Το κυριακάτικο τραπέζι – Ορεκτικό

Προηγούμενο

Σιωπή. Γουρλωμένα μάτια και ακίνητα πιρούνια. Όλοι κοιτούσαν τις δύο φιγούρες που στέκονταν μπροστά στην ανοιχτή πόρτα.

Πρώτη πήρε τον λόγο η κυρά Ρίτα…
«Α! Παλικάρι μου! Ήρθατε! Καλώς ήρθες κοπέλα μου στο σπιτικό μας! Περάστε! Καθίστε!».

Τότε κουρδίστηκαν όλοι και πήραν μπροστά…
«Ναι! Ναι! Καλώς τους!»
«Πού ‘σαι, ρε μεγάλε!;»
«Λουκάκο μου, πώς είσαι; Τώρα συζητούσαμε με τη Φαίδρα να έρθουμε για καφέ στο μαγαζί!»

«Καλησπέρα, παιδί μου!» η φωνή του κυρ Τάσου ήχησε στο σπίτι καθαρή και σοβαρή.
«Καλησπέρα, πατέρα! Συγγνώμη που αργήσαμε! Προέκυψε ένα θέμα και καθυστερήσαμε!», του απάντησε ο Λουκάς και έσπευσε να τον αγκαλιάσει.
«Καλά και εσύ.. καθυστερήσαμε! Μισή ώρα δεν είναι πολύ. Και επίσης… Θέμα; Θέμα είναι το γεγονός ότι έπρεπε να βαφτώ;».

Μόλις η Ζαχαρούλα ολοκλήρωσε την πρότασή της, έντεκα κεφάλια στράφηκαν έντρομα προς το μέρος της. Εκείνη γελούσε και έπαιζε με το κινητό.

«Ναι! Καθίστε να φάμε! Έχω βγάλει και το δικό μας κρασάκι που σας αρέσει, παιδιά μου!», είπε η κυρά Ρίτα ψύχραιμα, ενώ γέμιζε κρασί το ποτήρι του άντρα της.

«Ζουζουνάκι μου; Θα μου βάλεις να φάω;», ρώτησε η Ζαχαρούλα τον Λουκά και εκείνος κατέβασε το κεφάλι από ντροπή.
«Άσε, άσε, Ζαχαρούλα μου! Θα σου βάλω εγώ μέχρι να σε συστήσει ο Λουκάς στην ομήγυρη!», είπε η Φαίδρα αρπάζοντας από μπροστά της το πιάτο.

«Ζαχαρούλα μου, αυτή είναι η οικογένειά μου! Η μάνα μου, Μαργαρίτα. Ο πατέρας μου, Τάσος. Τα αδέρφια μου, Γιώργος, Λάζαρος, Μάνος. Οι νύφες μου, Φαίδρα, Μαρία και Πόπη και τα ανήψια μου, Μαργαρίτα και Αναστάσης. Και το μωρό!».

«Χάρηκα! Εννοείται πως δεν πρόκειται να θυμάμαι κανέναν σας! Είστε πολλοί!», είπε γελώντας η Ζαχαρούλα και όλοι τη μιμήθηκαν αμήχανα.

«Λουκά, πώς πάει το μαγαζί;», ρώτησε ο Λάζαρος.
«Δόξα τω Θεώ, πάει πολύ καλά! Ε, καλοκαιριάζει και ξέρεις πώς είναι! Στην υγειά μας!», είπε χαρούμενα ο Λουκάς, μα η Ζαχαρούλα του έπιασε το χέρι.
«Τι σου έχω πει; Δεν χρειάζεται όπου πηγαίνουμε να πίνεις και να τσουγκρίζεις. Δεν είναι κυριλάτο!», του ψιθύρισε εκείνη, μα ο Λουκάς δεν πτοήθηκε.

«Ζαχαρούλα!», μίλησε ο κυρ Τάσος, «πες μας για σένα!».
«Εεεεεε… τα βασικά θα σας πω… έχουμε χρόνο για τα υπόλοιπα. Είμαι 25 χρονών και θέλω να γίνω ινφλουένσερ. Α, ναι και αγαπώ πολύ το Λουκουμάκι μου!». Ο Λάζαρος και ο Γιώργος πνίγηκαν με το κρασί, ενώ ο Μάνος ξεκαρδίστηκε στα γέλια.

«Συγγνώμη! Γιατί γελάς;», ρώτησε θυμωμένα η Ζαχαρούλα τον Μάνο.
«Λουκουμάκι; Ο Λουκάς είναι αυτό;», είπε ο Μάνος, μα ο Λουκάς του πέταξε μια πετσέτα στη μούρη.

«Να σας βάλω λίγο ακόμα γιουβέτσι;», ρώτησε η κυρά Ρίτα για να κατευνάσει τα πνεύματα. «Όχι! Ευχαριστώ! Δεν είναι του γούστου μου. Μου αρέσει η πιο εκλεπτυσμένη κουζίνα!», τόλμησε να πει η Ζαχαρούλα και ο Λουκάς της έριξε το πιο θυμωμένο βλέμμα.

«Καλέ, λουκουμάκι μου, τι είπα; Γιατί με κοιτάς έτσι;»
«Κορίτσι μου, δεν θέλω να σε στεναχωρήσω, αλλά μόλις προσέβαλες τη γυναίκα μου και μητέρα του αντρός σου!»
«Του άντρα είναι το σωστό! Όχι αντρός!», είπε η Ζαχαρούλα και αμέσως οι γυναίκες του τραπεζιού σηκώθηκαν όρθιες και την άρπαξαν από το μπράτσο.

«Τα παιδιά θέλουν λίγο αέρα! Πάμε έξω εμείς τώρα!», είπε η Φαίδρα σκουντώντας τη Μαρία, η οποία φάσκιωνε το μωρό για να το βγάλει στην αυλή.
«Ναι μωρέ! Πιάστηκαν τα παιδάκια! Φάτε εσείς! Ερχόμαστε! Θα πάρουμε και τη Ζαχαρούλα μαζί για ένα τσιγάρο!», είπε η Πόπη κοιτώντας τον άντρα της στα μάτια.

«Ναι, ναι, να πάτε!», είπε η κυρά Ρίτα με νόημα κοιτώντας τις νύφες της, «Μην κάτσετε όμως στο πάνω μπαλκόνι. Κάνει ρεύμα! Πηγαίνετε στον κήπο καλύτερα! Να έχετε ησυχία!».

Μόλις έκλεισε η πόρτα, όλα τα κεφάλια στράφηκαν στον Λουκά και εκείνος κατέβασε το κεφάλι.

«Καλά, ρε! Τι είναι τούτη;», ρώτησε ο Γιώργος
«Ρε Λουκά; Λουκουμάκι, ρε Λουκά; Και μπροστά στην οικογένεια;», ρώτησε ο Μάνος.
«Ρε, αγόρι μου; Είσαι τελείως μ@λάκ@ς;», ρώτησε ο Λάζαρος.

«Άμα σε αρχίσω στις γρήγορες, θα σου πω εγώ, Λάζαρε! Μην τον βρίζεις! Και εσύ ρε Μάνο, δεν έχεις τον Θεό σου! Αφήστε τον αδερφό σας ήσυχο!», πρόσταξε θυμωμένα η κυρά Ρίτα.

«Μα, ρε μάνα!», έκαναν και οι τρεις με μια φωνή.
«Τσιμουδιά!», φώναξε ο κυρ Τάσος. «Λουκά, παιδί μου! Τι συμβαίνει με αυτή την κοπέλα;».

Ο Λουκάς, επιτέλους, είχε σηκώσει το κεφάλι και κοιτούσε τον πατέρα του στα μάτια.

«Δεν ήθελα να την φέρω! Με πίεσε! Όλη μέρα γκρίνιαζε πως δεν την υπολογίζω γιατί δεν την παίρνω μαζί μου στα τραπέζια μας. Δεν είναι κακιά. Μικρή είναι και το κυριότερο, δεν σκέφτεται! Επίσης, Μάνο, το σιχαίνομαι το ‘λουκουμάκι’ όσο και εσύ, αλλά τι να κάνω που της αρέσει; Την είχα χιλιοπαρακαλέσει να μην το χρησιμοποιήσει μπροστά σας, αλλά με έγραψε κανονικά!». Ξανακατέβασε το κεφάλι.

«Θα την παντρευτείς;», ρώτησε η κυρά Ρίτα ενώ τον πλησίαζε.
«Δεν ξέρω! Το σκέφτομαι! Είναι νέα και με θέλει και εγώ περνάω όμορφα μαζί της!»

