– Ματίνα μου καλησπέρα! Τι κάνεις;
– Έλα ρε Αναστασία! Πώς έχεις χαθεί έτσι από χτες; Θα σου θυμώσω!
– Αχ έχεις απόλυτο δίκιο φιλενάδα! Από χθες το μεσημέρι που έχω διαβάσει τα μηνύματα σου σε σκέφτομαι και δεν έχω καταφέρει να επικοινωνήσω! Πώς είναι τα πράγματα με τον Δήμο; Από όσα διάβασα, κατάλαβα ότι τα ξαναβρήκατε για τα καλά, είπε με πονηρό ύφος η Αναστασία και γέλασε
– Αν τα βρήκαμε λέει! Έχω να κάνω τέτοιο σ3ξ, ούτε εγώ θυμάμαι από ποτέ! Αλλά άσε με εμένα τώρα. Εσύ γιατί χάθηκες; Δεν το συνηθίζεις! Έχει συμβεί κάτι σοβαρό; Να ανησυχήσω;, βομβάρδισε η Ματίνα με ερωτήσεις τη φίλη της, μιας και η μόνη φορά που είχε να απαντήσει πάνω από 24 ώρες ήταν τότε που είχε αρρωστήσει βαριά με υψηλό πυρετό. Λογικό να περάσουν διάφορες άσχημες σκέψεις από το μυαλό της…
Η Αναστασία έσκασε στα γέλια
“Ό,τι και να σου πω δεν θα το πιστέψεις”, είπε και επακολούθησε η αφήγηση της γνωριμίας της με τον Μενέλαο
“Πω πω όνομα και πράγμα ο δικός σου!”, σχολίασε η Ματίνα και συνέχισε “Τι θα κάνεις απόψε; Θα τον πάρεις; Πού θα του πεις να βρεθείτε; Θες να σου δώσω τα κλειδιά από το εξοχικό μου στο Λαγονήσι; Είναι καθαρό, το σαββατοκύριακο πήγαν οι δικοί μου”, είπε με μια ανάσα
“Εμ, δεν έχω σκοπό να πέσω στο κρεβάτι από το πρώτο ραντεβού ρε Ματίνα…”, απάντησε η Αναστασία και αφού βρήκαν τι θα βάλει για να εντυπωσιάσει τον Μενέλαο, έκλεισαν το τηλέφωνο με την υπόσχεση ότι θα ξανακαλέσει αύριο η Ματίνα να μάθει όλα τα τελευταία νέα.
Όταν πια η Αναστασία σχόλασε, ήταν περασμένες 10. Οι φάκελοι στο γραφείο ήταν ατελείωτοι και όντας Παρασκευή δεν έπρεπε να αφήσει εκκρεμότητες, έτσι αναγκαστικά δούλεψε υπερωρίες.
“Τι να κάνω τώρα;”, ρώτησε δυνατά τον εαυτό της, τοποθετώντας και τον τελευταίο φάκελο στο ράφι. “Θα του στείλω ένα μήνυμα. Τέτοια ώρα, τέτοια μέρα μπορεί να είναι ήδη έξω. Ναι, θα του στείλω ένα μήνυμα”, αποφάσισε και πήρε το κινητό στα χέρια της. Πληκτρολόγησε το νούμερο που ήταν πάνω στο ποτήρι και πάτησε την επιλογή ‘Μήνυμα’:
“Μενέλαε καλησπέρα. Η Αναστασία είμαι. Δεν ήθελα να σε ενοχλήσω. Επειδή μάλλον θα έχεις κάνει ήδη το πρόγραμμά σου, θα ήθελες να βρεθούμε αύριο;”
“Ό,τι να ‘ναι έχω γράψει πάλι, αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι καλύτερο τώρα… Ίσως να είναι προτιμότερο τελικά να τα πούμε με το φως του ήλιου”, σκέφτηκε και πάτησε την ‘Αποστολή’ .
Δεν πέρασαν δύο λεπτά και το κινητό χτύπησε.
Η Αναστασία ένιωσε το στομάχι της να γίνεται κόμπος! Ξεροκατάπιε και στον τελευταίο χτύπο, το σήκωσε.
– Παρακαλώ;
– Γεια σου Αναστασία, τι κάνεις;, ρώτησε ο Μενέλαος και το κορμί της όλο ανατρίχιασε! Δεν είναι δυνατόν μόνο με τη φωνή του να κατάφερνε να την κυριεύσει, κι όμως το έκανε με μεγάλη επιτυχία!
Η Αναστασία πρώτα πήρε μια βαθιά ανάσα και μετά απάντησε
– Καλά είμαι, εσύ;
– Μια χαρά! Δεν έχω κανονίσει κάτι για απόψε. Περίμενα τηλέφωνό σου. Θα μπορέσεις να βρεθούμε σε μια ώρα; Έχει ένα πολύ ωραίο beach party στην παραλιακή. Ήθελα πολύ να πάω και σκέφτηκα να πάμε οι δύο μας.
– Beach party ε; Ε, αφού είναι Παρασκευή και δεν δουλεύω αύριο ας πάμε. Πού θα βρεθούμε;, είπε με ένα διστακτικό ύφος. Πίστευε ότι πρώτο ραντεβού θα έβγαιναν κάπου πιο ήρεμα, να μιλήσουν και να γνωριστούν…
– Να πούμε στις 11:30 έξω από την καφετέρια; Θα είμαι με τη μηχανή. Έχω και δεύτερο κράνος, μην αγχωθείς., είπε και γέλασε.
– Εντάξει, απάντησε η Αναστασία και το έκλεισαν.
Φοβήθηκε και ταυτόχρονα ενθουσιάστηκε με την ιδέα της μηχανής, καθώς θα ήταν και μια ευκαιρία να είναι συνέχεια πάνω του. Κοίταξε το ρολόι και διαπίστωσε ότι είχε λίγο πάνω από μία ώρα να γυρίσει σπίτι, να κάνει ντουζ και να ετοιμαστεί. Έτσι, έφυγε με γρήγορο βήμα από το γραφείο…
Στις 11:30 ήταν και οι 2 έξω από την καφετέρια. Η Αναστασία είχε βάλει, όπως είχε συμφωνήσει με την φίλη της, μια μαύρη ολόσωμη κολλητή φόρμα, με φλατ πέδιλα, τσαντάκι πλάτης και αξεσουάρ στο χρώμα του χρυσού, ενώ τα μαλλιά της ήταν κάτω και ήταν ελαφρώς βαμμένη. Είχε φροντίσει δε να βάλει αρκετό από το άρωμά της. Ο δε Μενέλαος είχε φορέσει ένα μαύρο cargo παντελόνι, μια μαύρη μπλούζα και λευκά αθλητικά. Το άρωμά του, μεθυστικό!
Αφού χαιρετήθηκαν, ο Μενέλαος της έδωσε το κράνος και την βοήθησε να ανέβει στην μηχανή.
“Μπορείς να κρατηθείς από εδώ”, της είπε και της έδειξε κάποιες χειρολαβές “ή να περάσεις τα χέρια σου στη μέση μου”.
Η Αναστασία χωρίς να απαντήσει κάτι και χωρίς δεύτερη σκέψη πέρασε τα χέρια της στη μέση του και μόλις ένιωσε το σφιχτό του κορμί ένιωθε να λιώνει… Πάλι θα αθετούσε την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό της και που με τόσο σθένος είχε υποστηρίξει στη φίλη της, να μην πέσει στο κρεβάτι μαζί του από το πρώτο βράδυ!
Σε λίγα λεπτά είχαν φτάσει έξω από το κλαμπ. Κατέβηκαν από τη μηχανή, την άφησαν στο ιδιωτικό πάρκινγκ του μαγαζιού και μπήκαν μέσα.
Βρήκαν δύο άδεια σταντ στην άκρη της μπάρας κι έκατσαν εκεί. Η μουσική ήταν απίθανη και το βάιμπ του μαγαζιού βοήθησε πολύ την Αναστασία να χαλαρώσει σε συνδυασμό με τα σφηνάκια και τις τεκίλες που ήπιαν… Όλο το βράδυ συζητούσαν και κάθε φορά που ο Μενέλαος πλησίαζε για να της μιλήσει στο αυτί, η Αναστασία πάλευε να ακούσει τι της λέει! Όχι λόγω της φασαρίας, αλλά λόγω του ότι ένιωθε την ανάσα του στον λαιμό της, το άρωμά του να κυριεύει την αίσθηση της όσφρησης και τα χέρια του να είναι γύρω της και να ακουμπάνε μια τον ώμο της, μια τα δικά της χέρια! Οπότε φρόντιζε να δίνει κόφτες και safe απαντήσεις.
Και τις στιγμές που δεν μιλούσαν απλά τον χάζευε και προσπαθούσε να βρει ένα ψεγάδι πάνω του, μα όλα φαίνονταν άψογα…
Όταν πια το ρολόι έδειξε 5 τα ξημερώματα ο Μενέλαος της πρότεινε να φύγουν και να πάνε να περπατήσουν στην παραλία. Η Αναστασία το βρήκε πολύ καλή ιδέα. Τα ποτά την είχαν ζαλίσει λίγο και θα έκανε καλό και στους δυο να τους χτυπήσει η θαλασσινή αύρα, πόσο μάλλον αν έπρεπε μετά να ανέβουν και στη μηχανή για να γυρίσουν σπίτια τους.
Απομακρύνθηκαν αρκετά από το μαγαζί κι έκατσαν σε ένα ήσυχο σημείο στην παραλία, εκεί που σχεδόν έσκαγε το κύμα. Δεν μιλούσαν, μόνο κοίταζαν τη θάλασσα όταν η Αναστασία τόλμησε να σπάσει τη σιωπή
– Πέρασα πολύ ωραία απόψε…, είπε και γύρισε να κοιτάξει τον Μενέλαο.
– Θες να βουτήξουμε;, ανταπάντησε ο Μενέλαος και άρχισε να βγάζει την μπλούζα του.
Η Αναστασία γούρλωσε τα μάτια και απλά τον κοίταζε! “Μα καλά τι κάνει; Εγώ ένα καλά πέρασα του είπα κι αυτός μου γδύνεται; Άντε τώρα να το διαχειριστώ εγώ αυτό! Κοίτα κορμί!”, έλεγε από μέσα της ενώ είχε μείνει ακίνητη.
– Έλα, βγάλε κάτι κι έλα! Μόνοι μας είμαστε! Θα βουτήξουμε να καθαρίσει το μυαλό και μετά θα σου φτιάξω έναν φρέντο εσπρέσσο σκέτο, όπως σου αρέσει, είπε, της έκλεισε το μάτι και έβγαλε τα παπούτσια και το παντελόνι του. Μένοντας με το εσώρουχο έτρεξε και βούτηξε.
Η Αναστασία δεν είχε κουνήσει.
– Έλα ντε!, της φώναξε και προκειμένου να ακουστούν σε όλη την παραλιακή, αφού έριξε μια ματιά γύρω της και σιγουρεύτηκε, όσο μπορούσε μέσα στα σκοτάδια, ότι δεν υπήρχε κάποιος άλλος τριγύρω, έβγαλε τη φόρμα και τα παπούτσια, έπιασε τα μαλλιά της πάνω και με τα εσώρουχα μπήκε στη θάλασσα.
Κολύμπησε λίγο και έφτασε τον Μενέλαο σε ένα σημείο που πατούσαν μεν αλλά το νερό ήταν μέχρι το λαιμό της.
– Δεν σε είχα για τόσο θαρραλέα να ξέρεις, της είπε ο Μενέλαος και αφού πέρασε τα χέρια του από τη μέση της την έφερε πάνω του.
Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ακανόνιστα και τα αυτιά της να βουίζουν! Απλά τον κοίταζε μέσα στα μάτια και δεν έλεγε τίποτα. Χωρίς καν να δώσει εντολή ο εγκέφαλος, πέρασε τα πόδια της γύρω από τον καβάλο του. Ένιωθε ότι το μυαλό δεν ελέγχει το σώμα της.
Ο Μενέλαος γέλασε πονηρά, πέρασε τα δάχτυλά του από τα χείλη της και τη φίλησε. Εκείνη ανταπέδωσε και μετά απλά αφέθηκε. Δεν αντιστάθηκε σε τίποτα. Ούτε όταν πέρασε το χέρι του μέσα από το σουτιέν της, ούτε όταν το χέρι του κατέβηκε προς τα κάτω για να παραμερίσει το εσώρουχο και να την κάνει δική του, ούτε όταν ένιωσε ότι η όλη πράξη γινόταν με τόση ένταση που τα νερά τριγύρω ταράσσονταν και σίγουρα κάποιος θα τους είχε δει! Μόλις είχε αθετήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό της, αλλά ήξερε ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε από την πρώτη στιγμή που τον είδε, πριν 2 πρωινά.
Μετά από λίγη ώρα βγήκαν από τη θάλασσα με την Αναστασία να έχει ένα ακανόνιστο μαλλί και ένα διαλυμένο μακιγιάζ. Αναζήτησε ένα χαρτομάντιλο στη τσάντα της και σκούπισε το πρόσωπό της. Τόση ώρα δεν είχαν ανταλλάξει κουβέντα κι όμως τα βογκητά και αυτό το ‘κούμπωμα’ των σωμάτων τους τα είχε πει όλα.
– Λοιπόν, πάμε στο μαγαζί να στεγνώσουμε και να μας φτιάξω καφέ;, πήρε πάλι πρώτος τον λόγο ο Μενέλαος και εκεί η Αναστασία αναθάρρησε
– Ναι αμέ, είπε με χαρά και πήραν τον δρόμο της επιστροφής.
Το φως της ημέρας όμως και ο φρέντο εσπρέσσο θα αποκάλυπταν τα πρώτα ψεγάδια…
Αγγελική Ανδριοπούλου
Συνέχιζεται…
