Η λύτρωση

Το τηλέφωνό της χτύπησε εκείνο το απόγευμα Παρασκευής την ώρα ακριβώς που έφτασε στο σπίτι.
– Παρακαλώ; απάντησε χωρίς να κοιτάξει ποιος καλούσε. Άλλωστε σπάνια χτυπούσε και ήξερε ότι στο νούμερό της την έπαιρναν λιγότερα από 10 άτομα συχνά.
– Έλα καλησπέρα, άκουσε τη ραδιοφωνική του φωνή. Εγώ είμαι, σε ενοχλώ;
– Όχι βέβαια! Αλλά προς στιγμήν ξαφνιάστηκα, δεν περίμενα να πάρεις τηλέφωνο. Να μαζέψω μια τσάντα και να πάω αεροδρόμιο;
– Όχι! Δεν σε πήρα για αυτό… ήθελα να σου πω. Αλλά δεν ξέρω πώς να αρχίσω…
– Λέγε! Όπως σου βγαίνει.
– Τελείωσε… είπε και άρχισε από τα πρόσφατα γεγονότα.

Εκείνη τον άκουγε, τα είχε καταλάβει τα περισσότερα, αλλά λεπτομέρειες δεν ήξερε, ούτε βέβαια πίστευε ότι θα μάθει. Όχι γιατί δεν είχε περιέργεια, αλλά επειδή ήξερε ότι κάθε ερώτηση τον έκανε να νιώθει άσχημα και δεν το ήθελε εκείνη για αυτόν. Το τηλεφώνημά του συνέχιζε. Είχε περάσει ήδη ένα δίωρο που τον άκουγε, όμως δεν είχε κουραστεί. Είχε μαζέψει ήδη την τσάντα της και είχε φτάσει στο αεροδρόμιο. Τα εισιτήρια τα είχε κλείσει online όσο τον άκουγε και είχε κάνει ήδη το check-in. Η πτήση της ήταν στις 23:15’ ήταν η τελευταία πτήση για Κρήτη.
– Έχει περάσει πολλή ώρα, δεν το κατάλαβα, να σε κλείσω; τη ρώτησε κάποια στιγμή.
– Πού είσαι;
– Έχω πάρει το ποδήλατο και είμαι στην Παντάνασσα. Λέω να μείνω εδώ απόψε. Το σπίτι με πλακώνει.
– Βραδινό μπάνιο… σε ζηλεύω, του απάντησε
– Όταν ξαναέρθεις… της είπε και το άφησε ανοιχτό.
– Κλείσε με, θα σε πάρω σε καμιά ώρα τηλέφωνο, εντάξει;
– Εντάξει, θα περιμένω.

Η πύλη της είχε ακριβώς πίσω τουαλέτα. Με το που έκλεισαν το τηλέφωνο, μπήκε, έβγαλε το μαγιό της και άλλαξε στο αεροδρόμιο. Ήξερε ήδη τι θα κάνει. Η επιβίβαση της πτήσης της είχε ξεκινήσει. Η απογείωση έγινε ακριβώς στην ώρα της. Μετά από 35 λεπτά είχαν ήδη φτάσει Ηράκλειο. Βγήκε γρήγορα και κατευθύνθηκε προς το σταθμό των ταξί. Μπήκε στο πρώτο ταξί που βρήκε.
– Στην παραλία της Παντάνασσας, είπε, και παρακαλώ μην μιλήσετε όσο είμαι στο τηλέφωνο.
– Εντάξει κυρία, απάντησε ο οδηγός και ξεκίνησε.
– Έλα όμορφε, συγγνώμη. Θα μείνεις τελικά Παντάνασσα όπως μου είπες προηγουμένως;
– Ναι. Μόλις βγήκα από το νερό. Η βραδιά είναι ζεστή και μπορώ να πω ότι ηρέμησα. Α, ναι… και σ’ ευχαριστώ ε;
– Εγώ πρέπει να σε ευχαριστήσω που με εμπιστεύεσαι.
– Είσαι η μόνη. Έχω χάσει την πίστη μου εδώ και καιρό στους ανθρώπους, δεν θέλω να έρχομαι σε επαφή με κανέναν, της απάντησε.
Συνέχισε την κουβέντα του για ώρα, εκείνη τον άκουγε, αλλά είχε βάλει τη σίγαση φωνής για να μην ακούσει τον τελευταίο διάλογο με τον οδηγό
– Φτάσαμε κυρία.
– Σας ευχαριστώ, είπε και τον πλήρωσε.

Βγήκε από το αυτοκίνητο και ξεκίνησε να περπατάει κατά μήκος του δρόμου στην Παντάνασσα.
– … και όπως κατάλαβες δεν το άντεχα…
– Να σου πω; τον διέκοψε.
– Ναι τι;
– Εδώ που είμαι ο ουρανός είναι πεντακάθαρος, η πανσέληνος φωτίζει τα πάντα.
– Το ίδιο και εδώ αλλά έχει τρομερή ζέστη.

Τον είχε εντοπίσει να κάθεται στην άμμο και πλησίαζε σιγά σιγά προς το μέρος του αφήνοντάς τον να μιλάει μόνος του.
– Πετσέτα δεύτερη υπάρχει; ρώτησε μπαίνοντας στο οπτικό του πεδίο. Έρχομαι κατ’ ευθείαν από το αεροδρόμιο και έχω σκάσει στη ζέστη, θα βουτήξω αμέσως!
– Τι κάνεις εσύ εδώ; τη ρώτησε ξαφνιασμένος.
– Ήρθα για παρέα και για το βραδινό μπάνιο βεβαίως βεβαίως.
– Σου είπα πως δεν χρειαζόταν να έρθεις όταν με ρώτησες…
– Ε και; Τι νόμιζες ότι θα κάνω πάντα ό,τι λες; Δεν παίζει!

Άφησε την τσάντα κάτω. Έβγαλε τα ρούχα της και βούτηξε τρέχοντας. Το νερό ήταν ό,τι έπρεπε για να καταλαγιάσει την συσσωρευμένη κάψα της μέρας. Δροσερό και ζεστό ταυτόχρονα, αλλά και τρόπος να αφήσει την κούραση και τις σκέψεις της μέρας πίσω. Λίγο ανορθόδοξα είχε ξεκινήσει αυτό το Σαββατοκύριακο, αλλά είχε ξεκινήσει.

Εκείνος τη χάζευε να κολυμπάει καθισμένος ακόμα στην πετσέτα του, με τις σκέψεις του ακόμα μπερδεμένες. Το μόνο που δεν περίμενε ήταν να έχει παρέα απόψε, όσο και αν το ήθελε. Του φαινόταν απίθανο να γίνει, ακόμα και αν το ζητούσε. Μόνο που λογάριαζε χωρίς τον… «ξενοδόχο» και ο συγκεκριμένος είχε δηλώσει πολλές φορές ότι αρκούσε να το πει και θα έπαιρνε το πρώτο αεροπλάνο για να είναι δίπλα του.

Την είδε να βγαίνει και αμέσως σηκώθηκε να της δώσει τη δεύτερη πετσέτα που είχε πάντα μαζί του.
– Μια αγκαλιά να σε πάρω ή θα γκρινιάξεις ότι σε έβρεξα; τον ρώτησε
Την αγκάλιασε πρώτος, σφιχτά. Ήταν ο δικός του τρόπος να της δείξει το «ευχαριστώ» του για την παρουσία της εκεί, άλλωστε το ήθελε τόσο καιρό και ας της έλεγε μονίμως «όχι» όταν προσπαθούσε να τον δει τα Σαββατοκύριακα που κατέβαινε Κρήτη.
– Να συνεχίσω να σου λέω;
– Θέλεις;
– Όχι… δε μπορώ άλλο. Θέλω να ησυχάσω πια από όλα.
– Να μη μου πεις. Έχουμε μουσική;
– Έχουμε!!! είπε και της έδωσε το ένα ακουστικό από το…walkman (!!!) του.

Κάθισαν αμίλητοι δίπλα δίπλα ακούγοντας μουσική και κοιτώντας στη θάλασσα. Το νερό ήταν ήσυχο, ίσα που σάλευε στην άπνοια της νύχτας.
– Έχω περάσει δύσκολη μέρα, νύσταξα, σε πειράζει να ξαπλώσω; τον ρώτησε
– Όχι, ξάπλωσε, μου αρκεί που είσαι εδώ απόψε. Άλλωστε στα «είπα»… δεν θέλω κάτι άλλο. Να νιώθω μόνο ότι δεν είμαι μοναχός μου.
– Στο είχα πει πολλές φορές στο παρελθόν, στο θυμίζω και τώρα: τα δύσκολα τα περνάμε μόνοι μας, οι υπόλοιποι γύρω γύρω μόνο να ακούνε και να υποστηρίζουν και όταν το ζητάμε, να δίνουν τη γνώμη τους…

Είχε ξαπλώσει κι εκείνος δίπλα της και την κοίταζε όπως του μιλούσε με κλειστά μάτια. Την άφησε να ησυχάσει και προσπάθησε κι αυτός να αποβάλλει ό,τι ένταση του είχε μείνει από την ημέρα. Ήταν λυτρωτική η κουβέντα στο τηλέφωνο αλλά τώρα που είχε παρέα, ένιωθε ακόμα πιο ανάλαφρος.
Ξημέρωνε μια νέα ημέρα. Ήταν ώρα να αλλάξει για άλλη μια φορά τη ζωή του, προς το καλύτερο έλπιζε. Πρώτα όμως, θα απολάμβανε τη συντροφιά της φίλης του.
Αφιερωμένο στο Γιώργο

1.12.16

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading