Φύλακας άγγελος

Η Ξανθούλα, μπαίνοντας στο σπίτι, άφησε το ψωμί στο τραπέζι και σωριάστηκε στην καρέκλα της κουζίνας. Ήταν άσπρη σαν το πανί κι η Φώτω, η πεθερά της, την κοίταξε ξαφνιασμένη. Δέκα λεπτά πριν είχε φύγει για το φούρνο κι ήταν μια χαρά, τι είχε συμβεί; Η Φώτω κούνησε με κόπο το δεξί της χέρι όσο πιο έντονα μπορούσε, για να της τραβήξει την προσοχή, μιας και μετά το τρίτο εγκεφαλικό που είχε πάθει τελευταία, δεν μπορούσε πια να μιλήσει. Η Ξανθούλα την κοίταξε με άδειο βλέμμα. Η Φώτω παρότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει λεκτικά, αντιλαμβανόταν τα πάντα και ήταν σίγουρη πως κάτι πολύ κακό είχε συμβεί για να βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση η νύφη της.

Η Ξανθούλα έβαλε σ’ ένα ποτήρι νερό, απ’ την κανάτα που υπήρχε πάντα σκεπασμένη μ’ ένα λευκό πετσετάκι πάνω στο τραπέζι. Ήπιε δυο γουλιές και κόλλησε το βλέμμα της σ’ αυτό της πεθερά της. “Μάνα…” της είπε διστακτικά, “Η Ουρανία στο φούρνο μου είπε πως κάτι βρήκαν στο Άνω Κερδίτσι… Κάπου στο δάσος…”. Η Φώτω κούνησε το κεφάλι της, δείχνοντας ότι δεν καταλάβαινε τι εννοεί. “Μάνα βρήκαν κόκαλα! Ανθρώπινα!”. Το βλέμμα της Φώτως σκλήρυνε απότομα. Η Ξανθούλα, που στο μεταξύ είχε κάπως βρει το χρώμα της, σηκώθηκε και πήγε κοντά στην πεθερά της. Γονάτισε μπροστά της κι έβαλε το κεφάλι της στα πόδια της. Η Φώτω σήκωσε με κόπο το δεξί της χέρι -το αριστερό είχε παραλύσει- και το ακούμπησε στα μαλλιά της. “Μάνα, λες να…” δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τη φράση της και ξέσπασε σε κλάματα. Ένα δάκρυ κύλησε απ’ τα μάτια της Φώτως, μα το βλέμμα της παρέμενε σκληρό σαν πυρωμένο σίδερο.

Χρόνια πριν, είχε χαθεί ο Πετρής, ο μοναχογιός της Φώτως, ο άντρας της Ξανθούλας. Ήταν δεν ήταν έξι χρονών η Φωτούλα, η κόρη του ζευγαριού. Μια μέρα απλά εξαφανίστηκε και δεν άφησε πίσω του κανένα ίχνος για το πού μπορεί να πήγε, για το τι μπορεί να είχε συμβεί. Στην αρχή, μάνα και γυναίκα, δεν ανησύχησαν τόσο, μιας κι ο Πετρής, βαρύς πότης, το συνήθιζε να ξεχνιέται έξω απ’ το σπίτι 1-2 βράδια. Όταν επέστρεφε, βρωμοκοπούσε αλκοόλ και φτηνά γυναικεία αρώματα, αλλά ποιος να του πει τι; Είχε “μακρύ” χέρι ο Πετρής και δεν το είχε σε πολύ να τις ξυλοφορτώσει και τις δυο, είχε συμβεί εξάλλου αρκετές φορές. Από ένα σημείο και μετά δεν του έλεγαν λέξη. Όταν επέστρεφε, του ζέσταιναν νερό να κάνει το μπάνιο του, του ετοίμαζαν το κρεβάτι και τον άφηναν να ξεκουραστεί για όσο ήθελε, όσο εκείνες έτρεχαν στα χωράφια και δούλευαν ώρες ατελείωτες να βγάλουν ένα κομμάτι ψωμί. “Χρυσή” την είχε κάνει την Ξανθούλα η Φώτω, να πάρει τη μικρή και να φύγει. “Φύγε να σωθείς κόρη μου, χαΐρι δεν θα βρεις με το γιο μου, ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που τον γέννησα!”, έλεγε κι έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα απ’ τα μάτια της. “Πού να πάω μάνα, γυναίκα μόνη μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά; Θα κάνω υπομονή μάνα, είναι καλός ο Πετρής, θα στρώσει…” της απαντούσε η Ξανθούλα, μα κι οι δυο ξέρανε καλά πως τίποτα δεν επρόκειτο ν’ αλλάξει.

Τα βράδια, η Φώτω γονάτιζε στην Παναγιά και προσευχόταν για τον μοναχογιό της, να του δώσει φώτιση, ν’ αλλάξει, ν’ αφήσει τα ποτά και τις παλιογυναίκες, να αφοσιωθεί στη γυναίκα του και στο παιδί του, μα καμιά της προσευχή δεν εισακούονταν, ο Πετρής γινόταν όλο και χειρότερος, όλο και πιο σκληρός. Στο τέλος είχε σταματήσει πια να πηγαίνει και στα χωράφια, ξεκινούσε τη μέρα του με κρασί, συνέχιζε με κρασί στο καφενείο, μετά γυρνούσε σπίτι, κοιμόταν και το βράδυ έβγαινε στην πόλη, γυρνούσε σπίτι τα χαράματα -όταν γυρνούσε- και την άλλη μέρα πάλι απ’ την αρχή. Άδικα προσπαθούσε η μάνα του να του μιλήσει, τις ελάχιστες φορές που τον πετύχαινε ξεμέθυστο. Τότε εκείνος κατέβαζε το κεφάλι και της έλεγε πως είχε δίκιο, πως θ’ αλλάξει, μα λίγες ώρες αργότερα, αγκαλιά μ’ ένα ποτήρι κρασί, ξεχνούσε κάθε υπόσχεσή του και συνέχιζε τα ίδια.

Τη γυναίκα του, την Ξανθούλα, την παντρεύτηκε όταν ήταν 19 χρονών κι εκείνη μόλις 14 -συνηθισμένες ηλικίες για εκείνα τα χρόνια. Κι όλα έδειχναν πως θα είχαν μια όμορφη ζωή. Η Ξανθούλα, αν και μικρή, ήταν νοικοκυρά απ’ τις λίγες και χρυσό κορίτσι, από σπίτι. Απ’ την άλλη, ο Πετρής, μοναχογιός του κυρ Αρίστου με τ’ όνομα, μεγαλοκτηματία της περιοχής, δυνατό παλικάρι και δουλευταράς. Μέχρι το δημοτικό είχε βγάλει και μετά τον έστρωσε ο πατέρας του στη δουλειά, πολλά τα στρέμματα κι ήθελαν χέρια και μιας και δεν είχαν καταφέρει να κάνουν άλλο παιδί, αφού η Φώτω στη γέννα κόντεψε να πεθάνει κι η μαμή της είπε πως δεν θα τα κατάφερναν, όλα για εκείνον ήταν, έπρεπε να μάθει να τα φροντίζει. Δεν παραπονιόταν ο Πετρής, του άρεσε να δουλεύει τη γη, μα πιο πολύ του άρεσε το χρήμα που έρεε άφθονο στις τσέπες του. Μέχρι που πέθανε ο πατέρας του, όλα πήγαιναν καλά, με το θάνατό του όμως, σαν κάποιος διακόπτης να γύρισε μέσα στο μυαλό του Πετρή. Άρχισε το ποτό κι ανάθεσε σε εργάτες το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς. Εκείνος ήθελε απλά να εισπράττει. Αυτές οι δουλειές όμως, σε θέλουν εκεί, να προσέχεις τα πάντα και σύντομα η περιουσία του άρχισε να εξανεμίζεται. Απ’ τη μια του έκλεβαν απ’ τη σοδειά, απ’ την άλλη τον έκλεβαν στο ζύγι… μα το χειρότερο όλων ήταν που έμαθε “το χαρτί” και αυτό τον οδήγησε να χάνει στρέμματα πάνω σ’ ένα τραπέζι. Κι άρχισε να γίνεται νευρικός, άρχισε να γίνεται βίαιος. Ο παλιός Πετρής, ο γλυκός, ευγενικός και ήρεμος άντρας, είχε μεταμορφωθεί σε ένα τέρας.

Το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας τους είχε χαθεί σε αλκοόλ, γυναίκες και τζόγο κι ευτυχώς είχε προνοήσει ο κυρ Αρίστος κι είχε γράψει και στη γυναίκα του κάποια χωράφια, γιατί ό,τι είχε αφήσει στο γιο του, είχε πια εξανεμιστεί. Μ’ αυτά τα χωράφια προσπαθούσαν πια να επιβιώσουν και να έχουν τα προς το ζην. Είχαν ξεχάσει τις πολυτέλειες, τα χρήματα, είχαν χάσει ακόμη και το σπίτι τους, ευτυχώς είχε η Φώτω το πατρικό της και μετακόμισαν όλοι μαζί σ’ αυτό, αλλιώς στο δρόμο θα είχαν βρεθεί με τα καμώματα του Πετρή. Παρ’ όλη την καταστροφή όμως, ο Πετρής δεν έβαζε μυαλό κι όχι μόνο συνέχιζε την άσωτη ζωή, αλλά προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κάνει και τη μάνα του να πουλήσει τα δικά της χωράφια, για να πάρει τα χρήματα. Αυτή όμως τη χάρη δεν θα του την έκανε η Φώτω! Όσο βρίσιμο, όσο ξύλο κι αν της έριχνε, βράχος παρέμενε “Τα χωράφια μου δεν τα πουλάω, δεν πα’ να με σκοτώσεις κιόλας! Στην κόρη σου όλα γραμμένα τα ‘χω και μέχρι να γενεί 18, τίποτις δεν θα μπορείς να κάνεις! Όρο στη διαθήκη μου το έχω βάνει!”. Κι αυτό το “δεν πα’ να με σκοτώσεις…” με πείσμα και νεύρα του το ‘λεγε, να του δείξει τάχα ότι δεν φοβόταν, μα ήξερε πως δεν θα το είχε σε τίποτα να το κάνει…

Τέσσερα χρόνια είχε αυτή η κατάσταση στο σπίτι τους. Τέσσερα χρόνια που γυναίκα και μάνα ανέχονταν τις προσβολές, τις βρισιές, τα ξεσπάσματα, τις απειλές και το “βαρύ” του χέρι. Μαζευόταν σε μια γωνίτσα, κουβαράκι μικρό η Ξανθούλα κι έκλαιγε αθόρυβα κι έσφιγγε στο στήθος της την κόρη της, όσο ο Πετρής ούρλιαζε κι έσπαγε κι απειλούσε Θεούς και δαίμονες. Κι η Φώτω όρθια, στεγνή πια από δάκρυα, τον κοιτούσε ευθεία στα μάτια, προσπαθώντας να προβλέψει την επόμενη κίνησή του, να προλάβει να τον σταματήσει μην τυχόν και κάνει κανένα χειρότερο κακό. Κι όσο την έβλεπε έτσι να τον κοιτά, πιο πολύ αγρίευε εκείνος, που ήθελε να τον τρέμουν οι γυναίκες του σπιτιού “Τι με κοιτάς γριά;;; Τι με κοιτάς έτσι;;; Θες να σε στείλω να κάνεις παρέα στον άντρα σου;;; Ανάθεμά σε για μάνα! Ανάθεμά σας όλες!” έλεγε και βροντούσε την πόρτα πίσω του.

Και μια μέρα, Κυριακή ήταν, έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Κανένας δεν τον είδε, κανένας δεν άκουσε για τον Πετρή ξανά. Σαν να άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Κι ενώ τις πρώτες 2-3 μέρες, κανείς δεν ανησύχησε, σύντομα άρχισαν να τους ζώνουν όλους τα φίδια στο χωριό. Τι είχε συμβεί;

Η Ξανθούλα δήλωσε στην αστυνομία την εξαφάνισή του, μα μικρός ο τόπος, όλοι ήξεραν τι κουμάσι ήταν και κανένας δεν έψαξε στα σοβαρά να τον βρει, όλοι πίστεψαν πως θα το έσκασε με καμιά ξενόφερτη χορεύτρια απ’ τα καμπαρέ της πόλης, που σύχναζε. Κάποιοι είπαν ότι τον είδαν στην Αθήνα, άλλοι στη Θεσσαλονίκη, ένας άλλος είπε τον είδε ο ξάδερφός του στην Αυστραλία -όρκο έπαιρνε πως ήταν αυτός!- στην ουσία όμως κανένα ίχνος του δεν είχε βρεθεί πουθενά. Οι έρευνες της αστυνομίας -αν και όσες έγιναν- απόβηκαν άκαρπες κι εκείνος δεν έδωσε κανένα σημάδι ζωής ποτέ ξανά.

Και τα χρόνια περνούσαν κι η ζωή συνεχιζόταν και κάπως έτσι πέρασαν σχεδόν 2ο χρόνια… Η μικρή Φωτούλα, ήταν πια παντρεμένη, είχε μια κόρη και σε λίγο καιρό θα γεννούσε και το δεύτερο παιδί της. Ζούσε με τον άντρα της στην πόλη, 50 περίπου χιλιόμετρα μακριά απ’ το Κερδίτσι, το χωριό που μεγάλωσε, μα τους επισκεπτόταν συχνά. Η Ξανθούλα παρέμενε ακόμη στο πλευρό της πεθεράς της, που σαν μάνα της την είχε. Όσες φορές κι αν προσπάθησε η Φώτω να την πείσει να ξαναφτιάξει τη ζωή της, η Ξανθούλα ήταν ανένδοτη “Τι λες μάνα; Να ξαναπαντρευτώ; Ντροπής πράγματα!” κι έτσι παρέμειναν να ζουν μαζί νύφη και πεθερά κι όλα αυτά τα χρόνια πικρή κουβέντα δεν είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους.

Είκοσι χρόνια και τίποτα δεν κατάφεραν να μάθουν για τον Πετρή, όσο κι αν ρώτησαν, όσο κι αν έψαξαν. Κι όσο κι αν ήταν σκληρό όλο αυτό, όσο κι αν τις πονούσε, κατά βάθος ένιωθαν κι οι δυο μια μικρή ανακούφιση, μιας κι είχαν περάσει πολλά στα χέρια του.

Η Ξανθούλα σήκωσε το βλέμμα της και το κάρφωσε ίσια στα μάτια της πεθεράς της “Μάνα, λες να…”. Η Φώτω κούνησε το κεφάλι της, δείχνοντάς της την πόρτα. Η Ξανθούλα κατάλαβε, μιας κι είχαν μάθει πια να μιλάνε με τα μάτια. “Να πάω στην αστυνομία λες ε;” τη ρώτησε δειλά. Η Φώτω της έγνεψε ναι με το κεφάλι της. Η Ξανθούλα σκούπισε τα δάκρυά της με την αναστροφή του χεριού της και σηκώθηκε. Έστρωσε το φουστάνι της, έφτιαξε με το χέρι της νευρικά τα μαλλιά της και βγήκε απ’ το σπίτι. Έπρεπε να μάθει, είχε ανάγκη να μάθει…

Η Φώτω την κοίταξε να βγαίνει απ’ την πόρτα και μόλις την άκουσε να κλείνει, σήκωσε το κεφάλι της στο ταβάνι. Είκοσι χρόνια είχαν περάσει και θυμόταν κάθε λεπτομέρεια εκείνης της νύχτας, κάθε δευτερόλεπτο, κάθε στιγμή…

Κόντευε 3 το πρωί. Η Φώτω κοιμόταν στο ντιβάνι της, δίπλα στη σόμπα και στο μέσα δωμάτιο κοιμόταν η Φωτούλα, η εγγονή της, έξι χρονών τότε. Η Ξανθούλα είχε πάει στο διπλανό χωριό, στο πατρικό της, είχε πεθάνει μια ξαδέρφη της και θα την ξενυχτούσαν. Ο Πετρής ως συνήθως έλειπε, κάπου θα χαρτόπαιζε, κάπου θα μπεκρόπινε, με καμιά παστρικιά θα ήταν… ποιος ήξερε… Όταν άκουσε την πόρτα ν’ ανοίγει, η Φώτω τρόμαξε, μα μόλις είδε τη γνώριμη φιγούρα του γιου της να μπαίνει, σφάλισε τα μάτια της, δεν ήθελε καβγάδες νυχτιάτικα, ποιος ξέρει πόσο θα είχε πιει πάλι ή πόσα θα είχε χάσει στα χαρτιά! Το σίγουρο ήταν πως ήταν νευριασμένος, το καταλάβαινε απ’ τις κινήσεις του. Βρόντηξε την πόρτα πίσω του, έκανε με το βλέμμα του ένα γύρο στο δωμάτιο, έριξε μια ματιά στη μάνα του που κοιμόταν -ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε εκείνος- και προχώρησε στα πίσω δωμάτια. “Ξανθή!” φώναξε, χωρίς να τον νοιάζει η ώρα ή ότι η κόρη του κοιμόταν. “Σήκω μωρή πουτάνα! Γύρισε ο άντρας σου!”. Ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά της η Φώτω, ήξερε ότι είχε έρθει με άγριες ορέξεις ο Πετρής και σε τέτοιες περιπτώσεις, έπαιρνε κοντά της την εγγονή της, την κοίμιζε στην αγκαλιά της, να την προφυλάξει όσο ήταν δυνατόν απ’ τις φωνές και τα ξεσπάσματα του γιου της. Άκουσε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας του ζευγαριού ν’ ανοίγει και να κλείνει με δύναμη. “Πού είσαι μωρή;” τον άκουσε να φωνάζει ακόμη πιο δυνατά. Τον άκουσε ν’ ανοίγει την πόρτα απ’ το δωμάτιο της Φωτούλας. Το παιδί… θα τρομάξει το παιδί… έλεγε και ξανάλεγε από μέσα της η Φώτω, που πια δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Κράτησε την ανάσα της, ν’ ακούσει, να καταλάβει, να προλάβει… Σιωπή, τίποτα δεν ακουγόταν. Δεν άντεξε. Σηκώθηκε. Περπάτησε αθόρυβα μέχρι τα πίσω δωμάτια. Και τότε τον άκουσε. “Αφού λείπει η πουτάνα η μάνα σου…” τον άκουσε να ψιθυρίζει. Και τότε τον είδε. Όπως ήταν πλάτη προς αυτήν, είδε να ανοίγει τη ζώνη του παντελονιού του και να κατευθύνεται προς το κρεβάτι της μικρής. Και μετά σκοτάδι. Το μυαλό της μαύρισε, ένα θολό κουβάρι η σκέψη της. Άρπαξε το βαρύ, μεταλλικό σίδερο που βρισκόταν δίπλα της και με το δεξί της χέρι τον κοπάνησε ευθεία στο κεφάλι. Με δύναμη. Με όση δύναμη είχε. Και μετά ένας γδούπος. Δυνατός. Κι ένα κορμί, βαρύ, δυνατό, ασήκωτο, κείτονταν στο πάτωμα. Η μικρή ακόμα κοιμόταν γαλήνια…

Από παιδί στα χωράφια και στις βαριές δουλειές και στα 45 της έβαζε κάτω 10 άντρες. Τραχιά τα χέρια της απ’ τα χωράφια, δουλεμένα στην τσάπα. Τον έπιασε απ’ τα πόδια και τον έσυρε με κόπο έξω απ’ το παιδικό δωμάτιο. Όπως τον έσερνε, άφηνε πίσω του μια παχιά γραμμή από αίμα. Μα δεν σταμάτησε η Φώτω, τίποτα δεν θα την σταματούσε πια. Είχε ανεχτεί πολλά απ’ τον μοναχογιό της κι αυτή κι η Ξανθούλα, η γυναίκα του. Το παιδί όχι! Κανένας δεν θα πείραζε το παιδί! Κανένας δεν θα πείραζε την εγγονή της! Ούτε καν ο Πετρής κι ας ήταν παιδί της κι ας ήταν σπλάχνο της. Κι αν έφταιγε η ίδια που ο Πετρής είχε έτσι καταντήσει, τώρα θα το διόρθωνε το σφάλμα της. Τον κοίταξε για μια στιγμή, για μια μόνο στιγμή ένιωσε τα γόνατά της να κόβονται, μα ήταν πια αργά, δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Όπως ήταν αναίσθητος απ’ το χτύπημα, πήρε ξανά το σίδερο στο χέρι της και τον χτύπησε ξανά και ξανά και ξανά στο κεφάλι με όλη της τη δύναμη, μέχρι που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Δεν ήταν πια το παιδί της, είχε από χρόνια πάψει να είναι.

Τον έσυρε απ’ τα πόδια μέχρι την εξώπορτα, τον τύλιξε μ’ ένα τσουβάλι, τον έδεσε με σκοινί και τον έδεσε όπως μπορούσε στο κάρο. Σ’ όλη τη διαδρομή άκουγε το νεκρό κορμί του να χτυπάει στο έδαφος κι ένιωθε την καρδιά της να χάνει χτύπους. Μα δεν έπρεπε να σταματήσει, δεν γινόταν πια να σταματήσει. Τον μετέφερε στο διπλανό χωριό, έφτασε κοντά στο δάσος, όσο πιο μακριά μπορούσε απ’ τα τελευταία σπίτια και τον άφησε κάτω από ένα δέντρο. Τον σκέπασε με ξερόκλαδα όσο καλύτερα γινόταν και γύρισε αμέσως στο σπίτι. Έπρεπε ν’ αλλάξει ρούχα και να καθαρίσει τα αίματα πριν ξυπνήσει η εγγονή της.

Μέχρι το πρωί που ξύπνησε η μικρή, όλα ήταν όπως πριν, σαν να μην είχε τίποτα συμβεί. Όταν γύρισε πια η Ξανθούλα απ’ την κηδεία της ξαδέρφης της, η Φώτω προφασίστηκε δουλειά και πήρε εργαλεία και γύρισε στο δάσος, έπρεπε να κρύψει το πτώμα του γιου της, να μην τον βρει κανείς! Δεν μπορούσε ν’ αφήσει τη νύφη της και την εγγονή της μόνες, έπρεπε να σταθεί στο πλάι τους, να τις βοηθάει, να τις προστατεύει.

Είκοσι χρόνια είχαν περάσει και καλά τα είχαν καταφέρει οι τρεις γυναίκες. Δούλεψαν σκληρά νύφη και πεθερά και μεγάλωσαν την Φωτούλα με αξιοπρέπεια, τη σπούδασαν, την πάντρεψαν και πια την καμάρωναν δίπλα σ’ έναν άντρα που την φρόντιζε και την αγαπούσε. Είχαν καταφέρει να ξεχρεώσουν κι όλα τα χρέη που τους είχε αφήσει ο Πετρής και ζούσαν πια ήρεμες και μονιασμένες. Μόνο που δυο χρόνια πριν, η Φώτω έπαθε τρία απανωτά εγκεφαλικά, που της παρέλυσαν όλη την αριστερή της πλευρά και της στέρησαν την ομιλία της. Μα δεν έδειχνε να την πειράζει, μιας και κουτσά στραβά μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί.

Είκοσι χρόνια είχαν περάσει κι η Φώτω ακόμη κρατούσε μέσα της όλα όσα είχαν συμβεί εκείνη τη νύχτα. Ακόμη τα βράδια έκλαιγε για τον μοναχογιό της, που η ίδια του είχε στερήσει τη ζωή, μα όσο κι αν τα έβαζε στο ζύγι μέσα της, ήξερε πως είχε κάνει το σωστό, ειδικά όταν έβλεπε τα μάτια της εγγονής της, που ποτέ δεν έμαθε, ποτέ δεν κατάλαβε τι θα είχε συμβεί αν είχε δειλιάσει να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι εκείνο το βράδυ η γιαγιά της.

Είκοσι χρόνια είχαν περάσει και λέξη δεν είχε πει ποτέ σε κανέναν, κανείς δεν ήξερε, κανείς δεν είχε καταλάβει. Είχε θάψει βαθιά μέσα της το μυστικό, όσο βαθιά είχε θάψει το κορμί του Πετρή στο δάσος, τόσο που δεν περίμενε κανείς ποτέ να τον ανακαλύψει. Μα ο χρόνος αργά ή γρήγορα τα φέρνει όλα στην επιφάνεια και κάπως έτσι φαίνεται πως κάποιος βρήκε ό,τι είχε απομείνει απ’ το σκελετό του γιου της. Τα ψέματα είχαν πια τελειώσει, ήταν η ώρα που η Φώτω έπρεπε να μιλήσει. Εξάλλου όλα είχαν πια τακτοποιηθεί. Η Φωτούλα είχε κάνει την οικογένειά της, η Ξανθούλα είχε σταθεί στα πόδια της, δεν υπήρχε πια κανένας λόγος να κρύβει το κρίμα της, έπρεπε να πληρώσει.

Σηκώθηκε με κόπο απ’ το ντιβάνι, έστρωσε την ποδιά της κι άρχισε αργά αργά να περπατάει προς την πόρτα. Θα πήγαινε όπως όπως στην αστυνομία και θα τους τα έλεγε όλα… ίσως τους τα έγραφε, γιατί ποιος να καταλάβει τώρα που δεν είχε πια μιλιά; Τα βήματά της βαριά, ασήκωτα, όχι γιατί φοβόταν την τιμωρία, χίλιες φορές να γύριζε στο ίδιο σημείο ο χρόνος και τις χίλιες το ίδιο θα έκανε, μα ένιωσε πια πως δεν άντεχε να κουβαλάει αυτό το μυστικό στην ψυχή της. Κόντευε να φτάσει στην πόρτα, λίγο ακόμη και θα τα κατάφερνε, έσερνε σχεδόν όλη την αριστερή της πλευρά. Άκουσε ποδοβολητά και σταμάτησε. Ακούμπησε το δεξί της χέρι στο τραπέζι, να πάρει μια ανάσα. Τα ποδοβολητά έφτασαν στην πόρτα της. Κράτησε την αναπνοή της, ίσως ήταν κάποιος αστυνομικός, ίσως είχαν έρθει να την πάρουν. Η πόρτα άνοιξε απότομα. Ήταν η Ξανθούλα, λαχανιασμένη “Μάνα…” είπε ξέπνοα. Η Φώτω την κοίταξε ευθεία στα μάτια, περιμένοντας τι είχε να της πει η νύφη της. “Ζώο ήταν μάνα! Κόκαλα από ζώο βρέθηκαν κι από στόμα σε στόμα έκαναν την τρίχα τριχιά στο χωριό. Μου τα είπε ο κυρ Σταμάτης ο αστυνομικός. Γελούσε όταν τον ρώτησα μην τυχόν κι ήταν του Πετρή. Ζώου ήταν! Ο Πετρής, μου είπε, θα καλοπερνάει με καμιά παστρικιά, να μην αγχώνομαι! Σίγουρα κάπου θα ζει και θα βασιλεύει! Έτσι μου ‘πε. Εσύ γιατί σηκώθηκες; Έλα να σε βοηθήσω…” της είπε η Ξανθούλα και την έπιασε απαλά απ’ το μπράτσο. “Τζάμπα σε τάραξα μάνα… Σχώρα με… Ας είναι καλά κι ας είναι όπου θέλει, αρκεί που έχω εσένα κοντά μου. Εσύ είσαι ο φύλακας άγγελός μου μάνα…” της είπε και την φίλησε απαλά στα μαλλιά.

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading