Τρεις φίλες.
Η μία παντρευόταν,
η δεύτερη γεννούσε σύντομα,
και η τρίτη άλλαζε χώρα.
Χορεύαν μαζί, η μία νύφη, η άλλη ετοιμόγεννη και η τρίτη φευγάτη, γέλαγαν και περνούσαν καλά στο νυφικό γλέντι, ένιωθες την φρεσκάδα, την νιότη και την δύναμη της φιλίας τους ν’ αστράφτει σαν άστρο πάνω τους! Τις καμάρωναν στο γλέντι οι καλεσμένοι, τους χάιδευε στο μάγουλο σαν ακτίδα ήλιο μετά την βροχή, η αύρα των τριών γυναικών και ακριβώς εκείνη την στιγμή ένιωθαν άτρωτες, όμορφες, γεμάτες αισιοδοξία και χαρά ζωής. Πόση ευτυχία χωρά η στιγμή; Πόση αγάπη η φιλία;
Πολλά χρόνια πίσω, οι παιδικές φίλες έκαναν διαφορετικά όνειρα για το μέλλον τους. Ξαπλωμένες συνήθως στην αυλή του σπιτιού της Κυριακής, ονειροπολούσαν, κατακτούσαν τον κόσμο σε μια άλλη διάσταση, μέσα από τα δικά τους μάτια, έβλεπαν τον ενήλικο εαυτό τους! Η Νάντια ονειρευόταν να ταξιδέψει σε όλα τα μέρη του κόσμου «Σιγά μην με κρατήσει άντρας κλεισμένη σ’ ένα σπίτι!» δήλωνε, μα σήμερα, χωρίς να έχει ταξιδέψει ιδιαίτερα, παντρευόταν από έρωτα μεγάλο! Η Χριστίνα, παιδί πολύτεκνης οικογένειας, ήταν σίγουρη πως δεν ήθελε να κάνει παιδιά, μα σε λίγες ημέρες γεννούσε το πρώτο της παιδί! Η Κυριακή, ήθελε από μικρή, οικογένεια και πολλά παιδιά, ένα σπίτι σε ελληνικό νησί να ζουν όλοι μαζί, μα μετά τον γάμο και την γέννηση του παιδιού της φίλης της, θα έφευγε ολομόναχη να δουλέψει σε άλλη χώρα!
Είναι ν’ απορείς με τον τρόπο που ανατρέπονται τα παιδικά όνειρα των ανθρώπων, όταν χάνεται η παιδικότητά τους!
Πάνω στο γλέντι και στον χορό, η Χριστίνα ένιωσε πως δεν άντεχε άλλο τόσο βάρος μέσα της και αποφάσισε να γεννήσει νωρίτερα. «Σε λίγο όμως, όχι ακόμα, να τελειώσει το γλέντι» μονολόγησε χαμηλόφωνα στο μωρό και χάιδεψε την κοιλιά της. Κάθισε και πήρε μια ανάσα. Η ώρα ήταν πέντε τα ξημερώματα. «Πρέπει να αντέξω». Στις εννιά το πρωί και μην αντέχοντας άλλο, φίλησε τις φίλες της και αφού γέλασαν με όλα τα ευτράπελα του γάμου της Νάντιας, σχεδόν ξέπνοη τους είπε ήρεμα και γαλήνια πως ήρθε η ώρα να γεννήσει! Επικράτησε πανικός και έτσι νύφη, γαμπρός, γονείς και η Κυριακή με τα αυτοκίνητα στολισμένα από τον γάμο και κορνάροντας, κατέφθασαν στο μαιευτήριο. Σε λίγες ώρες αντίκρυσαν το μωρό της Χριστίνας, «τσαλακωμένο» από τον τοκετό και κάπως θυμωμένο που δεν το άφησαν να βγει νωρίτερα! Ο Άγγελος!
Λίγες ημέρες μετά την γέννηση του Άγγελου, ξεπροβόδησαν την Κυριακή με δάκρυα στα μάτια και σφίξιμο στην καρδιά. «Καλέ δεν πέθανα, στην Αγγλία πάω!» χαμογελαστή η Κυριακή τις αγκάλιασε κρύβοντας την στεναχώρια και την αγωνία για το άγνωστο. «Ένα τηλεφώνημα και έφτασα!». Μα ήξεραν και οι τρεις πως δεν θα ήταν έτσι. Όταν φεύγεις, δύσκολα επιστρέφεις.
Χρόνια μετά, η Νάντια χώριζε, η Χριστίνα γεννούσε το τρίτο παιδί της και η Κυριακή επέστρεφε στην Ελλάδα. Οι προηγούμενες ζωές τους είχαν ανατραπεί, διόλου ευχάριστα, μα ανυπομονούσαν μέσα στα καθημερινά προβλήματα για την βραδινή κουβεντούλα τους. Το βραδάκι που όλα ηρεμούσαν, πριν την επιστροφή της Κυριακής στην Ελλάδα, έβαζαν κρασάκι, άνοιγαν κάμερα και μιλούσαν. Προβλήματα με τον σύντροφο η Νάντια, κατάρρευση με τα παιδιά η Χριστίνα και δουλειά η Κυριακή. Φυσικά δεν μπορούσαν να μιλήσουν για όλα, δεν ήθελαν να παραδεχτούν πως είχαν κάνει λάθος επιλογές, μα κυρίως δεν ήθελαν να προβληματίσουν η μια την άλλη με πιο βαθιές εξομολογήσεις.
Όταν αντίκρυσαν την Κυριακή στο αεροδρόμιο αυτή την φορά να επιστρέφει μόνιμα, κατάλαβαν πως ήταν ο συνδετικός κρίκος τους. Ένωνε η ήρεμη παρουσία της, «όλα θα τα φτιάξουμε, όλα θα τα βρούμε» έλεγε και έφερνε την ισορροπία, μα η ίδια έβραζε από μια δυναμικότητα χωρίς αντίκρισμα, έτοιμη να σπάσει μέσα της και να την διαλύσει σε χίλια κομμάτια. Κρατιόταν για τις φίλες της, πρώτα να ακούσει τα δικά τους, να βοηθήσει και μετά εκείνη. Πάντα εκείνη ήταν μετά!
Σε λίγες ώρες, ξετυλίχτηκε η ζωή χρόνων…
Ξεκίνησε η Χριστίνα, πολλές οι ανάγκες, δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της πια, συνεχώς είναι εκνευρισμένη, άυπνη και δυστυχισμένη. Γκρινιάζει για όλα, νιώθει τόσο μόνη, τόσο αβοήθητη, τόσο χρησιμοποιημένη από όλους. Δεν έχει συνέλθει ακόμα από τα δυο διαζύγια, δεν νομίζει πως θα τα καταφέρει με την τρίτη γέννα, μάλλον έχει κάποιο πρόβλημα, δεν εξηγείται αλλιώς. «Πόσο λάθος έκανα…» ομολόγησε νιώθοντας ενοχή και ανοίγοντας τον δρόμο και στις υπόλοιπες να πουν την δική τους ιστορία.
Σειρά πήρε η Νάντια «Χωρίζω» είπε δωρικά και χείμαρροι έτρεξαν από τα μάτια της. «Πόσο λάθος έκανα!» παραδέχτηκε και εκείνη.
Έμεινε η Κυριακή να κοιτά τις φίλες με συμπόνια. Τι να πρωτοπεί, από πού να ξεκινήσει; Και είπε, τι δεν είπε, μα κυρίως επικεντρώθηκε στην απέραντη μοναξιά. Δουλειά συνεχώς, πρόβλημα εν μέρη η γλώσσα, τα οικονομικά της χάλια και εκείνη κάθε βράδυ να επιστρέφει στο καταθλιπτικό διαμερισματάκι της και να κλαίει. Ποιος άνδρας να γυρίσει να την δει έτσι μες την απέραντη θλίψη; Πόσες φορές είχε σκεφτεί να επιστρέψει, μα δεν θα ησύχαζε αν δεν το προσπαθούσε. Το πάλεψε, το πάλεψε πολύ, άργησε να δει αποτελέσματα, μα απόκτησε αυτοπεποίθηση, έμαθε πολλά και έτσι ξεκίνησε να πηγαίνει καλύτερα σε όλους τους τομείς της ζωής της. Μέχρι που την διέλυσε ο Ντέιβιντ, παντρεμένος με παιδιά, δεν της το είχε πει ποτέ, το ανακάλυψε μετά από πέντε χρόνια σχέσης! Τα υπόλοιπα τα κράτησε για εκείνη, την εγκυμοσύνη, την αποβολή, την νοσηλεία της. Ήταν εκείνη η εβδομάδα που είχε πει στις φίλες της πως ήταν άρρωστη, να μην καταλάβουν, να μην στεναχωρηθούν, τόσα προβλήματα είχαν, ας μην φορτωνόντουσαν και τα δικά της! «Πόσο λάθος έκανα…» σκέφτηκε μα δεν το είπε δυνατά, απλά χαμογέλασε και κοίταξε με αγάπη. «Αλλά στον τραπεζικό μου λογαριασμό έχω ένα ποσό που θα ήθελα να χαλάσω μαζί σας φίλες μου. Για όλα αυτά που δεν ζήσαμε, για όλα αυτά που δεν είδαμε!»
Η ζωή τους δεν έγινε ποτέ ονειρική, όπως εκείνα τα παιδικά όνειρα στην αυλή της Κυριακής, μα σίγουρα έγινε καλύτερη! Οι τρεις φίλες αποφάσισαν να ζήσουν μαζί, παιδιά και κατοικίδια χώρεσαν στην μεγάλη αγκαλιά τους και ένα σπίτι παραθαλάσσιο στέγασε την φιλία, μίκρυνε την μοναξιά και έσπασε τα προβλήματα σε μικρά κομμάτια που σχεδόν δεν άφηναν πληγές. Το όνειρο της Κυριακής σχεδόν πραγματοποιήθηκε. Η Χριστίνα μεγάλωσε τα παιδιά με τις φίλες της και με τους συντρόφους που απόκτησαν αργότερα στην ζωή και δεν ένιωσε ποτέ ξανά εξαντλημένη και αποκαμωμένη. Ένα μόνο όνειρο είχε μείνει απραγματοποίητο. Τα ταξίδια της Νάντιας! Μα αλήθεια ποιος ο λόγος να ταξιδέψεις όταν όλα όσο αγαπάς είναι ακριβώς δίπλα σου;
Ελένη Ρέγγα
