Η μεγάλη σιδερένια πόρτα άνοιξε και ο Φοίβος, δεμένος χεροπόδαρα στην ξύλινη καρέκλα και με δεμένα και τα μάτια, προσπάθησε να παραμείνει ψύχραιμος, να αφουγκραστεί τον ήχο του βηματισμού που επόταν το άνοιγμα της πόρτας και να εστιάσει στις μυρωδιές, μιας και δεμένος 3 μέρες τώρα, ούτε κι αυτός ήξερε πού, είχε μάθει να ξεχωρίζει τους απαγωγείς του.
Εξάλλου αυτό αποτελούσε και μέρος της δουλειάς του. Ήταν ένας από τους πιο γνωστούς αστυνομικούς της πόλης και η εξαφάνισή του είχε ταράξει τόσο τους συναδέλφους όσο και τους συγγενείς του. Αυτός ήταν και ο λόγος που είχαν προσπαθήσει από την υπηρεσία με νύχια και με δόντια να μην διαρρεύσει η δυσάρεστη αυτή είδηση στα μίντια. Ένα τέτοιο σκάνδαλο θα έκανε τους πολίτες να νιώθουν ανασφαλείς και θα χαροποιούσε ιδιαίτερα τον υπόκοσμο.
Προς μεγάλη του έκπληξη, σήμερα ο πρώτος ήχος δεν ήταν από αρβύλες ως συνήθως, αλλά από… ψηλοτάκουνα παπούτσια!
«Βγάλτε του το μαντήλι από τα μάτια!», πρόσταξε μια δυναμική γυναικεία φωνή.
Οι δύο μεγαλόσωμοι άντρες που συνόδευαν την γυναίκα υπάκουσαν αμέσως.
Ο Φοίβος χρειάστηκε δύο λεπτά για να συνηθίσουν τα μάτια του στο φως και η φιγούρα που αντίκρυσε μπροστά του τον άφησε άφωνο. Ήταν η Αμάντα του! Γι‘ αυτό η μυρωδιά της ορχιδέας του θύμισε κάτι γνώριμο… Ολόιδια όπως την είχε δει τελευταία φορά πριν από 5 χρόνια. Ψηλή, με άψογες αναλογίες – τις οποίες πάντα φρόντιζε να τονίζει, όπως και σήμερα που φορούσε ένα κολλητό, καφέ, δερμάτινο midi φόρεμα -, κόκκινα μακριά μαλλιά, πράσινα μάτια, σαρκώδη χείλη και ένα βλέμμα που σε κόβει σαν μαχαίρι.
«Κλείσε το στόμα σου! Δεν σου πάει!», του είπε με ειρωνικό ύφος και αφού πήρε ένα μικρό σκαμπό έκατσε ακριβώς μπροστά του
Κοιτάζονταν για αρκετά λεπτά αμίλητοι μέσα στα μάτια, ώσπου το σαρκαστικό γέλιο της Αμάντας διέλυσε τη σιωπή.
«Το πίστευες ποτέ ότι η απόφασή σου να υπηρετήσεις στο Σώμα για το καλό της πόλης σου, θα σε έφερνε σε αυτή τη θέση;», ρώτησε τον Φοίβο με επιθετικό τόνο ενώ ταυτόχρονα είχε σχεδόν μπήξει τα νύχια της μέσα στα μαγουλά του και είχε φτάσει σε απόσταση αναπνοής από τα χείλη του… «Αν θες να ξαναδείς το σπιτάκι σου και την άθλια γυναικούλα σου, καλά θα κάνεις να μου πεις ποιος από τους δικούς σου έχει βάλει στο στόχαστρο τη συμμορία που τόσα χρόνια δρούσε ανενόχλητη στα Νότια!»
Ο Φοίβος τράβηξε προς τα πίσω το κεφάλι του και αποδέσμευσε το πρόσωπό του από το χέρι της.
-Το πίστευες ποτέ ότι η απόφασή σου να υπηρετήσεις τα παλιοτόμαρα θα σε έφερνε σε αυτή τη θέση;, απάντησε ο Φοίβος.
Η Αμάντα γέλασε δυνατά.
-Γλυκέ μου, προσφέρω τις νομικές μου υπηρεσίες όπου με πληρώνουν καλύτερα! Κι αυτοί επιχειρηματίες είναι που θέλουν να κάνουν τη δουλειά τους…
-Έμποροι ναρκωτικών είναι! Που τα σπρώχνουν στα κλαμπ! Σε ανήλικα παιδιά! Κι εσύ το σιγοντάρεις όλο αυτό; Πας καλά;, φώναζε με όλη του τη δύναμη ο Φοίβος.
-Φώναξε όσο θες μωρό μου! Και θα σε κάνω να φωνάξεις ακόμα περισσότερο αν δεν μιλήσεις, ΤΩΡΑ!
Ο Φοίβος δεν απάντησε, μα την έφτυσε στο πρόσωπο.
«Θα τα πιάσουμε τα καθίκια κι εσένα μαζί! Θα μπορούσες να έχεις μια υπέροχη ζωή και σε διέφθειρε το χρήμα! Τι σόι δικηγόρος είσαι εσύ; Πού είναι η δικαιοσύνη που ορκίστηκες να υπηρετείς;», συνέχισε σε έντονο τόνο ο Φοίβος, μα η Αμάντα έμενε απαθής απέναντί του.
«Πολύ καλά», είπε, «βγάλτε του τα παπούτσια, λύστε τα πόδια και δώστε μου την τανάλια! Θα έχουμε μια μεγάλη νύχτα!»
Οι δύο άντρες έπραξαν όπως τους πρόσταξε, αν και σοκαρίστηκαν στην αρχή. Δεν περίμεναν ότι μια γυναίκα θα ήταν ικανή για κάτι τέτοιο…
Ο Φοίβος δεν μπορούσε να φέρει ιδιαίτερη αντίσταση, αφού οι δύο άντρες είχαν κάτσει δεξιά και αριστερά του ώστε να του κρατούν ακινητοποιημένα τα πόδια του. Αν και τον είχε λούσει κρύος ιδρώτας, δεν είχε σκοπό να ‘δώσει’ τους συναδέλφους που είχαν φτάσει μια ανάσα πριν τη σύλληψη ενός από τους μεγαλύτερους βαρόνους ναρκωτικών της χώρας.
Η Αμάντα τον κοίταξε στα μάτια κρατώντας την τανάλια στα χέρια και του είπε: «Με τον νέο μου σύζυγο, τον Πίτερ, περνάω μια υπέροχη ζωή μέσα στα πλούτη, στη βίλα μας στον Μαραθώνα, εκεί που βρίσκεται και τώρα και αναμένει τα νέα μου. Χάρις σε αυτόν ανακάλυψα πτυχές της προσωπικότητάς μου που δεν ήξερα ότι είχα… όπως για παράδειγμα ότι το να βασανίζω αστυνομικούς σαν εσένα είναι το φόρτε μου! Θυμάσαι τον Ντίνο που βρέθηκε χωρίς δόντια, πεταμένος στην ακροθαλασσιά; Τον Αντρέα που σας τον έφεραν κομματάκι – κομματάκι στο τμήμα; Αν δεν κάνω λάθος, ήταν μέχρι στιγμής οι μοναδικοί που μας πλησίασαν. Αλλά άμυαλοι και ευκολόπιστοι! Είδαν μια όμορφη, θλιμμένη γυναίκα μέσα σε ένα μπαρ και προσφέρθηκαν να την γυρίσουν σπίτι μετά από έναν δύσκολο χωρισμό… πλάγιασαν μαζί της χωρίς δεύτερη σκέψη και την επομένη ήταν νεκροί! Να σου πω την αλήθεια, απολάμβανα ακόμα περισσότερο το σ3ξ μαζί τους όσο φαντασιωνόμουν τι θα τους κάνω μετά! Αλλά εσύ είσαι δύσκολη περίπτωση… Δεν μπορώ να σε κοροϊδέψω… Λοιπόν, έχεις μια τελευταία ευκαιρία! Μιλάς και σταματάω εδώ ή θα σου κάνω ό,τι υποσχέθηκα… Θα σε κάνω να φωνάξεις μωρό μου!»
Ο Φοίβος την κοίταζε με βουρκωμένα μάτια. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι το κοριτσάκι που μεγάλωσαν μαζί και μετά έγιναν ζευγάρι, ήταν τώρα μια γυναίκα που έμοιαζε με άγγελο μα συμπεριφερόταν σαν δαίμονας!
«Πώς μπόρεσες;», ψέλλισε… «Πώς έγινες έτσι; Λύσε με και άσε με να σε βοηθήσω… Δεν θα αναφέρω τίποτα για την ανάμειξή σου με τα ναρκωτικά και θα το αντιμετωπίσουμε μαζί. Θα γίνεις καλά!», συνέχισε και η Αμάντα φαινόταν να έχει πειστεί…
«ΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!» ακούστηκε το ουρλιαχτό του Φοίβου, ο οποίος κοίταξε το δεξί του πόδι και είδε το νύχι από το μικρό του δάχτυλο να λείπει και την Αμάντα να το κρατά στην τανάλια, με ένα βλέμμα υπερηφάνειας, ενώ ένα μικρό ποτάμι αίμα κατέληγε πάνω στον καρπό της.
«Σειρά έχει το δάχτυλο! Αν δώσεις το όνομα τώρα, σταματάω και μην αρχίσεις πάλι τις ίδιες βλακείες! Ακούω!»
Ο Φοίβος δεν μιλούσε και όταν η Αμάντα έπιασε με την τανάλια ολόκληρο το δάχτυλό της, είπε τα ονόματα των δύο βασικών ντεντέκτιβ που ασχολούνταν με την υπόθεση.
«Μπράβο! Είσαι έξυπνος!», του είπε και τον φίλησε στο στόμα με πάθος… «Λυπάμαι μωρό μου, αλλά όπως καταλαβαίνεις έχω εκτεθεί και δεν μπορώ να σε αφήσω να ζήσεις!» , του είπε η Αμάντα και αφού πήρε το όπλο από τη ζώνη του ενός από τους άντρες που είχαν έρθει μαζί της, τον σημάδεψε.
Όση ώρα, όμως, εκείνη τον βασάνιζε με λόγια και με πράξεις, ο Φοίβος είχε καταφέρει να λύσει τα χέρια του, αν και μάτωσε αρκετά τους καρπούς του, σε σημείο που φοβόταν μήπως πάρουν είδηση τις στάλες αίματος που έπεφταν στο πάτωμα και περίμενε την κατάλληλη στιγμή, που είχε πια φτάσει!
Μόλις ένιωσε τα χέρια των ανδρών γύρω από τους αστραγάλους του να χαλαρώνουν, τους έριξε ταυτόχρονα από μια κλωτσιά στη μύτη που τους τις έσπασε. Από τον πολύ πόνο έμειναν για κάποια δευτερόλεπτα κάτω, αρκετά όμως για να ορμήξει με ένα σάλτο πάνω στην Αμάντα, να την ρίξει κάτω και να στρέψει το όπλο στο ταβάνι, όπου και κατέληξε η πρώτη σφαίρα.
Της έριξε μια κουτουλιά στο πρόσωπο σχίζοντας τα όμορφα χείλη της και αφού σηκώθηκε όρθιος έριξε ακαριαία 3 σφαίρες. Δύο στους άντρες και μια στο κεφάλι της Αμάντας.
Όταν όλα τελείωσαν, έβαλε τα κλάματα.
Κοίταξε την πρώτη του αγάπη μέσα στα άψυχα, πια, μάτια της και την πήρε αγκαλιά. «Πώς άφησα να σου συμβεί αυτό αγάπη μου; Γιατί σε έδιωξα τότε; Γιατί δεν συμμερίστηκα τους φόβους σου; Είχες ήδη καταλάβει ότι έχεις πάρει το λάθος δρόμο κι εγώ ο ηλίθιος κοίταξα την καριέρα μου και σε έδιωξα! Και τώρα; Σε έχασα για πάντα… Από τα ίδια μου τα χέρια… Συγχώρεσέ με!»
Σειρήνες της αστυνομίας ακούστηκαν να πλησιάζουν, η οποία είχε ειδοποιηθεί από κάποιους περαστικούς κυνηγούς που άκουσαν τους πυροβολισμούς μέσα στην τεράστια αποθήκη.
«Φοίβο;», φώναξε ο Βασίλης, ο καλύτερος του φίλος και συνάδελφος μόλις άνοιξε την πόρτα και τον αντίκρυσε.
Ο Φοίβος σήκωσε το βλέμμα του… «Έλυσα την υπόθεση, μα έχασα πολλά…» , του είπε κλαίγοντας.
Αγγελική Ανδριοπούλου