«Ναι, ρε Λουκά!», είπε ο Λάζαρος, «αυτός όμως δεν είναι λόγος να την παντρευτείς!»
«Κοίτα γύρω σου! Όλοι νοικοκυρευτήκατε! Κάνατε παιδιά! Εγώ; Για πόσο καιρό ακόμα θα φέρνω διάφορα κορίτσια στο κυριακάτικο τραπέζι;», είπε ο Λουκάς μη μπορώντας να τους κοιτάξει στα μάτια.

«Ρε Λουκά, τι λες; Εσύ είσαι ο μικρός. Έχεις ακόμα! Επίσης, έχεις την καριέρα σου να σκεφτείς. Και το πιο βασικό… Δεν κάνει για σένα, ρε αδερφέ! Την είδες! Καρακοσμάρα… Δεν νιώθει!».

«Ρε, δεν καταλαβαίνετε! Με αγαπάει… Μπορεί, Γιώργο, να είναι στον κόσμο της, αλλά με νοιάζεται! Μπορεί, Λάζαρε, να είμαι μ@λάκ@ς ή το ‘λουκουμάκι’, όμως με αγαπάει και με θέλει. Είναι νέα, όμορφη και είναι και από το χωριό, ρε μάνα! Όπως το ήθελες!».

«Αχ βρε γιαβρί μου!», είπε η κυρά Ρίτα και τον φίλησε. Ο Λουκάς την αγκάλιασε και ήπιε λίγο από το κρασί του.

«Την αγαπάς;». Όλοι στράφηκαν προς τον κυρ Τάσο. Το ίδιο και ο Λουκάς.
«Λέγε ρε… Την αγαπάς;».
«Δεν ξέρω, πατέρα! Δεν ξέρω!»
«Για την Ιουλία όμως ήσουν σίγουρος. Την αγαπούσες! Θυμάσαι; Μόνος σου μου το είπες εκείνο το βράδυ που σε βρήκα έξω από το σπίτι του Λάζαρου και της Μαρίας να κλαις!».

«Να την αφήσεις έξω από την κουβέντα μας την Ιουλία, πατέρα! Δεν έχει καμία σχέση και καμία θέση αυτή τη στιγμή! Να την αφήσεις εκτός… Εκτός!», σηκώθηκε όρθιος σπρώχνοντας την καρέκλα πίσω με τόση δύναμη που έσκασε στο πάτωμα.

Τα αδέρφια του σηκώθηκαν και τον πλησίασαν, η κυρά Ρίτα σήκωσε την καρέκλα και τους κοίταξε, ενώ ο κυρ Τάσος σήκωσε τα χέρια ψηλά.

«Πονάει ακόμα! Πονάει ακόμα η καρδιά μου, ρε μ@λ@κες!», είπε ο Λουκάς και κλαίγοντας έπεσε στην αγκαλιά των αδερφών του.
«Το ξέρουμε! Την αγαπάς ακόμα!», του είπαν και οι τρεις και τον αγκάλιασαν.

Τα γέλια και οι φωνές που ακούστηκαν από τον κήπο τους επανάφεραν στην πραγματικότητα. Ο Λουκάς σκούπισε τα μάτια του και έκατσε στη θέση του φορώντας το πιο λαμπερό χαμόγελό του. Τα αδέρφια του τον μιμήθηκαν, ενώ η κυρά Ρίτα πλησίασε το παράθυρο για φωνάξει μέσα τις νύφες της να συνεχίσουν το φαγητό, μα το θέαμα τη σταμάτησε.

«Τι έγινε μάνα;», ρώτησε ο Λάζαρος, μα η απάντηση στεκόταν στην πόρτα.

«Καλησπέρα σας!». Η φωνή της ήχησε στα αυτιά του Λουκά σαν βάλσαμο. Σήκωσε το κεφάλι και κάρφωσε τα μάτια του πάνω της.

«Ιουλία!», είπαν όλοι χαμογελώντας μέχρι τα αυτιά και έτρεξαν να την υποδεχτούν…

Κατερίνα Μοχράνη

Συνεχίζεται…

One response to “Το κυριακάτικο τραπέζι – Ορεκτικό”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading