Την κοίταζε από το τελευταίο θρανίο, του άρεσαν τα παιχνιδιάρικα μάτια της, τα σπαστά μαλλιά που έπεφταν μέχρι τους ώμους, ακόμα και η μικρή ελιά που είχε κάτω από το δεξί μάτι της. Μα περισσότερο του άρεσε ο τρόπος που μιλούσε, μα κυρίως ο τρόπος που άκουγε υπομονετικά, πριν απαντήσει, αν «έμπαινε» στον κόπο ν’ απαντήσει. Ήταν μια μικρή υπεροπτική σνομπ, με δόση χιούμορ και λαϊκισμού μέσα σ’ ένα αδέξιο, μα συνάμα όμορφο κορμί. Την λάτρευε αυτή την φάτσα!
Τέλος έτους στην σχολή δημοσιογραφίας, λίγες ημέρες πριν την εκδρομή της σχολής στην Μύκονο! Όλοι ήταν με τα μυαλά στα κάγκελα, ανυπομονούσαν για το τριήμερο και εκείνος ιδιαίτερα πολύ. Το ήξερε πως την γούσταρε, δεν το έκρυβε, το αντίθετο, το έδειχνε με κάθε τρόπο πως την ήθελε. Και εκείνη το ίδιο. Την είχε ξετρελάνει η σεμνότητά του, είχε κάτι ώριμο η μορφή του, του το έλεγαν άλλωστε και οι καθηγητές πως είχε παρουσιαστικό επιβλητικό. Θες η ευθυτενής στάση του, ίσως τα λευκά τέλεια στοιχισμένα δόντια του, ή ίσως εκείνο το γλυκό χαμόγελο που άφηνε λιγοστές φορές να εμφανιστεί, στο κατά τα άλλα συνηθισμένο πρόσωπο του. Φτερνίστηκε δυνατά και ασυναίσθητα προκάλεσε όλα τα βλέμματα της τάξης να στραφούν πάνω του. Χαμογέλασε ζητώντας συγγνώμη, μα ακόμα ένα φτέρνισμα δυσχέραινε την θέση του, προκαλώντας αμηχανία στον ίδιο και γέλια στην υπόλοιπη τάξη. Αυτοσαρκάστηκε όπως συνήθως έκανε και για ακόμα μία φορά τους γοήτευσε. Κατείχε το χάρισμα της πειθούς, το ταλέντο της διπλωματίας, το αλάθητο της γοητείας. Θα γινόταν ένας εξαιρετικός δημοσιογράφος! Εκείνη του έριξε ματιές από το πρώτο θρανίο και τον γλύκανε μονομιάς η ματιά της, τον έκανε ανυπόμονο το τρεμάμενο κάτω χείλος της.
Στο διάλειμμα τον σκούντησε.
«Κοίτα να κρυώσεις, να είσαι άρρωστος στο τριήμερο» του είπε με το πολλά υποσχόμενο βλέμμα της.
«Ούτε καν μικρή μου» της απάντησε κατηγορηματικά διαλύοντας κάθε ανησυχία. Χωρίστηκαν με χαμόγελα και φιλιά.
Δεν ξαναεμφανίστηκε στην σχολή, δεν πήγε στο τριήμερο δεν ήταν καν στην τελετή αποφοίτησης να πάρει το πτυχίο του! Απελπισμένη η Λευκή που δεν απαντούσε στις κλήσεις της, χτύπησε την πόρτα του διευθυντή να μάθει νέα του. Ο διευθυντής την διαβεβαίωσε πως ήταν καλά, είχε κάποια προσωπικά προβλήματα που δεν του επέτρεπαν να λάβει μέρος στις δραστηριότητες της σχολής. Να μην ανησυχεί.
Μα ανησυχούσε…Δεν ήξερε πού έμενε να πάει να τον βρει, όπως και κανείς από τους συμφοιτητές τους. Και έτσι μετέωρη, άφησε την καρδιά της να καταρρεύσει, φέρνοντας ξανά στην μνήμη της όλα τα σχέδια που είχε κάνει για τους δυο τους. Πόσο λαχταρούσε να κάνουν έρωτα, μα εκείνος εξαφανισμένος χωρίς καμιά εξήγηση.
Η σχολή τελείωσε και γρήγορα βρέθηκε να δουλεύει σε ένα περιοδικό. Οι ώρες πολλές, οι συνθήκες απαιτητικές, ζωή μιας άλλης εποχής, εποχής του ’90, ζωή μιας νέας γυναίκας με όνειρα που προσπαθούσε με πείσμα να τα κάνει πραγματικότητα. Κάπου εκεί την βρήκε η ζωή, ένας άνδρας την γοήτευσε, μια άλλη δουλειά εκτός κλάδου της έδωσε περισσότερα χρήματα και δυο παιδιά της γέμισαν την αγκαλιά.
Πολλά χρόνια αργότερα, είδε μια φωτογραφία του να φιγουράρει στα social media. Ήταν ένας εξαιρετικός art director, όπως έγραφαν οι συνεργάτες του στα σχόλια. Αχ! Πώς έδωσε η καρδιά πόνο, αχ! Πώς πήγε το χέρι στα πλήκτρα και τον αναζήτησε. Του έστειλε μήνυμα.
«Γεια σου Δημήτρη. Είμαι η Λευκή»
«Στείλε μου αριθμό τηλεφώνου, θέλω να σου μιλήσω» έγραφε η απάντηση. Μα τι να πουν; Και εκείνη πού αποσκοπούσε όταν του έστειλε μήνυμα; Μια απάντηση ήθελε. Πού ήταν; Γιατί εξαφανίστηκε; Τι έγινε;
«6973….57» έγραψε δειλά
Έκλεισαν ραντεβού το επόμενο πρωί, εκείνος επέμενε, δεν μπορούσε να τα πει όλα από το τηλέφωνο. Πήγε νωρίτερα, την περίμενε. Την είδε από μακριά να πλησιάζει, αναγνώρισε τα σπαστά μαλλιά, το ασουλούπωτο χυμώδες σώμα. Πόσο αγάπησε αυτό το πλάσμα! Πόσο κακό θα προκαλούσε άθελά του!
Χαιρετήθηκαν σαν μην πέρασε μια ημέρα από την σχολή. Μίλησαν με την χαρά και τον ενθουσιασμό των παλιών νεανικών καρδιών τους και κάποια στιγμή μοιραία έγινε και η ερώτηση.
«Γιατί εξαφανίστηκες Δημήτρη;»
«Λευκή ευτυχώς… ευτυχώς που δεν ήρθα στην Μύκονο τότε. Ευτυχώς που δεν ολοκληρώσαμε την σχέση μας» τραύλισε με πόνο ψυχής. Η Λευκή δεν καταλάβαινε, μα ένιωθε να υποβόσκει μια κρυμμένη αλήθεια πίσω από το δάκρυ που κύλησε στο τίμιο ανδρικό πρόσωπό του. Την ρώτησε αν θυμόταν την Δάφνη. Φυσικά και την θυμόταν, ήταν μαζί της στο πρώτο έτος της σχολής, πόσο την ζήλευε! Μετά χώρισαν, τα ξαναβρήκαν και λίγο πριν την λήξη της σχολής, στο τελευταίο έτος χώρισαν οριστικά. Ήταν τότε που φλέρταραν με τον Δημήτρη.
«Κοίτα Λευκή, είμαι φορέας του AIDS. Γι’ αυτό τον λόγο εξαφανίστηκα, το έμαθα εκείνες τις ημέρες. Με πήρε τηλέφωνο η Δάφνη, το είχε ανακαλύψει από κάποιες εξετάσεις. Με ειδοποίησε και δυστυχώς βγήκα θετικός»
«Δημήτρη, δεν ξέρω τι να πω…»
«Φοβήθηκα Λευκή, φοβήθηκα! Ήταν κάτι νέο, δεν γνώριζα, ακόμα και όταν οι γιατροί επιβεβαίωναν πως δεν είναι μεταδοτικό με την αναπνοή, το άγγιγμα, το φιλί, φοβόμουν μην κολλήσω κάποιον άλλο. Ένιωθα αδικημένος, απελπισμένος μα ευγνώμων που δεν γίναμε ζευγάρι. Θα αυτοκτονούσα αν ποτέ σου προκαλούσα κακό!»
«Δημήτρη λυπάμαι πολύ! Δεν ήξερα τι να υποθέσω όλα αυτά τα χρόνια, νόμιζα ότι έκανα κάτι λάθος και σε απομάκρυνα…»
«Κανένα λάθος Λευκή. Απολύτως κανένα!» είπε ο Δημήτρης και χαμήλωσε ενοχικά το βλέμμα.
«Δημήτρη πόσο ήθελα να συμβεί, να ήξερες!»
«Δεν μπορεί να συμβεί Λευκή! Το μόνο που μπορώ να σου προσφέρω είναι η αγάπη μου! Δεν μπορώ να το αφήσω ποτέ να συμβεί!»
Και έτσι από μια ανδρική αγάπη, δημιουργήθηκε μια σχέση στοργής, μια δεύτερη καρδιά στο στήθος να χτυπά όταν ένας από τους δυο πονά, να νιώθει ο άλλος, μα και όταν γελά διπλά να γελά και ο άλλος. Η αγάπη που μετουσιώθηκε σε σχέση ζωής. Μιας ζωής που τους άνηκε και τους χρωστά!
Ελένη Ρέγγα
