Έλα εδώ κορίτσι μου, αγκάλιασε τη μητέρα σου. Από δω και ύστερα μόνο χαρές.»
Δύο μήνες μετά γεννήθηκε η μικρή Παναγιώτα. Η γιαγιά Θανάσω ξανάνιωσε μετά τον ερχομό της δισέγγονής της. Η Παναγούλα γαλήνεψε. Οι τρεις γυναίκες έδωσαν σ’ αυτό το μωρό όλη τους την αγάπη και την στοργή. Υπήρχε τόσο περίσσευμα στην ψυχή τους.
Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται μ’ ένα άστρο και όλα τους πάνε καλά στη ζωή. Άλλοι πάλι, λες και τους μούντζωσαν από την κοιλιά της μάνας τους. Η Παναγούλα, τα λεγόμενα ‘καλύτερα χρόνια της ζωής της’, τα πέρασε πικραμένη και προδομένη. Εν μία νυκτί ήρθαν τα πάνω κάτω και η ζωή της έκανε επανεκκίνηση για να γραφτεί η ιστορία της από την αρχή.
Η ιστορία της Παναγούλας…
Αναστασία Λαζαράκη
