Δεν θέλω άλλο! Φτάνει πια!

Έγειρε το κεφάλι προς το έδαφος, έκρυψε την απελπισία της, αφήνοντάς τα μαλλιά να κρύψουν το πρόσωπο και εκεί, στη θέση της απόγνωσης, άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν στα μάγουλά της. Μολύβι, ασήκωτα έπεφταν με ορμή στο πάτωμα και αν κοίταζες λίγο καλύτερα θα έβλεπες τον πόνο σε υγρή μορφή να ουρλιάζει. Δίπλα της εκείνος, να την βλέπει να μονολογεί «δεν θα τα καταφέρω», να την βλέπει να φεύγει από το δωμάτιο και να μένει αμέτοχος, άκαμπτος.

Είχε βάλει προσωπικό στοίχημα με τον εαυτό της να καταφέρει να «σπάσει» το μονότονο επαγγελματικό βάλτωμα των τελευταίων χρόνων και όταν της πρότειναν νέα θέση, χάρηκε μα φοβήθηκε ταυτόχρονα, όχι γιατί δεν πίστευε στον εαυτό της, μα γιατί δεν γνώριζε το αντικείμενο, ήταν όλα πολύ μπερδεμένα για εκείνη και έπρεπε σε μικρό χρονικό διάστημα να καταφέρει να καλύψει κενά χρόνων. Μα ξέχασε ή εθελοτυφλούσε πως στην ζωή της δεν είχε ανθρώπους να την βοηθήσουν. Και έτσι μαζί με τα νέα καθήκοντα, αγχωνόταν διπλά για τις καθημερινές δουλειές του σπιτιού, την γονική φροντίδα του έφηβου γιου της και την προσωπική της πάλη να κατανικήσει το συμβατικό, να κάνει την επαγγελματική υπέρβαση.

Από τις πρώτες ημέρες που ανέλαβε νέα επαγγελματικά καθήκοντα, οι τσακωμοί τους ήταν συχνοί.
«Δεν με βοηθάς καθόλου, συνέχεια λείπεις και όταν είσαι στο σπίτι, είσαι με ένα κινητό στο χέρι και αραχτός στον καναπέ, δεν κάνεις καμία δουλειά, τα θες όλα έτοιμα. Ούτε με το παιδί ασχολείσαι, μεγάλωσε λίγο και νομίζεις ότι δεν έχει προβλήματα; Έχετε ποτέ συζητήσει χωρίς να φωνάζεις;» παραπονιόταν, μα περισσότερο της στοίχιζε πως από τότε που ανέλαβε την νέα θέση, σταμάτησε να την συντρέχει. Τι ζητούσε; Μια αγκαλιά! Δεν χρειαζόταν λόγια, μόνο μια αγκαλιά.
«Έλα εδώ να σε αγκαλιάσω» της είπε όταν του παραπονέθηκε.
«Άστο ρε Γιώργο, ακόμα και στην αγκαλιά θες να έρθω σε εσένα, μην σηκώσεις τον κώλο σου και πάθεις υπερκόπωση!»

Εξαπατημένη, αυτό ένιωθε! Ποτέ δεν της είπε ότι θα έφευγε τόσο συχνά σε επαγγελματικά ταξίδια. Και να πει πως άξιζε τον κόπο; Με ποσοστά δούλευε, αν έκανε την πώληση θα πληρωνόταν αλλιώς, μόνο τουρισμό! Πόσες φορές του είπε ότι ήθελε βοήθεια με το παιδί, μωρό τότε, ν’ αλλάξει δουλειά, μα εκείνος απαντούσε πως δεν ήξερε άλλη δουλειά να κάνει. Και έτσι εκτός από τις φροντίδες του παιδιού και του σπιτιού, το μεγαλύτερο οικονομικό βάρος «έπεσε» πάνω της. Και δούλευε η χαζή, πόσα bonus πήρε και έφυγαν όλα σε λογαριασμούς και χρέη, πόσα χρόνια περάσαν έτσι, να δουλεύει για το τίποτα…

Εκείνη την ημέρα ξύπνησε αλλιώς! Την είδε αλλιώς! Πρόσφατα είχε πάρει ένα μικρό bonus, αλλά αυτή την φορά το κράτησε μυστικό. Όρκισε τον εαυτό της να μην το χαλάσει σε λογαριασμούς. Αυτή την φορά θα έκανε κάτι για την πάρτη της. Για την προσωπική της εξέλιξη. Πάση θυσία σε δέκα χρόνια από εκείνο το πρωινό, έπρεπε να κάνει ένα κομπόδεμα και να σταματήσει επιτέλους να δουλεύει. «Όχι άλλη δουλειά!».

Σταμάτησε να κάνει με ζήλο τις δουλειές του σπιτιού, έκανε μόνο τα απαραίτητα, σταμάτησε να μιλάει για τα όνειρά της σε εκείνον, δεν είχε νόημα, σημασία είχαν μόνο τα δικά του όνειρα! Είχε πλάνο στο μυαλό της. Τρία χρόνια και θα τελείωνε το Λύκειο το παιδί. Τρία χρόνια θα έκανε αποταμιεύσεις. Τρία χρόνια σε μια νεκρή σχέση, σε μια υποκρισία! Μια ζωή να εξαρτάται από άλλους! Η απόλυτη δικαιολογία της! Μα τώρα πήρε μπροστά, κανείς δεν την σταματά. «Α ρε καημένη…» έλεγε στον εαυτό της. «Πόσο κορόιδο είσαι; Και όλα αυτά γιατί; Για να έχεις τον Γιώργο να ξεκουράζεται πριν το ταξίδι, να επιστρέφει κουρασμένος και να ξαναξεκουράζεται μετά το ταξίδι, να τον πλένεις, να τον σιδερώνεις και να ξαναφεύγει! Και τελικά να μην συμφέρει σε προσωπικό κόστος όλο αυτό που αναγκάζεσαι να ζεις μαζί του! Για τον Γιώργο! Όλα για τον Γιώργο! Πού είναι η Ελίζα σε όλα αυτά; Ούτε ένα ταξίδι δεν πρότεινε να πας μαζί του! Να πει, ρε αδερφέ, πάω εκεί για την δουλειά, έλα και εσύ και όταν τελειώσω να κάτσουμε δυο ήμερες παραπάνω να δούμε δυο αξιοθέατα και να γυρίσουμε. Μόνο φωτογραφίες ήξερε να στέλνει με τον manager και κοίτα τι ωραίο μουσείο και κοίτα τι ωραία φαγητά! Και εμείς πίσω με το παιδί σου ρε Γιώργο, με στιγμές που είχα είκοσι ευρώ να βγάλω την εβδομάδα και δεν ήξερα τι να πάρω για φαγητό να μου φτάσουν τα χρήματα! Θράσος! Αυτό είναι θράσος! Και εγωισμός! Και βιασμός ψυχής ρε! Το παρτάκι σου! Εσύ οικογένεια δεν έπρεπε να κάνεις!».

Πέντε χρόνια μετά τα σκέφτεται όλα με την ίδια σειρά, μα έχει γαληνέψει πλέον η ψυχή της. Το παιδί πήρε τον δρόμο του, φυσικά και παραμένει η μάνα του. Εκείνη χωρισμένη, εκείνος συντετριμμένος, δήλωσε πως δεν το περίμενε! Κομπόδεμα δεν έκανε, να σταματήσει την δουλειά, μα βρήκε ένα σπίτι σε ένα χωριό στον Ταΰγετο! Το πιο όμορφο χωριό του Ταΰγετου, παραμυθένιο! Άνοιξε ένα μικρό τυροπιτάδικο, με πέντε τραπεζάκια κάτω από το πλατάνι κοντά στην βρύση, οι τουρίστες κάνουν ουρά για την σπιτική τυρόπιτά της. Ένας την αναγνώρισε, είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν. Την θαυμάζει, της είπε, από παλιά, μα δεν τόλμησε να το πει νωρίτερα. Τον κέρασε τυρόπιτα, του είπε με σπαστά ολλανδικά πως δεν επιθυμούσε καθόλου να μιλήσουν για το παρελθόν, δεν είχε καμία σχέση με αυτό πια. Την κοίταξε αρκετή ώρα και τελικά την ρώτησε αν ήθελε βοηθό στο τυροπιτάδικο. Εκείνος που δεν ξέρει τι έχει, βοηθός στο δικό της τυροπιτάδικο!
Χαμογέλασε αμήχανα. «Ναι, αμέ!» του απάντησε και του έδωσε μια λευκή ποδιά. «Υπό έναν όρο…» του είπε. «Δεν έχω πάει ποτέ στην Ολλανδία. Θα ήθελες να ταξιδέψουμε μαζί;»
«Η δουλειά πρώτα Ελίζα» της χαμογέλασε εκείνος και φόρεσε την ποδιά
«ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΔΟΥΛΕΙΑ!» του φώναξε περιπαιχτικά. «ΦΤΑΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ!»

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading