Το κυριακάτικο τραπέζι – Επιδόρπιο

Προηγούμενο

Πλησίασε και κατέβασε διστακτικά το πόμολο, ενώ η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή… Την βρήκε ξαπλωμένη στο κρεβάτι του να κοιτάει το ταβάνι.

«Συγγνώμη! Δεν ήθελα να έρθω ακάλεστη, ούτε να προσβάλλω την κοπέλα σου, μα με κατέπνιξε η αδικία. Δεν έχει μιλήσει κανένας έτσι στην μητέρα σου. Δεν άντεξα! Συγγνώμη! Θα φύγω για να μην ενοχλώ, όμως άσε με λίγο ακόμα εδώ!», του είπε συνεχίζοντας να κοιτάει το ταβάνι.

Ο Λουκάς την πλησίασε διστακτικά μη μπορώντας να βγάλει μιλιά. Έκατσε στα πόδια του κρεβατιού μα η Ιουλία του έκανε σήμα να έρθει κοντά της.

«Ξάπλωσε! Δεν πειράζει! Μπορεί μετά από όλα αυτά ακόμα να με θυμώνεις, όμως αυτή εδώ ήταν πάντα η στιγμή μας!».

Ο Λουκάς ξάπλωσε δίπλα της και αμέσως τα μάτια του κόλλησαν στο ταβάνι. Τα αστεράκια ήταν ακόμα εκεί. Αυτά τα αστεράκια που είχε από μικρός, τα οποία φωσφορίζουν στο σκοτάδι. Η Ιουλία τα λάτρευε…

«Ιουλία… Εγώ… Συγγνώμη!»
«Δεν χρειάζεται να ζητάς άλλες συγγνώμες… Ό,τι έγινε, έγινε! Προχώρησες και απ’ ό,τι κατάλαβα παντρεύεσαι. Εμείς… Έχουμε τελειώσει προ πολλού!»
«Ιουλία…»
«Έλα μωρέ, Λουκά! Δεν χρειάζεται! Τα πράγματα ήταν πολύ απλά. Δεν με ήθελες! Όλες αυτές οι δικαιολογίες ότι έμενα μακριά και δεν γινόταν, ήταν γελοίες και το ξέρεις. Όταν δύο άνθρωποι θέλουν, τίποτα και κανένας δεν τους εμποδίζει. Και ξέρεις ποιο ήταν το χειρότερο; Ότι ήθελα να έρθω να μείνω εδώ. Μαζί σου! Ποτέ δεν θα σου ζητούσα να έρθεις εσύ. Είχες τη δουλειά σου και τη ζωή σου, όμως εγώ ήμουν διατεθειμένη να έρθω… Αλλά όχι! Οπότε που καταλήγουμε; Δεν με ήθελες ποτέ!».
«Ιουλία…»
«Τι είναι;», γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια, ενώ φευγαλέα κοίταξε και τα χείλη του.
«Σ’ αγαπάω που να πάρει!».

Και τη φίλησε…
Όπως την πρώτη φορά πάλι σε εκείνο το δωμάτιο πριν πέντε χρόνια.
Κάτω από τα ίδια αστέρια.
Στο ίδιο κρεβάτι…

*****

Είχαν γνωριστεί τυχαία. Εκείνη φίλη της Μαρίας και εκείνος αδερφός του Λάζαρου. Ένα ποτό ήταν η αρχή. Κόντρα στην κόντρα που έγινε γέλια γάργαρα και πόθος κρυφός. Ο ένας δίπλα στον άλλον έπαιρνε φωτιά, μα δεν το έδειχναν. Υπήρχαν άλλοι άνθρωποι στις ζωές τους και το κυριότερο, δεν ήθελαν να δώσουν δικαιώματα στους υπόλοιπους. Η επικοινωνία τους τακτική… Τα τηλεφωνήματά τους μεγάλα… Τα πήγαινε έλα έδιναν και έπαιρναν. Πίστευαν πως είχαν μέλλον μαζί.

Έτσι ένα βράδυ, είχαν μαζευτεί όλοι να μείνουν στο πατρικό των αγοριών. Η Ιουλία βολεύτηκε στο δωμάτιο του Λουκά. Εκείνος στο απέναντι δωμάτιο και το ζευγάρι κάτω. Μέσα στην ησυχία, για να μην τους πάρουν χαμπάρι οι άλλοι, ο Λουκάς τρύπωσε στο δωμάτιό της και την είδε να κοιτάει το ταβάνι. Τα αστέρια ήταν εκεί. Και έτσι, ήσυχα και φυσικά, τη φίλησε. Πιο απλά και διστακτικά στην αρχή, μα το πάθος δεν άργησε να φανεί. Την διεκδικούσε και εκείνη έλιωνε, αλλά δεν ήθελε με τίποτα να δοθεί ολοκληρωτικά. Είχε γίνει, λόγω της φιλίας της με τη Μαρία, μέλος της οικογένειας. Δεν θα διακινδύνευε τίποτα! Οπότε κοιμήθηκαν αγκαλιά κάτω από τα φωσφοριζέ αστέρια.

Το επόμενο πρωί τους βρήκε πιο ερωτευμένους από ποτέ. Δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν ο ένας από τον άλλον. Μετά από εκείνο το πρώτο φιλί, όλα μπήκαν σε μια σειρά. Όλα καθάρισαν. Ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον και το ήξεραν. Όχι μόνο οι δυο τους, αλλά και όλη η οικογένεια. Κάθε φορά που τους έβλεπαν μαζί, ένιωθαν αγαλλίαση στην ψυχή τους. Ο γιος τους ήταν ευτυχισμένος με την Ιουλία του.

Η σωματική ένωσή τους δεν άργησε να έρθει. Στο μικρό αυτοκίνητο του Λουκά έγιναν ένα και η αγάπη τους έσκασε σαν πυροτέχνημα. Εκείνο το βράδυ, έκαναν έρωτα ασταμάτητα και αχόρταγα. Τα δέρματά τους ήταν σαν πυρακτωμένο σίδερο… Οι σκέψεις και τα λόγια τους κόλαζαν αγγέλους και η χημεία τους αδιαμφισβήτητη.

Τρία χρόνια ήταν μαζί και η ευτυχία τους δεν είχε όρια… Όλοι πίστευαν πως θα έφτιαχναν ένα «για πάντα!» δυνατό και ανεξίτηλο, μα οι ζωές τους είχαν άλλα σχέδια. Η κούραση της απόστασης άρχισε να κερδίζει τον Λουκά, ο οποίος έφτανε να συμπεριφέρεται τυπικά στην Ιουλία. Όχι μπροστά σε όλους μα και όταν ήταν μόνοι τους, κάτι το οποίο δεν πέρασε απαρατήρητο. Ο Λουκάς δεν ήταν όπως στις αρχές. Η επικοινωνία μειώθηκε, τα τηλέφωνα σταμάτησαν, οι αφορμές να βρίσκονται μαζί έπεφταν στο κενό. Η Ιουλία όμως δεν σταμάτησε… Πραγματικά τον ήθελε… Και πήγε και τον βρήκε…

Ένα βράδυ, πριν έναν χρόνο σχεδόν, πήρε το τελευταίο τρένο κρυφά από όλους και πήγε στο χωριό. Χτύπησε την πόρτα. Μόλις τον είδε, τα ξέχασε όλα και έπεσε στην αγκαλιά του. Εκείνο το βράδυ, στο χαλί μπροστά στο τζάκι, αφέθηκε ολοκληρωτικά σε εκείνον. Του είπε πόσο πολύ τον αγαπούσε και πως ήταν διατεθειμένη να αφήσει τα πάντα για να είναι μαζί του.

Η ιστορία τους τραβούσε τόσα χρόνια και πίστεψε πως με αυτόν τον τρόπο, θα σταματούσε να είναι ιστορία και θα γινόταν μέλλον. Μέγα λάθος… Ο Λουκάς άλλαξε τελείως.

«Μένεις μακριά! Δεν μπορώ έτσι…», της είπε εκείνο το βράδυ έχοντάς την ημίγυμνη στην αγκαλιά του και τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. «Καλύτερα να τελειώσει εδώ. Δεν βγαίνει πουθενά. Δεν το έκανα εσκεμμένα και ξέρεις πόσο πολύ σ’ αγαπώ, αλλά εγώ την κοπέλα μου τη θέλω εδώ. Δεν είμαι κανένα παιδαρέλι για να παίζω με τα χιλιόμετρα!».

Αυτό ήταν! Η Ιουλία σηκώθηκε, ντύθηκε και πήρε το πρώτο τρένο για να επιστρέψει σπίτι της. Ο Λουκάς, μόλις έκλεισε την πόρτα πίσω της η Ιουλία, ήθελε να την κυνηγήσει. Να την αρπάξει και να την κλείσει στην αγκαλιά του, μα δεν το έκανε ποτέ! Τόσο περήφανος. Είχε αποφασίσει να χωρίσει και έπρεπε να σταθεί στο ύψος του, ακόμα και αν δεν ήταν καθόλου σίγουρος για την απόφασή του.

Για την Ιουλία από την άλλη, ο κόσμος της διαλύθηκε! Εξαφανίστηκε από όλους. Έφυγε με τη δουλειά για αρκετό καιρό εκτός χώρας και ποτέ δεν έμαθε ότι ο Λουκάς την έψαχνε. Δυο τρεις μέρες μετά από εκείνο το βράδυ, τρελάθηκε από την απουσία της και πήρε τους δρόμους να τη βρει. Όταν συνειδητοποίησε ότι την έχασε, σπάραξε στο κλάμα στα σκαλιά του σπιτιού του αδερφού του.

Δεν ξαναμίλησαν ποτέ. Δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ. Ούτε καν τυχαία. Εκτός από αυτό το κυριακάτικο τραπέζι!

*****

«Ιουλία μου! Ιουλία μου!», της έλεγε και τη φιλούσε ξανά και ξανά.
Εκείνη τον είχε αγκαλιά της και ένιωθαν λες και είχε σταματήσει ο χρόνος και για τους δύο.

«Γιατί, Λουκά μου; Γιατί; Γιατί μου το έκανες αυτό; Ξέρεις πόσο διαλύθηκα εκείνο το βράδυ; Έκλαιγα για μήνες… Σε αγαπούσα τόσο πολύ που ήταν αδιανόητος ο πόνος!», του έλεγε η Ιουλία ενώ τον κρατούσε σφιχτά.

«Πόσο βλάκας ήμουν, αγάπη μου, που σε άφησα να φύγεις! Πόσο μετάνιωσα! Πόσο πόνεσα! Παρακαλούσα να σε δω έστω και τυχαία στο σπίτι των παιδιών, αλλά εξαφανίστηκες! Δεν ήθελα να τελειώσει… Φοβήθηκα όμως την απόσταση! Αχ, Ιουλία μου! Αγάπη μου!».

Και τη φιλούσε ασταμάτητα. Λες και προσπαθούσε να κερδίσει τον χαμένο χρόνο. Όλοι αυτοί οι μήνες μακριά της ήταν ένα μαρτύριο. Ακόμα και η ύπαρξη της Ζαχαρούλας ήταν απλά και μόνο για να προσπαθήσει να ξεπεράσει τον έρωτά του για την Ιουλία. Δεν μπορούσε… Την λάτρευε αυτή τη γυναίκα…

«Λουκά μου! Τι θα κάνουμε;», τον ρώτησε ανάμεσα στα φιλιά τους.
«Θα το πιάσουμε από εκεί που το αφήσαμε, αγάπη μου!», της είπε φιλώντας της τα χέρια.

«Και η Ζαχαρούλα;», τον ρώτησε.

«Αυτό είναι δικό μου θέμα!», της απάντησε και τη φίλησε ξανά ενώ το αυτοκίνητο με τη Ζαχαρούλα σταμάτησε έξω από το σπίτι.

Κατερίνα Μοχράνη

Συνεχίζεται…

One response to “Το κυριακάτικο τραπέζι – Επιδόρπιο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading