Κοκόνα μου, τι λες;

Άκουγαν σιωπηλά την λειτουργία της Αναστάσεως και οι κοιλιές τους γουργούριζαν. Πότε της Μαρίας ακουγόταν, πότε του Τάκη, πότε της Γωγώς. Αυτό το γουργουρητό που κάνουν οι παλιές σωληνώσεις, τέτοιο απόκοσμο ήχο έκαναν και οι κοιλιές τους από την νηστεία. Μα ποιος από όλους τόλμαγε να το πει στον πατέρα, τα έθιμα έπρεπε να τηρηθούν, θα έτρωγαν μετά την λειτουργία.

«Πάω» ψιθύρισε ο Τάκης στην Μαρία
«Αν σε πιάσει η γιαγιά θα σου ρίξει με την βίτσα»
«Πεινιάοουυυυυυ» έκανε περιπαιχτικά την γάτα ο Τάκης και έφυγε διακριτικά από το εκκλησάκι. Χώθηκε μουλωχτά στο σπίτι που ήταν σχεδόν δίπλα από το εκκλησάκι. Μετά από λίγο επέστρεψε μασώντας διακριτικά.
«Ωραία η μαγειρίτσα» της ψιθύρισε στο αυτί προσέχοντας μην τους ακούσουν οι μεγάλοι. «Κοίτα, έχω και ένα αυγό στην τσέπη, πάμε να το φάμε έξω;». Πριν τελειώσει την πρόταση, ένα χέρι του άρπαξε το αυτί και τον έσυρε διακριτικά στο προαύλιο. Ήταν η γιαγιά Κοκόνα.

«Δεν σου έχω πει ότι τα άτακτα παιδιά που τρώνε πριν την Ανάσταση, τους παίρνουν οι νεκροί μαζί τους;» και του τραβολόγησε το αυτί πάνω κάτω να το ξεριζώσει με μάρτυρες την Μαρία και την Γωγώ και όλα τα παιδιά που είχαν βγει να συμπαρασταθούν στην ατυχία του.
«Άσε με γιαγιά, πεινάω! Με ένα παξιμάδι και ελιές είμαι από το πρωί!»
«Διάολε μεταμορφωμένε σε παιδί! Φέρε το αυγό και όταν πάμε σπίτι, θύμισέ μου να το πω στον πατέρα σου!».

Της έδωσε το αυγό με πόνο ψυχής και όπως μπήκαν όλα τα μικράκια πάλι μέσα στην εκκλησία, στάθηκε η γιαγιά Κοκόνα λίγο παράταιρα σε μια ελιά από κάτω και έφαγε το αυγό. Δεν βαριέσαι, γριά γυναίκα ήταν, ας φορτωθεί ακόμα μια αμαρτία. Που σιγά μην ήταν αμαρτία! Την προηγούμενη φορά ήρθε ο πάτερ ν’ αγιάσει, Παρασκευή ημέρα και αντί για φακές, έφαγε ένα κομμάτι παστό χοιρινό! «Θεέ μου, συγχώρα με!» αναφώνησε και σταυροκοπήθηκε η γιαγιά Κοκόνα.

Έκανε να μπει στην εκκλησιά, μα είδε την κυρά Γιώργαινα από μακριά να έρχεται.
«Τι κάνεις Γιώργαινα; Πώς είναι ο άντρας σου;»
«Πώς να είναι Κοκόνα, στο κρεβάτι μετράει ημέρες. Ήρθα να προσευχηθώ μήπως μας λυπηθεί ο Θεός. Να μαζέψω και τα παιδιά, έχω στρώσει τραπέζι να φάνε κάτι και αυτά»
«Από τώρα; Είναι νωρίς ακόμα, μέχρι να τελειώσει η λειτουργία έχουμε ώρα»
«Δεν θέλω να τον αφήνω πολύ ώρα μόνο του»
«Κάτσε εσύ, πάω εγώ να τον έχω έννοια»
«Μα Κοκόνα, μεγάλη γυναίκα εσύ θα τρέχεις;»
«Μην σε νοιάζει» την ηρέμησε η γιαγιά Κοκόνα και πήρε τον δρόμο να πάει σπίτι της Γιώργαινας.

Άνοιξε την πόρτα σιγανά μην ακουστεί και η μοσχοβολιά του φρικασέ τρύπησε τα ρουθούνια της. Έριξε μια ματιά στον άρρωστο, κοιμόταν και έκατσε στο καρεκλάκι κοντά στο τζάκι να αφουγκράζεται την ανάσα του. Μάιος καιρός, μα είχε ακόμα ψύχρα στα μέρη τους. Σηκώθηκε, έκοψε μια μπουκιά ψωμί να ξεχαστεί από την πείνα, μα τίποτα. Αυτό το φρικασέ την είχε στοιχειώσει. Πήρε ένα πιάτο και έριξε μια κουταλιά μεγάλη μέσα, κάθισε στο τραπέζι, έκοψε και μια φέτα από το φρέσκο το ψωμί, έφαγε όμορφα. Έπλυνε το πιάτο, μάζεψε τα ψίχουλα και έμεινε να περιμένει την κυρά Γιώργαινα να επιστρέψει στην εκκλησία. Μα αργούσε! Το μάτι της πήρε μια σκιά στο παράθυρο. Βγήκε να δει ποιος είναι και είδε το μικρό τον Τάκη να το βάζει στα πόδια. Αυτό το μικρό διαόλι! Συγχύστηκε! Πήρε πάλι το πιάτο, έριξε ακόμα μια κουταλιά φρικασέ, της είχε πετύχει και το αυγολέμονο της κυρά Γιώργαινας, ξαναέφαγε η γιαγιά Κοκόνα. Συγύρισε τριγύρω, ίσιωσε και το τραπεζομάντηλο και λίγα λεπτά αργότερα ήρθε και η κυρά Γιώργαινα με τα παιδιά, μα η γιαγιά δεν είχε προλάβει να πλύνει το πιάτο και ντράπηκε να πει πως έφαγε από το λιγοστό φαγητό τους.

«Πού είσαι Γιώργαινα και θαύμα έγινε!»
«Τι έγινε Κοκόνα;»
«Δεν θα το πιστέψεις! Ο Γιώργης ξύπνησε και μου ζήτησε φαγητό! Να το πιάτο, δεν πρόλαβα να το πλύνω!»
«Κοκόνα τι μου λες; Και έλειπα η γυναίκα να τον δω!»
«Και είχε και όρεξη, δυο πιάτα έφαγε!»
«Μα τι μου λες! Ο άρρωστος ο άνθρωπος έφαγε δυο πιάτα φρικασέ; Θεέ μου σε ευχαριστώ! Να γιαίνει, μόνο να γιαίνει και θα του φτιάξω κατσαρόλες φρικασέ! Να και εσύ κυρά Κοκόνα, πάρε ένα πιάτο φρικασέ για τα καλά τα νέα, να φάτε στο γιορτινό το τραπέζι τώρα που θα πας στην υγειά μας!»

Πήρε η Κοκόνα τον δρόμο να γυρίσει στα σκοτάδια, κάθισε στο γιορτινό τραπέζι αφού τους είπε την ιστορία με τον κυρ Γιώργο, σταυροκοπήθηκαν όλοι, δοκιμάσαν και φρικασέ της κυρά Γιώργαινας. Μόνο ο Τάκης την κοίταζε καχύποπτα.
«Γιαγιά, πού είναι το αυγό μου; Θα τα πω όλα ότι έφαγες και φρικασέ πριν την Ανάσταση» της είπε συνωμοτικά.
«Α τώρα που το θυμήθηκα… Πέτρο, ο γιος σου ερχόταν και κρυφοέτρωγε την ώρα της λειτουργίας. Φωτιά θα μας κάψει, μας βλέπουν και οι νεκροί που δεν τους τιμάμε και κουνάνε το κεφάλι»

Χαμήλωσε τα μάτια ο Τάκης για την «βαριά αμαρτία» που είχε κάνει και έφαγε και τιμωρία από τον πατέρα του, να μην φάει καθόλου το βράδυ. Μα η ηθική ικανοποίηση ήρθε όταν έπεσαν για ύπνο. Την άκουγε την γιαγιά Κοκόνα, όλο το βράδυ σηκωνόταν να πάει έξω στην τουαλέτα.
«Μάνα τι έπαθες;» την ρώτησε η μητέρα
«Μου έπεσε βαρύ το φαγητό, μην σκιάζεσαι, κοιμήσου» και κράταγε την κοιλιά της η γιαγιά Κοκόνα

Το πρωί την πλησίασε ο Τάκης από το πλάι.
«Ξέρω ότι έφαγες το αυγό μου, γιαγιά. Σε είδα που έφαγες και το φαγητό της Γιώργαινας! Γι’ αυτό σε πήγε τρεις και μια!» της είπε γελώντας και εξαφανίστηκε όταν η γιαγιά έπιασε την βίτσα να του ρίξει στα πόδια.

Η καημένη η γιαγιά δεν μπορούσε να συνέλθει από την κοιλιά της. Συνεχώς έτρεχε στο αποχωρητήριο! Λίγο το αυγό, λίγο το φρικασέ και η μαγειρίτσα, λίγο και τα τυριά, πόσο ν’ αντέξει το στομάχι της!

Δυο ημέρες μετά την Ανάσταση τα άσχημα νέα διαδόθηκαν, πέθανε ο κυρ Γιώργης και αφού τον έκλαψαν στο σπίτι για να μην τρομάζουν τα παιδιά, τον έφεραν στο εκκλησάκι να τον ξενυχτήσουν μέχρι την επόμενη που θα γινόταν η κηδεία. Έθιμο τότε ήταν όλοι οι γνωστοί του πεθαμένου να περνούν πάνω από το ανοιχτό φέρετρο και να τον φιλούν. Πήγε και η γιαγιά Κοκόνα με την οικογένεια να χαιρετήσουν τον νεκρό, φτάνοντας πάνω από το φέρετρο η γιαγιά, άνοιξε ο νεκρός τα μάτια του, αυτό που η επιστήμη ονόμαζε νεκροφάνεια, έβαλε η γιαγιά τις φωνές, άρχισε να τρέχει από τον φόβο της, γούρλωσε τα μάτια και ο Τάκης, νόμιζε πως ήρθε ο νεκρός να τον πάρει που έφαγε μαγειρίτσα πριν την Ανάσταση, έβαλε τα κλάματα το παιδί και ορκίστηκε πως ποτέ δεν θα ξαναφάει σε περίοδο νηστείας! Η γιαγιά ακόμα τρέχει…

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading