Η Λυδία περπατούσε γρήγορα, ακολουθώντας τους ‘τρελούς’ ρυθμούς τη πόλης, ώστε να φτάσει στη στάση του μετρό και παίρνοντας τον συρμό της γραμμής 2 να γυρίσει επιτέλους σπίτι της.
Πολλές σκέψεις είχαν κατακλύσει το μυαλό της. Από το τι θα μαγειρέψει, μέχρι τα mail που είχε να στείλει πριν εκπνεύσουν οι προθεσμίες, όταν μια φιγούρα, που συνέλαβε με την άκρη του ματιού της, της απέσπασε την προσοχή.
Επιβράδυνε το βήμα της και κάνοντας σχεδόν αναστροφή, κοντοστάθηκε μπροστά από μια σκονισμένη βιτρίνα. Στην πινακίδα του μαγαζιού, η οποία κυριολεκτικά κρεμιόταν από δύο καρφιά, αναγραφόταν με ξεθωριασμένα γράμματα η λέξη «Παλαιοπωλείον» ενώ στην δεξιά πλευρά της βιτρίνας ‘καθόταν’ μια κούκλα από πορσελάνη.
«Πώς είναι δυνατόν να περνάω από εδώ κάθε μέρα και να μην σε έχω παρατηρήσει;», σκέφτηκε η Λυδία και χωρίς δεύτερη σκέψη μπήκε μέσα στο μαγαζί.
Μια αφόρητη μυρωδιά μούχλας κατέκλυσε τη μύτη της, που σε συνδυασμό με τη σκόνη την έκανε να φταρνιστεί δυο – τρεις φορές συνεχόμενα, αρκετές για να ξεπροβάλει από το βάθος του μαγαζιού ο ιδιοκτήτης.
«Καλησπέρα κόρη μου», της είπε ο ηλικιωμένος άντρας με μια γλυκιά φωνή και ένα ακόμα πιο γλυκό πρόσωπο «Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;»
Η Λυδία του χαμογέλασε και τον ρώτησε αν η κούκλα της βιτρίνας είναι για πούλημα, χωρίς να την ενδιαφέρει απαραίτητα το κόστος.
Ο γλυκύτατος κύριος δεν της απάντησε, μα περπάτησε προς το μέρος της κούκλας και αφού την πήρε στα χέρια του, την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και την έτεινε προς την Λυδία.
-Δική σου. Να την προσέχεις. Είναι σπάνιο κομμάτι.
-Για αυτό να είστε σίγουρος. Ξέρετε, κάνω συλλογή από πορσελάνινες κούκλες και μου έλειπε μια ιδιαίτερη, όπως αυτή εδώ. Τι σας οφείλω;
Ο γλυκύτατος γεράκος χαμογέλασε.
-Κάτσε να σου φέρω το κουτί της, είπε στην Λυδία και χάθηκε πάλι στο βάθος του μαγαζιού.
Όσο περίμενε η Λυδία παρατηρούσε και περιεργαζόταν ασταμάτητα την κούκλα. Τα μάτια της ήταν γαλανά, τα μαλλιά, ξανθές μπούκλες και την φιγούρα έντυνε ένα φόρεμα, γαλάζιο, που ήταν και το αγαπημένο χρώμα της Λυδίας.
-Ορίστε κόρη μου. Βαλ’ την εδώ μέσα και πάρε και αυτή τη χάρτινη σακούλα, είπε ο παππούλης και βοήθησε την Λυδία να ‘τακτοποιήσουν’ την κούκλα.
-Σας ευχαριστώ πολύ. Είστε πολύ ευγενικός. Μα δεν μου είπατε, τι σας οφείλω;, ρώτησε η Λυδία και άνοιξε την τσάντα για να βρει το πορτοφόλι της.
-Τίποτα…, της απάντησε ο γεράκος και της έπιασε το χέρι. Έχει να μπει άνθρωπος εδώ μέσα χρόνια ολόκληρα. Και μόνο που θέλησες να αγοράσεις κάτι δικό μου και μόνο που αντάλλαξα δυο κουβέντες με μια καλή κυρία, είναι σαν να με έχεις πληρώσει. Άντε στην ευχή του Θεού τώρα.
Η Λυδία τον κοίταζε σαστισμένη.
-Έλα, έλα, άντε στο καλό!, είπε στην Λυδία και σχεδόν την έσπρωξε να βγει από το μαγαζί.
Εκείνη, μη μπορώντας να κάνει κι αλλιώς, τον ευχαρίστησε και άνοιξε την πόρτα.
Μόλις πάτησε το πόδι της στο πεζοδρόμιο, τυφλώθηκε από το δυνατό φως του ήλιου. Ήταν λες και είχε βγει από σπηλιά! Μέχρι να κατεβάσει τα γυαλιά ηλίου από το κεφάλι στα μάτια, η πόρτα πίσω της είχε κλείσει και όταν γύρισε πια να κοιτάξει και τα στόρια ήταν κατεβασμένα μέχρι κάτω!
«Καλά, πότε πρόλαβε και τα έκλεισε όλα; Πολύ μυστήριος αυτός ο κύριος. Αλλά δε βαριέσαι… Μόλις απέκτησα μια ακόμα κούκλα για τη συλλογή μου! Και δεν την χρυσοπλήρωσα αυτή τη φορά. Μάλλον είναι η τυχερή μου μέρα!», σκέφτηκε η Λυδία και πήρε τον δρόμο για το σπίτι, ανυπομονώντας να δείξει το νέο της ‘απόκτημα’ στην οικογένειά της!
Ο Σωκράτης και η Μαρία ήταν ήδη σπίτι όταν έφτασε η Λυδία.
Με το άνοιγμα της πόρτας, η Μαρία έτρεξε να δει τη μαμά της, ενώ ο Σωκράτης τη ρώτησε όλο απορία «Άργησες αγάπη μου! Πού ήσουν; Δεν τα συνηθίζεις εσύ αυτά! Με ανησύχησες, το ξέρεις;»
Η Λυδία έχοντας αγκαλιά τη Μαρία τον κοίταξε και του χαμογέλασε… «Δεν θα πιστέψεις τι βρήκα! Υπήρχε λόγος που άργησα! Καθίστε να σας δείξω!», είπε η Λυδία και έβγαλε την κούκλα μέσα από τη σακούλα και το κουτί της και την ακούμπησε στο τραπέζι του χολ.
Ο Σωκράτης την κοίταξε αδιάφορα και γύρισε στην κουζίνα να τελειώσει το μεσημεριανό του. Το μόνο που σκέφτηκε ήταν τα ‘πεταμένα λεφτά’… Η Μαρία όμως κοκάλωσε!
-Μαμά, τι είναι αυτό;, την ρώτησε με μάτια γουρλωμένα
-Δεν είναι πολύ όμορφη; Μη μου πεις ότι δεν σ’ αρέσει!
-Μαμά, έλεος! Είναι απαίσια! Καταρχάς κλαίει! Το πρόσεξες; Ποιος σκέφτηκε ότι θα ήταν ωραίο να φτιάξει μια κούκλα που θα έχει θλιμμένα μάτια, κατεβασμένα μούτρα, δάκρυα, θα είναι καθιστή – και όχι όρθια – και θα κρατάει ένα αρκουδάκι; Σαν να την έχουν μαλώσει είναι! Να την πας πίσω! Αμάν πια με τις κούκλες! Δεν μιλάω, δεν μιλάω, αλλά με αυτήν παράγινε πια! Τουλάχιστον οι άλλες είναι όμορφες, χαμογελαστές και μεγάλες. Αυτή είναι και τα χάλια της και μικρή!
Η Λυδία δεν απάντησε. Άφησε να φανεί από το ύφος της πόσο στεναχωρήθηκε με τα όσα άκουσε από την κόρη της… Πήρε την κούκλα, την ξεσκόνισε με το ειδικό ‘φτερό’ που είχε στο πρώτο συρτάρι κάτω από το σκρίνιο και αφού άνοιξε τις γυάλινες πόρτες του, εναπόθεσε την κούκλα στο κέντρο δεξιά, όπως την είχε βρει στο μαγαζί.
-Α καλά!, είπε με ειρωνεία η Μαρία και μπήκε στο δωμάτιό της.
Μέχρι το βράδυ μάνα και κόρη τα είχαν βρει και αφού η Λυδία φίλησε το κορίτσι της για ‘καληνύχτα’, της υποσχέθηκε ότι το επόμενο πρωί, μιας και θα ήταν Σάββατο, θα πήγαιναν βόλτα στην Αθήνα για ψώνια και παγωτό.
Κατά τη διάρκεια της νύχτας, η Μαρία ένιωσε αρκετά παγωμένα τα πόδια της και μισοκοιμισμένη αναζήτησε το σεντόνι που είχε τυλίξει άτσαλα στα πόδια του κρεβατιού. Πριν προλάβει να το ξεδιπλώσει για να σκεπαστεί, είδε δίπλα της ξαπλωμένη μια κοπελίτσα ολόιδια η πορσελάνινη κούκλα! Με τις ξανθές μπούκλες, τα γαλανά μάτια, το γαλάζιο φόρεμα και δάκρυα στα μάτια…
Ούρλιαξε τόσο δυνατά, που σχεδόν της κόπηκε η ανάσα και έτρεξε προς την πόρτα, η οποία όμως ήταν κλειδωμένη!
-Το ήξερα οτι δεν έπρεπε να σε αγοράσει η μαμά! Μαμάαα!, ούρλιαζε η Μαρία και προσπαθούσε να βρει τρόπο να ανοίξει την πόρτα
-Όσο και να φωνάζεις, δεν θα σε ακούσει κανείς…, της είπε η μορφή που καθόταν πάνω στο κρεβάτι της.
-Τι θα μου κάνεις; Είσαι από αυτές τις καταραμένες κούκλες που βλέπουμε στα θρίλερ; Μαμάααα!, συνέχισε να φωνάζει και να χτυπά με δύναμη την πόρτα η Μαρία.
-Θέλω μόνο να σε προστατέψω…, της είπε με δάκρυα στα μάτια η φιγούρα.
Τότε η Μαρία σταμάτησε να ουρλιάζει και να βαρά την πόρτα και την κοίταξε γεμάτη απορία, ενώ το στέρνο της πήγαινε πάνω κάτω, προσπαθώντας να βρει την ανάσα της.
-Ξέρω ότι αύριο θα βγεις με τον Αντρέα. Θα βγεις πρώτη φορά με αγόρι και δεν το έχεις πει στους γονείς σου… Μα είναι απόγονος ενός πολύ επικίνδυνου άντρα και δεν θα ήθελα άλλη μια κοπέλα να περάσει όσα πέρασα κι εγώ…, έλεγε και τα μάτια της δεν σταματούσαν να δακρύζουν
Η Μαρία είχε πια ηρεμήσει…
-Πριν 30 χρόνια, ήμουν κι εγώ μια κοπέλα της ηλικίας σου που ανυπομονούσε να βγει με το αγόρι της και να γνωρίσει τον έρωτα. Δυστυχώς, όμως, η ζωή είχε άλλα σχέδια για μένα. Έχασα τον μπαμπά μου πολύ μικρή και η μαμά δεν άργησε να βρει αντικαταστάτη. Τότε ξεκίνησε το μαρτύριό μου. Ένιωθα κάθε μέρα δυο ζευγάρια μάτια, καρφωμένα πάνω μου. Ένιωθα άβολα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι και η μητέρα μου νόμιζε ότι απλά δεν τον θέλω, γιατί δεν έχω ξεχάσει τον μπαμπά… Ώσπου ήρθε εκείνο το βράδυ Σαββάτου και επιτέλους θα έβγαινα με την παρέα μου, στην οποία φυσικά ήταν και ο φίλος μου. Φορούσα αυτό το γαλάζιο φόρεμα, μπαλαρίνες και για τσαντάκι είχα πάρει ένα σακίδιο σε σχέδιο αρκούδου – βλέπεις ήταν της μόδας τότε. Τα μεσάνυχτα είχα γυρίσει σπίτι. Πριν προλάβω να χτυπήσω το κουδούνι, δύο δυνατά χέρια με άρπαξαν, με έσυραν στο πίσω μέρος της αυλής και χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα στο χώμα και ο πατριός μου ήταν από πάνω μου! Προσπάθησα να βάλω τις φωνές, μα ήταν τόσο δυνατός που με το ένα χέρι μου έκλεισε το στόμα και με το άλλο άρχισε να με χαϊδεύει στο στήθος, λέγοντας ξανά και ξανά πόσο του άρεσε που ήταν μικρό. Είχα ήδη πλαντάξει στο κλάμα όταν με μια κίνηση μου έσκισε το εσώρουχο και μπήκε μέσα μου. Δεν ξέρω αν είχα πονέσει ποτέ ξανά τόσο στη ζωή μου! Ένιωσα το αίμα να τρέχει ανάμεσα στα πόδια μου κι εκείνος να βογκάει από πάνω μου! Μέχρι που, δεν ξέρω πώς, βρήκα τη δύναμη και του δάγκωσα το χέρι. Έκανα να φωνάξω μα μου έκλεισε με την τεράστια παλάμη του το στόμα και τη μύτη. Όσο έχανα τις αισθήσεις μου τόσο το ευχαριστιόταν, μέχρι που πριν αφήσω την τελευταία μου πνοή τελείωσε πάνω μου. Μετά πέθανα. Δεν ξέρω αν ήταν από την ασφυξία ή από τον πόνο. Με άφησε εκεί αιμόφυρτη, με σκισμένα ρούχα, νεκρή κι έφυγε. Δεν πέρασε πολύ ώρα που με ‘βρήκε’ ο Ρόκι, ο σκύλος του κύριου Γιώργου, του γείτονα, που αγαπούσε τόσο πολύ τον πατέρα μου… Δεν έχει σημασία η συνέχεια, παρά μόνο το ότι η μητέρα μου υποστήριξε αυτό το τέρας και έκαναν παιδιά μαζί και τα παιδιά εγγόνια… Κι εσύ αύριο ετοιμάζεσαι να βγεις βόλτα με τον εγγονό του φονιά μου.
Η Μαρία είχε ασπρίσει ολόκληρη και ήταν στα πρόθυρα του να κάνει εμετό με όσα είχε ακούσει. Δεν χωρούσε ο νους της ότι συνέβαιναν και συμβαίνουν τέτοια πράγματα στον κόσμο.
-Ωραία, βλέπω εφιάλτη… Θα ξυπνήσω και όλα θα είναι καλά…, μονολόγησε και άρχισε να αυτοχαστουκίζεται μήπως και ξυπνήσει
-Εγώ σε προειδοποίησα…, της είπε η μορφή που καθόταν πάνω στο κρεβάτι της και εξαφανίστηκε.
Η πόρτα ξεκλείδωσε και το δωμάτιο ζεστάθηκε.
Είχε πια ξημερώσει και η Μαρία βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της.
Πετάχτηκε απότομα και κοίταξε γύρω της. Έτρεξε στο σαλόνι να δει την κούκλα στο σκρίνιο, μα όσο κι αν το βλέμμα της κινούνταν με ταχύτητα φωτός δεξιά κι αριστερά δεν την έβρισκε πουθενά!
-Αγάπη μου, ψάχνεις κάτι;, την ρώτησε η μητέρα της.
-Αααα!, φώναξε η Μαρία και γυρίζοντας είδε την Λυδία.
-Πού είναι η κούκλα; Αυτή που πήρες χτες; Αυτή με τα κλάματα;, ρώτησε με αγωνία η μικρή.
-Κλάματα; Ορίστε η κούκλα που πήρα χτες καλέ! Αυτή η χαμογελαστή, με το γαλάζιο φόρεμα…, της απάντησε η μητέρα της και η Μαρία έμεινε να την κοιτάζει εμβρόντητη!
Εκείνο το βράδυ δεν βγήκε τελικά με τον Αντρέα. Ούτε και τα επόμενα… Μέχρι που έγινε γνωστό ότι ο μεγάλος του αδερφός και ο πατέρας του είχαν κύκλωμα trafficking και εκπόρνευαν κορίτσια…
Δεν αποκάλυψε ποτέ στους γονείς της ούτε τη επίσκεψη της πορσελάνινης κούκλας, ούτε τον έρωτά της για τον Αντρέα, που τον κατέπνιξε και σώθηκε!
Την ίδια μέρα της είδησης, η Μαρία ζήτησε από τη Λυδία να πάνε στην εκκλησία να ανάψει ένα κεράκι. Προσκυνώντας την εικόνα της Αγίας Κόρης, είδε δίπλα της την φιγούρα που εκείνο το βράδυ μοιράστηκε μαζί της το μαρτύριό της και την έσωσε.
“Σε ευχαριστώ” , ψιθύρισε και πλάνταξε στο κλάμα!
Αγγελική Ανδριοπούλου
