«Κάποια μέρα θα βρωωωω… ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΛΗΛΕΣ λέξει-ει-εις… κι ίσως τότε σου πω… πόσο μ’ αρέσει-ει-εις… σε πε…»
«ΚΑΤΕΡΙΝΑΑΑΑΑ!»
«Έλα καλέ! Τι φωνάζεις;»
«Κορίτσι μου, δύο ερωτήσεις. Πρώτον, τι έχεις πάθει με τη Μαρίνα Σπανού και δεύτερον, γιατί φωνάζεις;;;»
«Δεν φωνάζω. Τραγουδάω μπας και βρω κουράγιο!»
«Κουράγιο; Εσύ; Γιατί;»
«Προσπαθώ να γράψω ένα άρθρο μπας και καταφέρω να του πω όσα δεν του είπα… Βασικά γράφω ένα άρθρο μπας και ανέβω λίίίίγο στα μάτια του και δεν με περνάει ακόμα για χ@ζή. Ή τρελή. Ή και τα δύο… Ααααααααα! Δεν μπορώ!».
«Παιδί μου, ηρέμησε! Τι έχεις πάθει; Ολόκληρη γυναίκα είσαι πια! Συγκεντρώσου!»
«Δεν μπορώ μωρέ, Αγνή! Δεν μπορώ! Είπα και εγώ να βγω έξω να πιώ ένα ποτήρι κρασί, βρε αδερφέ και τα έκανα σκ@τα!»
«Υπερβάλλεις!»
«Ναι, ε;;; Θες να μου το αναλύσεις; Βασικά, θες να μου φτιάξεις έναν καφέ πρώτα;».
Αμέσως η Αγνή κατευθύνθηκε στην κουζίνα και της έφτιαξε έναν καφέ. Μέρες η φίλη της είναι ανήσυχη. Μετά από εκείνο το «ραντεβού» – που η Κατερίνα θεωρεί ότι δεν ήταν ραντεβού-, έχει τρελαθεί.
Όλη μέρα ακούει μουσική και κρατάει σημειώσεις για ένα άρθρο που 100% δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί. Η Αγνή είναι σίγουρη ότι όλο αυτό θα της περάσει, αλλά της δίνει χρόνο και φτιάχνει καφέδες.
«Ωωωωωωω! Το άρθρο το δικό σου και του Μάρκου, μου βγήκε πανεύκολα. Με αυτό γιατί δυσκολεύομαι τόσο;»
«Μήπως γιατί δεν χρειάζεται να το γράψεις και πιέζεσαι; Λέω εγώ τώρα! Πάρε το ποτήρι και κλείσε επιτέλους τη μουσική να συζητήσουμε σαν άνθρωποι!».
Ηττημένη η Κατερίνα, έκλεισε τη μουσική και το λάπτοπ που είχε ανοιχτό μα άθικτο στα πόδια της, έπιασε το γεμάτο καφέ ποτήρι της και κοίταξε τη φίλη της στα μάτια για πρώτη φορά μετά από μέρες.
«Επιτέλους! Μπορείς να μου πεις τι έχεις πάθει; Τόσες μέρες είσαι στα χαμένα και έχουμε φρικάρει όλοι. Αν χάσεις και εσύ τη μπάλα, τι θα απογίνουμε οι υπόλοιποι;», τη ρώτησε η Αγνή μεταξύ σοβαρού και αστείου.
«Άκουσα τις συμβουλές σας και να τα αποτελέσματα! ‘Βγες Κατερίνα μου να πιείς ένα ποτό!’, ‘Βγες λιγάκι έξω που σε έχει ξεχάσει μέχρι και ο ήλιος!’, ‘Πώς θα γνωρίσεις κόσμο αν μένεις μονίμως κλεισμένη μέσα στο σπίτι και όλο δουλεύεις;’. Ε, ορίστε! Βγήκα. Ήπια το κρασάκι μου, πέρασα καλά, αλλά μάλλον πέρασα μόνη μου καλά! Νέα από το μέτωπο, γιοκ!».
«Α, για αυτό είσαι έτσι και κοντεύεις να μας τρελάνεις όλους! Μέχρι και το μωρό έχει φρικάρει!»
«Το μωρό είναι μια χαρά! Με το μωρό είμαι εγώ μια χαρά, οπότε είμαστε δύο χαρές!»
«Κοίτα που κοροϊδεύει! ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΜΑΣ! Βγήκες, πέρασες καλά, είδες και έναν άνθρωπο που ήθελες πολύ, γελάσατε, μιλήσατε… Το πρόβλημα πού είναι, δεν καταλαβαίνω!»
«Αχ, Αγνή μου, δεν με προσέχεις! Τι είπα πριν; ‘Νέα από το μέτωπο, γιοκ!’»
«Όχι, όχι, το άκουσα, αλλά το προσπέρασα! Δεν έχετε μιλήσει καθόλου;»
«Πως… Πως… Έχω μιλήσει πολύ είναι η αλήθεια. Εκείνος, ρε παιδί μου, αψυχολόγητος! Δεν τον πιάνεις πουθενά και δεν ξέρω και τι να κάνω… Πώς να αντιδράσω…».
«Το ενδεχόμενο να μην κάνεις τίποτα, το έχεις σκεφτεί;».
Η Αγνή άφησε αυτή την ερώτηση να πλανάται στον αέρα και η Κατερίνα πιάστηκε σαν ποντίκι στη φάκα. Άφησε το ποτήρι δίπλα της και άρχισε το μυαλό της να δουλεύει με απίστευτες στροφές.
Να μην έκανε τίποτα; Και να το άφηνε έτσι; Να εξαφανιζόταν; Να μην του ξαναμιλούσε; Να έκανε σαν να μην υπάρχει; Εύκολο και δύσκολο ταυτόχρονα, αλλά μήπως είχε δίκιο η φίλη της;
«Όχι, Αγνή! Όχι! Δεν είναι και πολύ ώριμη αυτή η αντίδραση! Κάτι άλλο;»
«Μμμμμμ! Μήπως να του στέλνεις συνεχώς μπας και αλλάξει γνώμη;»
Ακόμα μια ερώτηση που η Κατερινούλα πιάστηκε στη φάκα.
Η Αγνή την απολάμβανε αυτή τη συζήτηση γιατί ήξερε πώς θα καταλήξει.
Η Κατερίνα, από την άλλη, σκεφτόταν και σκεφτόταν και σκεφτόταν… μα άκρη δεν έβγαζε!
«ΌΧΙ! Είσαι τρελή; Να με περάσει για πιεστική και πρηξο-τέτοια και άλλα όμορφα; Έχει που έχει την εντύπωση ότι είμαι και χ@ζή και τρελή! Θες να με στολίσει και μ’ άλλα επίθετα; Άσε με! Πάει! Την έχασα την ευκαιρία μου!».
Ένα γλυκό αλλά τσιριχτό κλάμα διέκοψε τη συζήτηση και τον ειρμό των σκέψεων της Κατερίνας. Με αστραπιαία ταχύτητα, σηκώθηκε και έτρεξε στο δωμάτιο να πάρει τον μικρούλη αγκαλίτσα και να τον φέρει στο σαλόνι.
«Ορίστε! Μέχρι και το παιδί ταράχτηκε! Άκου εκεί ‘να του στέλνεις συνέχεια μπας και αλλάξει γνώμη!’. Ευφυέστατο! Ξέρεις τι θα γίνει αν γράψω άρθρο που να έχει μέσα αυτή τη φράση; Θα πέσουν που θα πέσουν να με φάνε έτσι κι αλλιώς λέγοντάς μου ‘δεν σε θέλει και είναι ολοφάνερο!’, θες να με φάνε και για αυτό; Δεν με λυπάσαι καθόλου;»
«Πες μου λίγο, Κατίνα Παξινού, τι ακριβώς θες να καταλάβω;»
«Τι δεν καταλαβαίνεις; Βγήκαμε, περάσΑ ωραία, έστειλΑ μήνυμα και μετά γειά σου. Είναι φως φανάρι! Βγήκε μαζί μου από ευγένεια. Επειδή είναι καλός και γλυκός και ευγενικός και…»
«Α! Είναι όλα αυτά;»
«Μα ναι! Τι σου λέω; Είναι αρχικά συνεννοήσιμος και φαίνεται να έχει και σώας τας φρένας!»
«ΚΕΛΕΠΟΥΡΙ!»
«Κοροϊδεύεις, Αγνή;»
«Καθόλου, αλλά δεν μου λες τι θες εσύ! Εκείνος είναι καλός και ευγενικός και συνεννοήσιμος και ψυχικά στα καλά του…»
«Και ομιλητικός. Και γλυκός. Και όμορφος!»
«Ωραία, το κατάλαβα! Το πρόβλημα πού είναι;»
Η Κατερίνα έβγαλε μια φωνούλα απελπισίας και έκρυψε το πρόσωπό της πίσω από το μωρό που χοροπηδούσε στην αγκαλιά της. Από τη μια ήθελε να μιλήσει στη φίλη της, αλλά από την άλλη κάτι την συγκρατούσε. Το παρελθόν της ίσως… Τα λάθη της… Ο φόβος της… Το άγχος της… Οι προσδοκίες της…
Είχε κάνει πολλά λάθη. Πολλά λάθη… Ειδικά στους ‘άντρες της ζωής της’. Ο ένας χειρότερος από τον άλλον και εκείνη κάθε φορά χειρότερη από την προηγούμενη. Ε, δεν ήθελε να είναι έτσι και σε αυτή την περίπτωση. Ειδικά τώρα. Το «τώρα» της ήταν τελείως διαφορετικό. Εκείνη ήταν διαφορετική. Και το κυριότερο; Εκείνος ήταν διαφορετικός και αυτό, από μόνο του, την αφόπλιζε και την έκανε να σκέφτεται και να σκέφτεται και να σκέφτεται… και να…
«Κατερίνα! Συγκεντρώσου λίγο, κορίτσι μου!»
«Λοιπόν, μία είναι η λύση…»
«ΟΧΙ!»
«ΝΑΙ!»
«Όχι, δεν θα ακούσω άλλη Μαρίνα Σπανού! Ξέχασέ το! Θα κάτσεις να μιλήσεις και να μου πεις τι θες και όταν κατασταλάξουμε κάπου, θα το πούμε και στον ίδιο τον άνθρωπο για να ξέρει. Και πρόσεξε! Αν δεν σοβαρευτείς, θα φωνάξω τον Μάρκο και ξέρεις τι θα γίνει…»
«Καλά, καλά! Ε, θέλω και να του μιλάω και να τον ξαναδώ. Έτσι απλά! Δεν περιμένω κάτι φυσικά, απλά είναι φανταστικός, ρε παιδί μου! Έχω καιρό να ενθουσιαστώ έτσι με άνθρωπο. Και το λέω με το χέρι στην καρδιά. Παρ’ όλη την περιέργεια του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του, είναι υπέροχα υπέροχος!»
«Επιτέλους μίλησες! Και τι θα κάνεις;»
«Τίποτα; Δεν θέλω ουδέποτε να με χαρακτηρίσει κάπως, να με αντιπαθήσει κλπ. Δεν θέλω να νομίζει διάφορα. Προτιμώ να μείνουμε έτσι όπως είμαστε και ας μην τον ξαναδώ ποτέ, παρά να τον φέρω σε δύσκολη θέση ή αμηχανία επειδή θα με παρεξηγήσει. Γιατί θα το κάνει! Οπότε θα κάτσω στα αυγά μου! Αν, κάάάάάάάάάποια στιγμή, τύχει να βρεθούμε -ΠΟΤΕ- ή να ξαναμιλήσουμε -ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ!-, θα δω πώς θα το χειριστώ!».
Η Αγνή σηκώθηκε από τη θέση της και έκανε μια βόλτα στο σαλόνι. Φαινόταν αρκετά σκεπτική, κάτι που τρόμαζε την Κατερίνα. Ήταν λες και επεξεργαζόταν -ή μάλλον επέλεγε- τις λέξεις της. Η Κατερίνα και το μωρό την κοιτούσαν με προσήλωση και περίμεναν…
«Ένα πράγμα θα σου πω, Κατερινάκι μου και βάλτο καλά στο μυαλό σου. Την τύχη μας την φτιάχνουμε εμείς. Έχεις προσπαθήσει και έχεις κυνηγήσει τους πάντες και τα πάντα. Έχασες ποτέ; Όχι! Πάντα κάτι έβγαινε. Θετικό ή αρνητικό δεν μας νοιάζει! Οπότε, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να προσπαθήσεις και ας χάσεις. Ένα «τι κάνεις;» δεν θα φέρει την καταστροφή. Αν απαντήσει καλώς. Αν δεν απαντήσει, θα παίξουμε με το μωρό και θα ξεχαστούμε! Κυνήγησέ το όπως εσύ ξέρεις. Μην κοτέψεις τώρα!»
«Λες;»
«Λέω! Και αν δεν απαντήσει, θα ακούσουμε όλη τη δισκογραφία της Μαρίνας. Το υπόσχομαι!».
«Αλήθεια;»
«Στο υπόσχομαι!»
Η Κατερίνα έδωσε τον μικρούλη στη μαμά του και πήρε το κινητό στα χέρια της. Διστακτική και φοβισμένη, έψαξε να βρει τη συνομιλία τους σε μια εφαρμογή. Ανεβοκατέβαζε ονόματα, μα το δικό του πουθενά. Ξαφνικά το βρήκε και έλαμψε το πρόσωπό της. Πήρε μια ανάσα και άρχισε να πληκτρολογεί…
‘Καλησπέρα! Τι κάνεις;’.
Αποστολή. Παραδόθηκε. Διαβάστηκε. Πληκτρολογεί…
‘Καλά είμαι! Εσύ;’.
Η Κατερίνα χαμογέλασε και συνέχισε να απαντάει.
Η Αγνή ανακουφισμένη που δεν θα άκουγε όλη τη δισκογραφία από την αρχή, απήλαυσε τον καφέ της, παρέα με τον γιό της χαζεύοντας τη φίλη της που χαμογελούσε!
Ήταν σίγουρη πως αυτή η ιστορία θα είχε αίσιο τέλος!
Κατερίνα Μοχράνη
