Το κυριακάτικο τραπέζι – Κυρίως πιάτο

Προηγούμενο

«Καλέ αγόρια, θα με πνίξετε!», είπε η Ιουλία γελώντας και πειράζοντάς τους όλους. Κρατούσε αγκαλιά το μωρό της Μαρίας και του Λάζαρου και έδειχνε πιο όμορφη από ποτέ.

«Νεράιδα μου!», της είπε ο κυρ Τάσος και σηκώθηκε να την φιλήσει.
«Αγαπημένε μου κύριε Τάσο! Πάντα με τον καλό λόγο! Κυρία Μαργαρίτα…», την πλησίασε και τη φίλησε. «Έχετε κάνει σπανακόπιτα;», τη ρώτησε η Ιουλία.
«Φυσικά, κοπέλα μου! Μου τη ζήτησε και ο Λουκάς για σήμερα!».

Σιωπή.

Η Ιουλία, δίχως να αφήσει το μωρό, γύρισε προς το μέρος του. Ο Λουκάς δεν είχε πάρει δευτερόλεπτο τα μάτια του από πάνω της απ’ τη στιγμή που την είδε να στέκεται στην πόρτα. Του χαμογέλασε και για κλάσματα του δευτερολέπτου, του κόπηκε η ανάσα. Έκανε να μιλήσει μα…

«Λουκουμάκι μου; Σου έλειψα;». Η Ζαχαρούλα τον πλησίασε και έκατσε στην αγκαλιά του. «Η κοπελίτσα ποια είναι;», τους ρώτησε όλους στο τραπέζι.

Η Φαίδρα, η Πόπη και η Μαρία σωριάστηκαν απελπισμένες στις θέσεις τους. Αυτή η Ζαχαρούλα δεν θα τους άφηνε να φάνε μια μπουκιά φαγητό! Η Ιουλία όμως πλησίασε τον Λάζαρο, του έδωσε το μωρό στην αγκαλιά και άπλωσε το χέρι της προς το μέρος της Ζαχαρούλας.

«Ιουλία! Είμαι φίλη της Μαρίας! Χάρηκα!»
«Όχι νεράιδα μου! Είσαι μέλος της οικογένειας!», είπε ο κυρ Τάσος σηκώνοντας το ποτήρι του ψηλά.
«Αχ! Τι καλά! Με λένε Ζαχαρούλα. Είμαι η κοπέλα του Λουκά!».

Η Ιουλία τους χαμογέλασε και βολεύτηκε στη θέση της δίπλα στην κυρία Μαργαρίτα.

«Ώρα για φαγητό!», φώναξαν όλοι και έδωσαν στην οικοδέσποινα τα πιάτα.

Έτρωγαν για ώρα. Γελούσαν. Τσούγκριζαν τα ποτήρια και γέμιζαν τις ψυχές τους. Είχαν να βρεθούν πολύ καιρό όλοι μαζί.

«Ιουλία μου, πώς και από εδώ;», ρώτησε ο Μάνος.
«Επέστρεφα από ένα επαγγελματικό ταξίδι και το χωριό ήταν στο δρόμο μου. Πήγα από το σπίτι της Μαρίας, αλλά ήταν κλειστό, οπότε ερχόμουν να πω ένα γεια στους γονείς σας. Δεν πίστευα ότι τηρείτε ακόμα το κυριακάτικο τραπέζι!».

«Α! Ακάλεστη ήρθες; Ντροπή!», απάντησε η Ζαχαρούλα
«Η Ιουλία μπορεί να έρχεται όποτε θέλει!», απάντησε ο κυρ Τάσος, του οποίου τα νεύρα πλέον δεν άντεχαν.
«Δεν υπολόγιζα να κάτσω, αλλά κανένας δεν μπορεί να αντισταθεί στα φαγητά και τα γλυκά της κυρίας Μαργαρίτας. Πίστεψέ με, Ζαχαρούλα μου… Αν ήξερα ότι ήσασταν όλοι εδώ, δεν θα ερχόμουν!», απάντησε η Ιουλία και συνέχισε το φαγητό της.

«Κυρία Μαργαρίτα τι πεντανόστιμα που είναι όλα! Είχα πολύ καιρό να φάω από τα χεράκια σας!», είπε η Ιουλία και η κυρά Ρίτα της χαμογέλασε πλατιά.

«Έλα! Πες την αλήθεια. Το γιουβέτσι ήταν λίγο στεγνό και η πίτα μες στο λάδι!», είπε η Ζαχαρούλα και η Ιουλία έσπευσε να υπερασπιστεί τις μαγειρικές ικανότητες της αγαπημένης της κυρίας Μαργαρίτας.

«Ζαχαρούλα μου, συγγνώμη που θα στο πω, αλλά είσαι πολύ αγενής. Ακόμα και αν δεν σου άρεσε το φαγητό, μπορείς να κρατήσεις τη γνώμη σου για τον εαυτό σου! Εδώ είναι όλη η οικογένεια και η κυρία Μαργαρίτα πάντα, μα πάντα, μαγειρεύει εξαιρετικά και με αγάπη!».

«Και εσύ ποια είσαι για να έχεις άποψη; Τι τους είσαι; Εγώ θα γίνω η γυναίκα του Λουκά. Εσύ είσαι μια απλή καλεσμένη που ήρθε και ακάλεστη! Είσαι μια ξένη!». Επίθεση στην επίθεση η Ζαχαρούλα και η βολή πέτυχε κατάστηθα την Ιουλία.

Όλοι στο τραπέζι περίμεναν την αντίδρασή της με κομμένη την ανάσα.

«Έχεις δίκιο! Με συγχωρείς! Κυρία Μαργαρίτα, μπορώ να πάω λίγο επάνω;». Η κυρά Ρίτα έγνεψε καταφατικά. Η Ιουλία σηκώθηκε από τη θέση της και κοίταξε τον Λουκά με τη Ζαχαρούλα. «Να ζήσετε!», είπε και εξαφανίστηκε στο πάνω πάτωμα.

Η Ζαχαρούλα χτυπούσε τα χέρια στο τραπέζι και μόλις η Ιουλία χάθηκε από το βλέμμα της, άρχισε να φωνάζει…

«Μαρία, αγενέστατη η φίλη σου! Είδες πώς μου μίλησε! Η χωριάτα! Ήρθαν τώρα οι ξένες να μας προσβάλλουν! Εγώ έχω μάθει να λέω αλήθειες και η αλήθεια είναι πως το φαγητό δεν ήταν νόστιμο, μητέρα! Την επόμενη φορά προσπαθήστε περισσότερο!».

Ένα πιάτο που σπάει έκανε όλα τα κεφάλια να γυρίσουν προς το μέρος του κυρ Τάσου.

«Μέχρι εδώ! Τέλος! Αυτό ήταν! Θα…», φώναζε ο κυρ Τάσος, μα ο Γιώργος τον πρόλαβε.
«Αγάπη μου! Δεν παίρνεις την Πόπη και τη Ζαχαρούλα να πάτε να πάρετε γλυκά;»
«Μα έχει στο ψ…», έκανε να πει η Φαίδρα.
«Ναι ναι… Ψυγείου από το ζαχαροπλαστείο να πάρεις! Λεφτά έχει στο πορτοφόλι μου!», της είπε ο Γιώργος και τη φίλησε δίνοντάς της τα κλειδιά του αυτοκινήτου.

«Λάζαρε, δεν πάμε εμείς κάτω να βάλουμε τα παιδιά για ύπνο μέχρι να έρθουν οι γυναίκες; Η μάνα θα στρώσει για γλυκό και ο Λουκάς θα αναλάβει τα καφεδάκια. Ε;»

Όλοι συμφώνησαν σιωπηλά. Χρειαζόταν λίγη ησυχία αυτό το σπίτι. Μόνο η Ζαχαρούλα δυσανασχέτησε που την αγγάρεψαν, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή.

…

«Λουκά! Τελείωσε! Δεν την θέλω μέσα στο σπίτι μου! Δεν την μπορώ. Στεναχώρησε τη μητέρα σου. Στεναχώρησε την Ιουλία. Τι πράγματα είναι αυτά; Ή θα τη μαζέψεις ή θα την πετάξω με τις κλωτσιές από εδώ μέσα!». Ο Κυρ Τάσος είχε γίνει πυρ και μανία. Ο Λουκάς δεν του έδινε σημασία. Κοιτούσε μονάχα το ρολόι. Τα αδέρφια του ήταν στο υπόγειο με τα παιδιά και η μάνα του στεκόταν φρουρός δίπλα στον πατέρα του και τον κοιτούσαν.

«Τασούλη μου…», του είπε και έδειξε με το κεφάλι της προς τον Λουκά. Ο κυρ Τάσος κατάλαβε.

«Μισή ώρα έχεις! Δεν έστειλε τυχαία ο Γιώργος τη γυναίκα του για γλυκά. Ούτε όλοι είμαστε τυχαία απασχολημένοι. Πήγαινε και κλείσε και την πόρτα!», είπε ο πατέρας του στον Λουκά και ένα χαμόγελο γέμισε το πρόσωπό του.

Σηκώθηκε και πήγε τρέχοντας στις σκάλες. Ανέβηκε στον επάνω όροφο μα όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές. Πουθενά η Ιουλία. Μόνο η πόρτα του παιδικού του δωματίου ήταν κλειστή…

Κατερίνα Μοχράνη

Συνεχίζεται…

2 responses to “Το κυριακάτικο τραπέζι – Κυρίως πιάτο”

  1. Υπεροχο γράψιμο κ υποθεση

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading