Σε ένα τέταρτο ήταν έξω από την καφετέρια. Ήταν πολύ πρωί, 7 η ώρα, ημέρα Σάββατο. Λογικό να είναι άδειοι οι δρόμοι.
– Μπαίνω μια μέσα να φτιάξω δύο καφέδες και μετά θα πάμε σπίτι μου, δήλωσε ο Μενέλαος και η Αναστασία, χωρίς να της φανεί παράξενο που είχε κλειδιά ή που έκανε ό,τι ήθελε στο μαγαζί που δούλευε μόλις δύο μέρες, απλά κούνησε καταφατικά το κεφάλι και έμεινε πάνω στη σέλα, να τον χαζεύει… “Θα υπάρξει άραγε ποτέ στιγμή που να μην με κυριεύει αυτός ο άνθρωπος και μόνο με την παρουσία του;”, σκέφτηκε και στο πρόσωπό της διαγράφηκε ένα μικρό μειδίαμα.
Μετά από λίγα λεπτά ο Μενέλαος βγήκε με τους δύο καφέδες σε μια ειδική πλαστική σακούλα, για να είναι εύκολοι στην μεταφορά, έκλεισε τα φώτα και κλείδωσε την πόρτα. Φόρεσαν τα κράνη, πέρασε τα χερούλια της σακούλας στη δεξιά πλευρά του τιμονιού και βάζοντας μπροστά τη μηχανή πήραν τον δρόμο για το σπίτι του.
Αποδείχτηκε πως όχι μόνο έμενε αρκετά κοντά, αλλά και σχεδόν απέναντι από το διαμέρισμα της Αναστασίας. Η ίδια δεν σχολίασε κάτι, μόνο που της έκανε εντύπωση πώς ήταν δυνατόν τέτοιον άντρα να μην τον είχε προσέξει τόσο καιρό! Εντάξει, έμενε μόλις λίγους μήνες στη γειτονιά, αλλά κάτι τέτοιο που τη συντάραξε με την πρώτη ματιά, δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο!
Ο Μενέλαος ξεκλείδωσε την πόρτα, άφησε τους καφέδες στο τραπεζάκι αριστερά από την εξώπορτα και τράβηξε την Αναστασία από το χέρι μέσα.
– Μετά τη θάλασσα και πριν τον καφέ, ένα ντουζ είναι απαραίτητο, δήλωσε ο Μενέλαος και απλά πήγε προς το μπάνιο.
Η Αναστασία ήθελε τόσο πολύ να τον ξανανιώσει πάνω της που έβγαλε τα πέδιλα, άφησε την τσάντα και ακολούθησε…
– Θέλω να δω αυτό το κορμί που άγγιξα το βράδυ, της είπε και την πλησίασε. Δεν την φίλησε, μα στεκόταν σε απόσταση αναπνοής από τα χείλη της όσο τα χέρια του ήταν στην πλάτη της και ξεκούμπωνε το φερμουάρ. Με αργές κινήσεις προχώρησε στο σουτιέν και όταν πια ξεπέρασε και τις 3 θηλιές και το έβγαλε, τη φίλησε στο στήθος ενώ με την ίδια βασανιστική ηρεμία εξέπνεε στην κοιλιά της όσο κατέβαινε προς τα πόδια της.
– Θες να μου κόψεις τελείως τη μιλιά;, ψιθύρισε η Αναστασία και του έπιασε τα χέρια.
Εκείνος γέλασε πονηρά και ακάθεκτος συνέχισε να μυρίζει το κορμί της, ώσπου η Αναστασία πρόσεξε κάτι που την έκανε να τραβηχτεί πίσω και να σηκώσει γρήγορα γρήγορα την φόρμα της ώστε να καλύψει το γυμνό σώμα της!
– Τι είναι αυτό στο κολιέ σου;, ρώτησε ενώ τα μάγουλα της είχαν γίνει κατακόκκινα
Ο Μενέλαος δεν απάντησε, μα πήρε πάλι εκείνο το ύφος υπεροψίας που είχε και την πρώτη βραδιά που η Αναστασία όχι μόνο πήρε το θάρρος να του μιλήσει, αλλά μπήκε στη διαδικασία να απολογηθεί κιόλας.
“Η βέρα μου”, της απάντησε και ούτε που γύρισε να την κοιτάξει “Αν έχεις πρόβλημα με αυτό, φύγε”
Η Αναστασία τον κοίταζε χαμένη… Και τότε ήταν που μίλησε!
“Δεν ντρέπεσαι; Πώς μου συμπεριφέρεσαι έτσι; Εσύ είπες ότι σε ενοχλούσε που στην έπεφταν οι άλλες κοπέλες και τώρα είσαι και παντρεμένος; Με πόσες το έχεις κάνει αυτό; Δεν σέβεσαι τίποτα; Και καλά με έφερες μέσα στο σπίτι που μένεις με τη γυναίκα σου;”
Η Αναστασία δεν πήρε καμιά απάντηση…Ο Μενέλαος απλά στεκόταν και κοίταζε τον εαυτό του στον καθρέφτη…
Μάζεψε όπως όπως το σουτιέν της από κάτω και γεμάτη ντροπή φόρεσε τα παπούτσια και άνοιξε την πόρτα. Την ίδια στιγμή όμως ένα μεγάλο χέρι την έσπρωξε και την έκλεισε με δύναμη. Ήταν πάλι απέναντί της, σε σημείο αναπνοής και μετά από όλα αυτά πάλι είχε κυριεύσει τις αισθήσεις της! Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στα δικά του, το άρωμά του έντονο, η γεύση από τα φιλιά του στο στόμα της, η ανάσα του στα αυτιά της και το χέρι του πάνω στο δικό της!
“Μπόρεσα να σου κρυφτώ χτες, αλλά με το φως του ήλιου αποκαλύφθηκα. Έχουμε χημεία, το νιώθεις. Γιατί θες να το χαλάσεις;”, της είπε και έσκυψε να την φιλήσει
Η Αναστασία απλά ανάσαινε βαριά και όταν πλησίασαν τα χείλη του, έστριψε το κεφάλι της στο πλάι.
“Όχι. Δεν θα μπω στη διαδικασία να παίξω το παιχνίδι σου και να κοροϊδεύω κι εμένα και μια άγνωστη κοπέλα! Πρέπει να φύγω”, είπε και ο Μενέλαος έκανε ένα βήμα πίσω.
“Έτσι είναι η ζωή μου να ξέρεις…” είπε και πήρε τον καφέ του στα χέρια του. “Για να απαντήσω στις προηγούμενες απορίες σου,” ήπιε μια γενναία γουλιά, “το έχω ξανακάνει με πολλές, αλλά όχι με τις ‘εύκολες’ και δεν νιώθω ότι κοροϊδεύω κανέναν… Ο γάμος με την Εύα ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου και προσπαθώ να χωρίσω εδώ και καιρό. Γι’ αυτό έχω νοικιάσει αυτό το διαμέρισμα και γι’ αυτό, αν το πρόσεξες, όλη νύχτα δεν είχα κινητό μαζί…”, ολοκλήρωσε με απόλυτη ηρεμία στη φωνή και το βλέμμα και ήπιε μια ακόμη γουλιά καφέ.
Η Αναστασία προσπέρασε κάθε άλλη πληροφορία και με γουρλωμένα μάτια ρώτησε:
– Με την Εύα; Την Εύα από την καφετέρια; Την προϊσταμένη σου; Αυτή την Εύα;
– Ναι.
Η Αναστασία πήρε τα πράγματα της κι έφυγε.
Στο δρόμο για το σπίτι άρχισε να ενώνει τα ‘κομμάτια του παζλ’… Η αγανάκτηση της Εύας όταν είδε την Αναστασία να έχει ‘καρφωθεί’ πάνω του, το ότι δεν σχολίασε καν το γεγονός ότι την γνωρίζει, το ότι όντας μόλις δύο μέρες εργαζόμενος ‘έκανε ταμείο’, η άνεση με την οποία άνοιξε το πρωί την καφετέρια και έφτιαξε τους καφέδες…
Ξεκλείδωσε, μπήκε σπίτι και αφού έκατσε στην καρέκλα της τραπεζαρίας έβαλε τα κλάματα. Ένιωσε σε μια στιγμή τόσα για εκείνον και σε μια στιγμή την απογοήτευσε!
Αφού έκλαψε αρκετά, έκανε ένα κρύο μπάνιο και έκατσε με την πετσέτα στο κρεβάτι.
Σκέφτηκε πολύ και αποφάσισε ότι αυτή η εμπειρία, που της χάρισε αδιαμφισβήτητα ένα βράδυ γεμάτο πάθος, της έδωσε και ένα καλό μάθημα περί εμπιστοσύνης προς τους άλλους και περί αφέλειας από πλευράς της.
Την Δευτέρα, λοιπόν, πριν την δουλειά μπήκε στην καθιερωμένη καφετέρια και τον είδε με την πλάτη γυρισμένη…
“Καλησπέρα σας, ένα φρέντο εσπρέσσο σκέτο θα ήθελα”, του είπε κοφτά ενώ τον κοίταζε με περίσσιο θάρρος στα μάτια.
Εκείνο το Σαββατιάτικο πρωινό ήρθε αντιμέτωπη απότομα με πολλά συναισθήματα που την έκαναν σίγουρα πιο θαρραλέα και πιο δοτική προς τον εαυτό της. Το τι θα έκανε, επομένως, αυτός με τη ζωή του και την Εύα από εκεί και πέρα, δεν ήταν δικό της πρόβλημα…
Πήρε τον καφέ της χωρίς να πει τίποτα. Μπήκε στο αυτοκίνητο και κάλεσε την Ματίνα
“Καλησπέρα Ματίνα μου! Ό,τι και να σου πω, πάλι, δεν θα το πιστέψεις”, είπε και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα ξεκίνησε την διήγηση της αποδόμησης του “αψεγάδιαστου μπαρίστα”.
Αγγελική Ανδριοπούλου
ΤΕΛΟΣ
