Όταν χαράζει… σε χάνω…

«Ωραία είναι εδώ! Πολύ μου αρέσει αυτό το σημείο! Έχουμε όλη την Αθήνα στα πόδια μας!».

Η Κάτια έλυσε τον σφιχτό κότσο που είχε πιάσει τα μαλλιά της και τα άφησε να ανακατευτούν με τον αέρα. Έκλεισε τα μάτια και απήλαυσε τη δροσιά.
Το σημείο εκείνο ήταν το αγαπημένο τους. Αυτά τα βραχάκια στην Ακρόπολη είχαν ακούσει και δει τα πάντα! Ε, κάπως έτσι, έγινε το σημείο τους.
Μετά από τις άπειρες βόλτες σε όλα τα στενά της Αθήνας, έπαιρναν ένα καφέ και άραζαν για ώρες στη θέα. Μπορεί να μη μιλούσαν καθόλου, όμως χαίρονταν που ήταν μαζί. Τόσο δυνατή σχέση είχαν…

«Πόσο όμορφα είναι! Και αυτή η ώρα είναι υπέροχη! Βλέπεις τον ήλιο να χάνεται στον ορίζοντα και μαζί του χάνεσαι και εσύ! Σιγά-σιγά, θα σκοτεινιάσει και η Αθήνα θα γεμίσει με χιλιάδες μικρά φωτάκια… Και εγώ θα ταξιδεύω σε κάθε φωτάκι… Θα φτιάχνω ιστορίες και θα ονειρεύομαι. Όπως πάντα άλλωστε…».

Έτσι ήταν η Κάτια. Χανόταν στις σκέψεις τις. ‘Πόσα να χωρέσει ένα μυαλό χειμώνα-καλοκαίρι;’, έλεγε και γελούσε δυνατά, διότι στο δικό της το μυαλό χωρούσαν τα πάντα. Τα πόδια στη γη και το βλέμμα στον ουρανό. Αυτές οι λέξεις την περιέγραφαν καλύτερα από οτιδήποτε. Και εκείνος… Αχ, εκείνος! Αερικό! Πόδια και βλέμμα στον ουρανό. Γι’ αυτό ταίριαξαν… Οι αντίθετες όψεις του ίδιου νομίσματος.

Έκανα μια σχέση τυπική, δυνατή. Μια σχέση που ξεκινούσε και τελείωνε με τα όρια που έθεταν εκείνοι. Φίλοι καλοί μα και όχι φίλοι. Εραστές ποτέ, μα ίσως σε κάποιο μακρινό κάποτε και ναι… Εχθροί μισητοί και όχι εχθροί. Ανάποδοι άνθρωποι. Φως και σκοτάδι. Άσπρο και μαύρο. Γέλιο και λύπη. Ζωή και θάνατος. Τόσο αντίθετοι, μα ταυτόχρονα τόσο ίδιοι.

«Πολύ χαίρομαι που είμαι εδώ μαζί σου! Ξέρεις, φοβόμουν πως μετά τα τελευταία γεγονότα, δεν θα ήθελες να με ξαναδείς. Ok, λογικό! Αφού εγώ έφταιξα, το πλήρωσα. Όμως χαίρομαι τόσο πολύ! Θα έχω την ευκαιρία να σου μιλήσω επιτέλους και εσύ να με ακούσεις…».

Λάτρευε να του μιλάει… Από το πιο ασήμαντο ως το πιο σοβαρό. Με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Με μπόλικες σάλτσες. Λάτρευε να του μιλάει… Και εκείνος την άκουγε με προσήλωση. Πού και πού ρωτούσε κάτι μόνο και μόνο για να συνεχίσει η Κάτια να μιλάει. Λάτρευε τη χροιά της φωνής της; Αγαπούσε την άρθρωσή της; Το λεξιλόγιό της; Κανένας δεν ξέρει. Πέθαινε να την ακούει και η Κάτια άλλο που δεν ήθελε… Τώρα όμως ήταν αλλιώς… Δεν θα μιλούσαν για κάτι απλό και ασήμαντο. Θα μιλούσαν για τις ζωές τους. Ζόρικο βράδυ…

«Άκου με! Έκανα πολλά λάθη! Βασικά όλα τα έκανα λάθος. Ήμουν ο λάθος άνθρωπος στο λάθος μέρος για σένα. Πώς μου το έλεγες; ‘Ίσως και να μην έπρεπε να είχαμε γνωριστεί εμείς οι δύο’, μα διαφωνώ! Έπρεπε να γνωριστούμε. Θεωρώ ότι ήταν γραμμένο να γνωριστούμε. Αν δεν είχαμε γνωριστεί, οι ζωές μας δεν θα είχαν κανένα νόημα…».

Η Κάτια μιλούσε και κοιτούσε το άπειρο. Γέμιζε τα μάτια της με τη θέα της Αθήνας και την ψυχή της με αυτή την εξομολόγηση. Δεν την ένοιαζε να τον ακούσει. Της έφτανε που μιλούσε η ίδια. Το είχε ανάγκη… Να τα πει… Να τα βγάλει από μέσα της…

«Δύσκολο πράγμα να αγαπάς κάποιον τόσο πολύ και όμως να ξέρεις πως ποτέ δεν θα τον έχεις! Πολύ δύσκολο. Έτσι κι εμείς! Σε αγαπούσα περισσότερο και από μένα και μέσα μου ήξερα πως ποτέ θα μου ανήκες. Και δεν εννοώ ερωτικά… Δεν με ένοιαζε ποτέ το ερωτικό. Εγώ είχα ερωτευτεί την ιδέα του να είμαι ερωτευμένη μαζί σου. Ποτέ εσένα! Εσύ ήσουν ο καλύτερός μου φίλος. Και εγώ η δικιά σου φίλη. Θυμάσαι τότε που μείναμε καθισμένοι στον καναπέ για ώρες και σου χάιδευα απλώς τα μαλλιά; Είχες κλείσει τα μάτια και το απολάμβανες. Αυτό ήταν ηδονή! Αυτό ακριβώς! Αυτή η ανατριχίλα στο δέρμα σου και η ανάσα της απόλαυσης. Και μιλούσαμε… Πόσο μιλούσαμε… Πόσο όμορφα ήταν όλα τότε… Πόσο απλά…».

Η Κάτια άρχισε να κρυώνει. Τόση ώρα καθισμένη σε εκείνα τα βραχάκια δεν το είχε αντιληφθεί, όμως η νύχτα έφερε μαζί της και μια ψύχρα. Έβαλε τη ζακέτα της, την κούμπωσε μέχρι πάνω και συνέχισε να χαζεύει την ολοφώτεινη Αθήνα.

Όσο περνούσε η ώρα και βάθαινε το σκοτάδι της νύχτας, βάθαιναν και οι σκέψεις της. Ήθελε τόσα να πει. Τόσα να εξομολογηθεί… Πονούσε… Μια τρύπα στην καρδιά της αιμορραγούσε και φοβόταν πολύ να του το πει… Δεν ήθελε να μαυρίσει και την δική του ψυχή. Ας πονούσε μόνο η ίδια… Δεν την πείραζε…

«Σε αγάπησα πολύ! Μακάρι να ήξερες πόσο. Μακάρι να μπορούσες να το αντιληφθείς. Τίποτα δεν έχει σημασία χωρίς εσένα. Η ζωή μου δεν μπορεί να είναι ίδια. Έφυγες και όλα άλλαξαν. Και τι δεν θα έδινα για να ήταν όλα όπως πριν! Τι δεν θα έδινα να σε είχα κοντά μου! Στα εύκολα και στα δύσκολα. Στις χαρές και στις λύπες. Μου λείπεις και ξέρω πως τίποτα δεν μπορεί να σε φέρει πίσω. Θέλω μόνο κάποια στιγμή να με συγχωρέσεις. Προχώρα! Φτιάξε τη ζωή σου όπως σου αξίζει. Γέμισέ τη με φως και αγάπη, όπως έκανες με τη δική μου. Και βάλε και άλλους ανθρώπους κοντά σου. Τόσους όσοι χρειάζονται για να μην είσαι μόνος. Και εγώ το ίδιο κάνω… Προχωράω, αλλά πάντα αυτό το μικρό κομμάτι θα λείπει…».

Ένα φως σταμάτησε των ειρμό των σκέψεων της. Ένα φως την ανάγκασε να κοιτάξει τον ουρανό. Ξημέρωνε…

«Συγγνώμη, κυρία! Πόσες ώρες είστε εδώ μόνη σας; Ξημερώνει πια!».

Η Κάτια κοίταξε δίπλα της και χαμογέλασε. Η παρουσία του ξεθωριάζει κάθε φορά που ξημερώνει. Οι νύχτες όμως… Οι νύχτες είναι δυσβάσταχτες για τη μοναξιά της. Τότε μόνο όμως μπορεί να εκφραστεί. Μόνο τότε μπορεί να του μιλάει όπως πρώτα.

Εκείνος τώρα είναι ένα φωτάκι κάπου μες στην Αθήνα. Μακριά της. Εκείνη μένει να θυμάται… Μόνη της…

«Με συγχωρείτε! Έχετε δίκιο… Χρειάζομαι ένα λεπτάκι και φεύγω!», απάντησε στον κύριο με τον φακό.

Σηκώθηκε από το βραχάκι που είχε περάσει τη νύχτα της, εισέπνευσε δυνατά και έκλεισε τα μάτια.

«Όταν χαράζει… σε χάνω…», είπε ψιθυριστά και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Ποτέ τα λόγια της δεν ήταν πιο αληθινά από αυτές τις τέσσερις λέξεις….

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading