Ήταν λίγο μετά το τραγικό 1922. Η Μαρίτσα που θα ‘ταν δε θα ‘ταν τότε δεκατριών χρονών, ζούσε με τους γονείς και τα τέσσερα αδέλφια της, σε μια τσίγκινη παράγκα στο Δουργούτι -όπως λεγόταν τότε ο σημερινός Νέος Κόσμος. Ένα δωμάτιο όλο κι όλο και μια φτωχική κουζινούλα, που ίσα – ίσα χώραγε ένα άτομο. Όλα γίνονταν εκτός σπιτιού. Μόνο έναν ύπνο έκαναν στο δωμάτιο τσάτρα-πάτρα. Όλοι στρωματσάδα…
Η οικογένειά της ήταν Μικρασιάτες πρόσφυγες, που ήρθαν στην Ελλάδα διωγμένοι από τον τόπο τους. Κάποτε ζούσαν στα Βουρλά της Μικρασίας. Οι γονείς της είχαν τον τρόπο τους. Τώρα όμως έχασαν τα πάντα. Και δεν έφτανε μόνο αυτό… γέμισαν και τον κόσμο ένα τσούρμο παιδιά. Λίγα τα λεφτά, πολλά τα στόματα. Ο πατέρας της, Παράσχος Τερζής, προσπαθούσε κάθε πρωί να πάει για το μεροκάματο, εάν βέβαια μπορούσε να το βρει. Γύριζε από σπίτι σε σπίτι και παρακαλούσε. Ήξερε τέχνη, αλλά δεν ήταν εύκολο να βρει πελάτες. Στα Βουρλά, ήταν ράφτης και μάλιστα από τους καλούς, αλλά εδώ τα πράγματα ήταν δύσκολα. Ο κόσμος ήταν δύσπιστος και δεν εμπιστεύονταν εύκολα αυτούς που δε γνώριζε. Για να τα βγάλουν πέρα, η μάνα της, Ερμιόνη, ξενοδούλευε σε κάποια σπίτια που ήταν κοντά τους, ώστε να μπορεί συγχρόνως να πετάγεται στο σπίτι να παρακολουθεί τα μικρά παιδιά της. Η Μαρίτσα πολλές φορές, σαν μεγαλύτερη που ήταν, πήγαινε μαζί της και τη βοηθούσε.
Συνήθως πήγαιναν στο σπίτι του γείτονά τους, του Μιλτιάδη Καραβασίλη. Αυτός ήταν ένας μοναχικός και περίεργος τύπος. Δεν είχε παρέες και όταν δεν δούλευε, πήγαινε στο καφενείο και μπεκρούλιαζε. Γυναίκα και παιδιά δεν αξιώθηκε να έχει. Όμως οικονομικά είχε τον τρόπο του. Μαγαζί με ρούχα διέθετε και μάλιστα απ’ τα καλά για την εποχή εκείνη.
Μια μέρα λοιπόν που ο Καραβασίλης γύριζε απ’ το καφενείο για το σπίτι του, συνάντησε στο δρόμο τη μικρή Μαρίτσα. Πάντα τη γλυκοκοίταζε όταν πήγαινε με τη μάνα της για να καθαρίσουν το σπίτι του. Οπότε την πλησίασε και της είπε:
-Μαρίτσα δεν έρχεσαι λίγο στο σπίτι να σκουπίσεις και να σφουγγαρίσεις; Και θα σε πληρώσω καλά.
-Γιατί δεν περιμένετε να έρθουμε μαζί με τη μάνα μου; απάντησε η μικρή.
-Ε, καλά, έλα εσύ τώρα και μετά έρχεται κι η μάνα σου. είπε.
Η Μαρίτσα χωρίς να το πολυσκεφτεί, μπήκε στο σπίτι του κι εκείνος της είπε:
-Λοιπόν, θα σκουπίσεις και θα σφουγγαρίσεις όλο το σπίτι, εσύ ξέρεις πού είναι η σκούπα, πάρτη και ξεκίνα.
Έπειτα πήγε στην κουζίνα, έβγαλε από τη σακούλα ένα σουβλάκι, που είχε αγοράσει καθώς ερχόταν απ’ το καφενείο κι άρχισε να τρώει. Αφού τελείωσε, ρεύτηκε δυνατά κι έπειτα συνέχισε με το πήγαινε-έλα της οδοντογλυφίδας. Το μικρό κορίτσι ήταν σκυμμένο κάτω και σφουγγάριζε. Ξάφνου έβαλε μπρος το σχέδιο που είχε στο μυαλό του από τη στιγμή που είδε στο δρόμο τη Μαρίτσα. Ήταν μία σκέψη που του είχε καρφωθεί απευθείας στον εγκέφαλο και δεν έβγαινε από εκεί. Τα βαθουλωμένα μάτια του άρχισαν ξαφνικά να γυαλίζουν. Σηκώθηκε και πλησίασε τη μικρή Μαρίτσα.
-Είσαι πολύ όμορφη, το ξέρεις; της είπε και τη σήκωσε με βία από κάτω.
-Μη, σας παρακαλώ αφήστε με! φώναξε το μικρό κορίτσι.
Εκείνος αντί για απάντηση έτρεξε και κλείδωσε την πόρτα κι έπειτα γύρισε πίσω κι άρχισε να βάζει τα βρωμερά του χέρια πάνω στο κορμί της.
-Εγώ Μαρίτσα δε θέλω να σου κάνω κακό, αγαπώ την οικογένειά σου. Το μόνο που θέλω είναι να είσαι καλή μαζί μου. Θα σου κάνω κάποια πράγματα που θα δεις, θα σ’ αρέσουν. Σου δίνω το λόγο μου ότι δε θα σε κάνω να πονέσεις. Θα δεις.
Η Μαρίτσα αναστατωμένη δεν είχε το κουράγιο να πει τίποτα, μόνο έτρεξε γρήγορα προς την πόρτα κι άρχισε να φωνάζει. Εκείνος την πρόλαβε χαμογελώντας κάτω απ’ το παχύ μουστάκι του και μετά την έριξε κάτω.
-Δεν έχεις να πας πουθενά! Κατάλαβες; της είπε, πέφτοντας από πάνω της.
-Σας παρακαλώ αφήστε με! Θέλω να φύγω! είπε με τρεμάμενη φωνή η μικρή.
Εκείνος, χωρίς δεύτερη κουβέντα την έγδυσε και έπειτα διείσδυσε μέσα της σαν άγριο ζώο… Η Μαρίτσα κλαίγοντας δεν μπόρεσε να αντισταθεί. Αλλού τα χέρια και αλλού τα πόδια. Ήταν πεσμένη κάτω με το μικρό κορμάκι της και έμεινε εκεί κοκαλωμένη χωρίς να μπορεί να κουνηθεί. Πονούσε και συγχρόνως αιμορραγούσε. Αυτός όταν τελείωσε… τη δασκάλεψε να μην πει σε κανέναν τίποτα, γιατί τότε θα έκανε μεγάλο κακό στην οικογένειά της.
Τα λόγια του, σαν γομολάστιχα έσβησαν τις πολύ λίγες όμορφες στιγμές που είχε μέχρι τότε στη μικρή της ζωή και ένα αεράκι πήρε μαζί του και ό,τι είχε βαθιά μέσα της. Στα μάτια της σχηματίστηκε μια τεράστια θλίψη. Πονούσε και δεν είχε το κουράγιο να σηκωθεί. Ήθελε να τρέξει, να χαθεί, να μη βλέπει κανέναν. Ένιωθε τόση ντροπή! Τι θα πει στη μάνα της; Πώς θα κρύψει τη ντροπή της από τον κόσμο; Τα έβαλε με τον εαυτό της. Γιατί να είχε φερθεί τόσο επιπόλαια; Δεν έπρεπε να πάει στο σπίτι του κι ας επέμενε. Δεν έπρεπε…
Αυτός την πλησίασε, την τράβηξε άγρια από το χέρι και τη σήκωσε. Έπειτα της είπε ξανά να μην πει σε κανέναν τίποτα και την έδιωξε.
Η Μαρίτσα έφυγε από εκεί παραπατώντας και έφτασε κακήν κακώς στο σπίτι της. Η μάνα της, όταν την είδε, αμέσως κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
-Τι έχεις κόρη μου; Τι σου συνέβη; Ποιος σε πείραξε;
-Κανένας μάνα, κανένας, αλλά δεν αισθάνομαι καλά, θέλω να ξαπλώσω. είπε.
Δεν ήθελε να μαθευτεί, ντρεπόταν πολύ κι απ’ την άλλη σκεφτόταν ότι εάν έχανε η μάνα της το μεροκάματο, δεν θα είχαν τ’ αδέρφια της να φάνε.
Πέρασε καιρός και η Μαρίτσα δεν μίλαγε σε κανέναν. Στο σπίτι του βιαστή της δεν ξαναπάτησε και όταν τον έβλεπε στο δρόμο, τον απέφευγε, άλλαζε δρόμο. Πέρασαν κάνα δυο μήνες και μια μέρα καθώς πήγαινε στο μπακάλικο της γειτονιάς, ζαλίστηκε κι έπεσε κάτω. Έτρεξε η μάνα της, τη μάζεψε και φώναξε το γιατρό. Εκείνος είπε ότι η μικρή ήταν έγκυος! Η Μαρίτσα τότε είπε όλα όσα της είχαν συμβεί. Οι γονείς της, το μόνο που σκέφτηκαν για να κουκουλώσουν την υπόθεση, ήταν να την παντρέψουν με τον βιαστή της. Έτσι κι έγινε!
Ο βιαστής της, άλλο που δεν ήθελε να έχει για γυναίκα του ένα τριαντάφυλλο που μόλις προσπαθούσε να ανθίσει. Κάθε μέρα την ξυλοφόρτωνε επειδή δεν ήθελε να συνευρεθεί μαζί του. Μα πώς μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο, μετά απ’ αυτό που είχε συμβεί; Τον φοβόταν τόσο πολύ, που δεν ήθελε ούτε να την πλησιάζει. Ό,τι γινόταν, ήταν με τη βία!
Ο καιρός περνούσε κι εκείνος ήταν μαζί της κάτι παραπάνω από δυνάστης. Μετά από κάποιους μήνες ήρθε στον κόσμο το μωρό της. Με το ξύλο που έτρωγε πώς το κράτησε, ένας Θεός το ξέρει. Ο καιρός περνούσε και το μικρό μεγάλωνε μέσα σε ένα σπίτι με φωνές, κλάματα και ξύλο. Αν και πολύ μικρό, τι είχε δει κι αυτό! Του προσέφερε τον χειρότερο πατέρα που υπήρχε. Αυτό το κρίμα θα κρέμεται στο λαιμό της και στην άλλη ζωή…
Κάθε μέρα που περνούσε, ήταν και χειρότερη. Η Μαρίτσα απέφευγε να στέκεται μπροστά στον καθρέπτη, δεν ήθελε να βλέπει το είδωλό της. Τι να έβλεπε; Τα μάτια της τα κατακόκκινα από το κλάμα; Τα χείλη της τα κομμένα από τις μπουνιές ή τα μαλλιά της που έλειπαν ολόκληρες τούφες; Ρουτίνα αδυσώπητη. Δεν θυμόταν μια μέρα ήρεμη. Από την πρώτη νύχτα του γάμου τους, σαν αρνήθηκε να τον αφήσει να την πλησιάσει, εκείνος τη χτύπησε μέχρι λιποθυμίας. Μετά τη βίασε σαν το ζώο. Το πρωί σηκώθηκε με κόπο από το πάτωμα. Είχε κοιμηθεί εκεί όλη νύχτα. Αυτή ήταν μόνο η αρχή. Από τότε κάθε φορά που ξύπναγε, διαπίστωνε με θυμό ότι ζούσε ακόμα… Γιατί ζούσε; Ήθελε να πεθάνει! Έτσι κι αλλιώς όλες οι αισθήσεις της ήταν κοιμισμένες βαθιά μέσα στο φέρετρο της ψυχής της. Μόνο το παιδί της τη κράταγε στη ζωή!
Μια μέρα ξύπνησε πρωί και κοίταξε στον καθρέπτη το μελανιασμένο πρόσωπό της. Όχι, αυτή τη φορά δεν θα ‘κανε κάτι να το καλύψει. Δεν ήθελε πια να ζει έτσι… Ένας στρατιώτης ήταν σε μια άδικη μάχη. Σε μια ανόητη μάχη. Έπρεπε να βρει τη ψυχική δύναμη να συνεχίσει, να προσπαθεί και να μη τα παρατά. Αισθανόταν την καρδιά της να βροντά εκκωφαντικά ουρλιάζοντας ότι ήθελε να ζήσει.
Θα μπορούσε να είχε φύγει καιρό πριν, αλλά ποτέ δεν το έκανε… Φοβόταν. Άφησε να περάσει μεγάλο διάστημα κάνοντας υπομονή, αλλά αυτό δεν την έβγαζε πουθενά. Η μητέρα της δεν μπορούσε να τη βοηθήσει, άλλωστε εκείνη μαζί με τον πατέρα της την πάντρεψαν με αυτόν για να γλυτώσουν τα κουτσομπολιά του κόσμου. Ναι, για το τι θα πει ο κόσμος! Τι κρίμα! Τώρα όμως έπρεπε να δράσει μόνη της. Όμως φοβόταν. Φοβόταν το άγνωστο, φοβόταν γιατί δεν ήταν μόνη. Είχε ένα μικρό παιδί, πώς θα τα έβγαζε πέρα;
Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε… Έπρεπε να βρει τη δύναμη, το κουράγιο, δεν μπορούσε να παραμείνει άλλο σ’ αυτήν την κόλαση. Σήμερα όμως βρήκε τη δύναμη! Πήρε μια βαθιά ανάσα. Μάζεψε τα μαδημένα της μαλλιά με μια πιάστρα. Πήγε στο δωμάτιο, φόρεσε ό,τι βρήκε μπροστά της κι από πάνω το μακρύ της παλτό. Έπειτα πήρε τη τσάντα της και έβαλε μέσα μερικά πράγματα του μωρού και κάποια χρήσιμα έγγραφα. Περπατώντας στις μύτες των παπουτσιών της, πλησίασε την κούνια του μωρού, το σήκωσε και το ετοίμασε γρήγορα -ευτυχώς δεν έκλαψε- πήρε κάποια λιγοστά χρήματα και έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω της… Το ροχαλητό του «άντρα της» την έκανε να ανατριχιάσει. Δε χρειαζόταν τίποτε άλλο! Μόνο δύναμη! Τράβηξε την εξώπορτα και έφυγε όσο πιο μακριά μπορούσε.
Άννα Χιωτέλλη-Λεονάρδου
