Μια μέρα στη δουλειά

Κοιτούσε σαν χαμένη έξω από το παράθυρο. Ευτυχώς αυτό το γραφείο είχε παράθυρο. Ένα τοπίο αντιφατικό, από τη μια ο καταπράσινος λόφος απέναντι στην πλαγιά, με το πράσινο να σε γαληνεύει και με ένα ανοιγόκλειμα των ματιών, ακριβώς από κάτω η λεωφόρος μποτιλιαρισμένη και βουτηγμένη στην ασχήμια της.

Πλησίαζε η ώρα που θα ερχόταν η διευθύντριά της. Και ο κόμπος στο στομάχι της την πονούσε όλο και περισσότερο. Είχε ήδη αποφασίσει ότι ήθελε να φύγει. Και δεν είχε κλείσει ούτε μήνα σ’ αυτή τη δουλειά. Αλλά δεν μπορούσε να ξεχάσει το ξέσπασμα που της είχε κάνει κιόλας από την πρώτη εβδομάδα στη δουλειά. Από το πουθενά. Με προσβολές και απαξίωση. Και δεν μπορούσε να ξεπεράσει τη δική της αντίδραση, που έμενε να την κοιτά αποσβολωμένη χωρίς να μπορεί να ψελλίσει λέξη.

Τον τελευταίο χρόνο, αυτό το σκηνικό της ήταν τόσο γνώριμο… Τρεις δουλειές είχε αλλάξει. Στην προηγούμενη δεν είχε κλείσει μήνα. Όπως και σε αυτήν.
Οι άνθρωποι που έπρεπε να συνεργαστεί, διευθυντές όλοι, είχαν την ίδια συμπεριφορά. Αλαζόνες, προσβλητικοί, χωρίς καμία διάθεση και θέληση να εκπαιδεύσουν το νέο προσωπικό. Το μόνο που ήθελαν ήταν να διατάζουν χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα από διοίκηση, από ηγεσία. Άνθρωποι με φανταχτερούς τίτλους και παχυλούς μισθούς και ταυτόχρονα με ανύπαρκτες ικανότητες και έλλειψη βασικών αρχών.

Το θυροτηλέφωνο χτύπησε και ήταν αυτή. Εκείνη τη στιγμή η καρδιά της άρχισε να χτυπά ανεξέλεγκτα και το τρέμουλο που την έπιανε κάθε φορά που εμφανιζόταν στο γραφείο, είχε ξεκινήσει. Τρέχει να της ανοίξει την πόρτα, ενώ ταυτόχρονα ξαναρίχνει μια γρήγορη ματιά στον φάκελο με τα καθημερινά που έπρεπε να της δώσει.
Ακούει την πόρτα και σφίγγεται να χαμογελάσει, γιατί δεν ήθελε να τη βλέπει σκυθρωπή, όπως της είχε πει σε ένα ξέσπασμά της.
Την καλημερίζει και μπαίνει βιαστικά στο γραφείο της.
“Φέρε μου ο,τι έχεις, γιατί θα μπω σε meeting” της φώναξε από το γραφείο της.
“Ναι, έρχομαι” της απάντησε ήδη αγχωμένη.

Μπαίνει. Της δίνει ένα ένα τα χαρτιά, εξηγώντας της σύντομα αλλά κατατοπιστικά τι αφορά το καθένα. Έτσι άλλωστε την είχε διατάξει.
“Φέρε μου και το άλλο χαρτί”.
“Ποιο εννοείτε;”
“Σου είχα δώσει τρία χαρτιά. Το πρώτο θέλω”
Ταραγμένη και αγχωμένη πάσχιζε να θυμηθεί ποιο εννοούσε. Της είχε δώσει τόσα χαρτιά! Ποιο μπορεί να εννοούσε; Δεν ήθελε να τη ρωτήσει, γιατί θα ξεσπούσε πάλι.
“Με συγχωρείτε… Είμαι και λίγο ζαλισμένη από τα συνεχή τηλέφωνα που κάνω…” της απάντησε.

Εκείνη τη στιγμή, η διευθύντρια πετάει το στύλο της στο γραφείο της, ξεφυσάει νευριασμένα και λέει:
“Δεν είναι δυνατόν αυτό που συμβαίνει! Δεν είναι δυνατόν! Έχεις ένα πράγμα απλό να κάνεις! Δεν γίνεται να μην θυμάσαι τι ζητάω! Αυτά είναι απλά! Όταν φτάσουμε στα σύνθετα τι θα κάνουμε;! Εγώ δεν πήρα στη δουλειά μου ένα κοριτσάκι 20 χρόνων, πήρα μια γυναίκα 40 χρόνων, που κάθεται και φέρεται σαν 20 χρόνων! Λοιπόν, ή θα συνέλθεις ή θα σταματήσουμε τη συνεργασία. Στο λέω ξεκάθαρα!”
“Να τη σταματήσουμε λοιπόν!” είπε με δυνατή και σταθερή φωνή.
“Τι πράγμα;” απάντησε η διευθύντρια με έκπληξη που δεν μπορούσε να κρύψει.
“Συμφωνώ μαζί σας. Να σταματήσουμε τη συνεργασία” αυτή τη φορά η φωνή της ήταν ήρεμη και σίγουρη.

Ακολούθησε μια παύση.
“Πήγαινε να φέρεις το χαρτί γιατί βιάζομαι” της είπε κάνοντας ότι δεν άκουσε.

Η Ειρήνη πήγε στο γραφείο της. Επέστρεψε μετά από λίγο, δίνοντάς της δύο χαρτιά.
“Αυτό τι είναι;” της είπε χωρίς να το διαβάσει.
“Η παραίτησή μου”.
“Άκουσε να σου πω Ειρήνη…” ξεκινώντας να της κάνει μια ακόμα επίθεση, αλλά η Ειρήνη τη σταμάτησε.
“Όχι κυρία Έλενα. Εσείς θα ακούσετε. Από την πρώτη ημέρα που πάτησα εδώ μέσα το πόδι μου και έχοντας κλείσει μόλις μια βδομάδα, μου κάνατε μια ανεξήγητη προσωπική επίθεση. Την οποία ακολούθησαν κι άλλες καθημερινά. Δεν είμαι διατεθειμένη να υπομείνω άλλο αυτή τη συμπεριφορά. Γι’ αυτό φεύγω”.

Όση ώρα μιλούσε η Ειρήνη, η Έλενα την κοιτούσε αποσβολωμένη. Αναγνώρισε το ίδιο ύφος που είχε κι αυτή όταν της είχε επιτεθεί λεκτικά πρώτη φορά.

Μετά από λίγο η σιωπή έσπασε με φωνές και κραυγές που δεν έβγαζαν νόημα και που η Ειρήνη δεν άκουγε, καθώς έκλεινε πίσω της την πόρτα του γραφείου της Έλενας.

Πήγε στο γραφείο της να μαζέψει τα πράγματά της. Εκείνη τη στιγμή κοίταξε από το παράθυρο. Είδε τον καταπράσινο λόφο. Αλλά τι παράξενο! Δεν υπήρχε πια πουθενά η λεωφόρος. Σαν η απέναντι πλαγιά να είχε μεγαλώσει και να είχε κυριεύσει όλο το τοπίο.

Κατεβαίνοντας τις σκάλες χτύπησε το κινητό της.
“Παρακαλώ;”
“Η κυρία Παναγιώτου;”
“Η ίδια”.
“Σας τηλεφωνώ σχετικά με το βιογραφικό που έχετε στείλει στην εταιρεία μας. Ο διευθυντής, κύριος Αγγελόπουλος θα ήθελε να κάνετε μια συνέντευξη…”
Η Ειρήνη τη διακόπτει.
“Με συγχωρείτε που σας διακόπτω. Θέλω να σας ρωτήσω, η θέση σε ποιον αναφέρεται;”
“Απευθείας στον διευθυντή” απάντησε η υπάλληλος.
“Σας ευχαριστώ πολύ. Δεν ενδιαφέρομαι” είπε η Ειρήνη και έκλεισε το τηλέφωνο.

Είχε ήδη βγει στο δρόμο. Και χωρίς να το καταλάβει είχε πάρει την κατεύθυνση προς το λόφο.

Θεώνη Δριμάλα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading