Η μέρα που ωρίμασαν οι φράουλες

Κάθισε στην αγαπημένη του θέση, δίπλα στο μισάνοιχτο παράθυρο. Το τρίξιμο από τις αρθρώσεις του συντονίστηκε με το βογκητό της φθαρμένης πολυθρόνας. Η δροσερή αύρα χάιδεψε το μάγουλό του. Έφερε ευωδιές από τις φραουλιές που είχε πάντα στον κήπο, και αλμύρα από την θάλασσα που ήταν παραδίπλα. Ανακατεύτηκαν με τη μυρωδιά των παλιών βιβλίων στη βιβλιοθήκη και φτιάξαν το αγαπημένο του άρωμα. Πήρε μια βαθιά ανάσα για να το χορτάσει.

Οι φράουλες τού θύμιζαν τη Μόιρα.

Τα μάτια του υγράνθηκαν. Βιάστηκε να σκουπίσει τα δάκρυα προτού κυλήσουν, και τα τραχιά του δάχτυλα έγδαραν σχεδόν τα βλέφαρά του. Βύθισε το κεφάλι ανάμεσα στις παλάμες του, να κρυφτεί από τον κόσμο και από την απουσία της. Στήριξε τους αγκώνες του στο στρογγυλό τραπέζι, σαν να ήθελε να πάρει δύναμη από το ξύλο κερασιάς. Πήρε μια βαθιά ανάσα και σήκωσε το κεφάλι.

Το βλέμμα του στάθηκε λίγο πιο πέρα. Επάνω στο τραπέζι αναπαυόταν ένα ογκώδες βιβλίο με σκληρό εξώφυλλο, βαρύ σαν και τη διάθεσή του. Ο τίτλος του ήταν μονοσύλλαβος και τον σχημάτιζαν μεγάλα, καλλιγραφικά γράμματα: Τόμας. Άπλωσε το χέρι του αργά και το τοποθέτησε μπροστά του. Άγγιξε φευγαλέα τα ανάγλυφα, χρυσά γράμματα με τ’ όνομά του και άνοιξε τον τόμο σε μια σελίδα κάπου στο πρώτο τρίτο του τόμου.

Δεν χρειαζόταν σελιδοδείκτη. Το βιβλίο έμοιαζε να θυμάται ποια ήταν σελίδα που αναζητούσε, αυτή που λαχταρούσε να χαθεί μέσα της. Ήταν άλλωστε η πιο διαβασμένη, η ανάμνηση που ξαναζούσε εδώ και χρόνια. Εστίασε στο κείμενο. Το μυαλό του άδειασε κι η καρδιά του άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα. Τα μάτια του άρχισαν να κυλάνε επάνω στις λέξεις, μέσα στις λέξεις. Μέχρι που τα γράμματα έγιναν εικόνες και ήχοι, μυρωδιές και γεύσεις και υφές, και ο στρόβιλός τους τον τράβηξε μέσα στο βιβλίο της ζωής του.

***

Ο Τόμας κοίταξε τη ράχη των χεριών του. Εκεί που πριν από λίγο οι ρυτίδες έσκαβαν τα αυλάκια εβδομήντα χρόνων, τώρα το δέρμα ήταν σφριγηλό. Καθόταν με την πλάτη στηριγμένη στο κεφαλάρι του κρεβατιού τους. Η δυσκαμψία της μέσης του δεν υπήρχε. Χάιδεψε τα απαλά, μυρωδάτα σεντόνια και χαμογέλασε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τα ρουθούνια του γέμισαν με αλμύρα και άρωμα φράουλας. Αυτή η μυρωδιά είχε μείνει ίδια κι απαράλλαχτη.

Κοίταξε το μισάνοιχτο παράθυρο. Το βλέμμα του χάθηκε στο σκούρο μπλε της θάλασσας και τ’ουρανού, κι έπειτα στάθηκε στην αντανάκλασή του επάνω στο τζάμι. Τα μαλλιά του ήταν ολοκάστανα, χωρίς ίχνος λευκού. Το σώμα του φανέρωνε άντρα στο άνθος της νιότης του. Το λείο μέτωπο μαρτυρούσε ένα πρόσωπο χωρίς σκοτούρες και στενοχώριες. Ήταν ο ίδιος άντρας, με αρκετές εμπειρίες και σαράντα-πέντε χρόνια διαφορά. Μόνο τα μάτια του είχαν κάτι από την θλίψη και τη μελαγχολία του τωρινού του εαυτού.

Ήταν ο ίδιος, μα συνάμα ήταν αλλαγμένος. Γιατί ήξερε.

Άκουσε βήματα στον διάδρομο και η πόρτα του δωματίου άνοιξε τρίζοντας χαρούμενα. Στο άνοιγμά της εμφανίστηκε εκείνη. Το λευκό νυχτικό της έμοιαζε με το νυφικό φόρεμα που μόλις είχε αλλάξει. Τα μακριά μαλλιά της έπεφταν στους ώμους λυτά, σαν ένας πύρινος χείμαρρος. Τα μάτια της είχαν μια σπίθα πονηρή κι αθώα μαζί, ταιριαστά με το παιχνιδιάρικο χαμόγελό της, το λίγο στραβό. Χείλη σε σχήμα καρδιάς, ζουμερά σαν τη σάρκα της φράουλας. Με χορευτικά βήματα, έφτασε στο κρεβάτι και σκαρφάλωσε δίπλα του.

Ο Τόμας έμεινε για λίγο άφωνος. Κι έπειτα τραύλισε: «Μό… Μόιρα… Είσαι πανέμορφη. Μα, πού ήσουν τόση ώρα;»

«Έπρεπε να τις δοκιμάσω! Θέλεις κι εσύ;»

Μόνο τότε κοίταξε ο Τόμας τα χέρια της, και ανακάλυψε τον θησαυρό τους˙ μια χούφτα φράουλες από την πρώτη τους σοδειά. Κι έτσι βρέθηκαν οι δυο τους στο κρεβάτι, την πρώτη νύχτα του γάμου τους, να τρώνε φράουλες και να αγαπιούνται και να γλυκαίνονται, στο φως της Πανσελήνου της Φράουλας.

Η αγαπημένη του ανάμνηση.

Αυτή που είχε ζήσει και ξαναζήσει τα τελευταία είκοσι χρόνια, πιο πολλές φορές απ’ όσες είχε τολμήσει να αντικρίσει τον εαυτό του στον καθρέφτη ή να ανοίξει τη ντουλάπα με τα ρούχα της.

Ήταν η γυναίκα της ζωής του και θα ζούσαν την υπόλοιπη ζωή τους μαζί. Είχαν όλο τον χρόνο μπροστά τους. Ήταν η γυναίκα της ζωής του και έζησαν μαζί μέχρι που εκείνη έφυγε. Δεν είχαν τώρα άλλο χρόνο, παρά μόνο μέσα από τις αναμνήσεις.

***

Το βιβλίο θαρρείς πως έφτυσε τον Τόμας από μέσα του. Βρέθηκε να κάθεται στην πολυθρόνα του και πάλι. Η καρδιά του παλλόταν δυνατά και η ανάσα του έβγαινε κοφτή, όπως εκείνο το βράδυ που είχε κολυμπήσει για ώρες στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Δεν ήξερε πόσες φορές ακόμα μπορούσε να το κάνει αυτό. Κάθε φορά που επέστρεφε από μια ανάμνηση, έβρισκε το σώμα του πιο αδύναμο. Η υγεία του χειροτέρευε ολοένα. Αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει. Δεν ήθελε να σταματήσει. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ήταν επώδυνα, ανούσια, και μόνο αυτό του έδινε κίνητρο να σηκώνεται το πρωί από το κρεβάτι.

Κάθε μέρα, η ίδια ρουτίνα. H πρώτη του δουλειά μόλις ξυπνούσε ήταν να στρώσει το κρεβάτι, μια συνήθεια που είχαν ξεκινήσει με τη Μόιρα από τον πρώτο καιρό που έμειναν μαζί. Τέντωνε το πάπλωμα ώσπου να γίνει ίσιο και στη δική του πλευρά του κρεβατιού, όπως ήταν -μόνιμα πια- στη δική της.

Έπειτα πήγαινε στο μπάνιο να πλύνει τα δόντια του με την οδοντόκρεμα με άρωμα μέντας. Πάντα το έκανε αυτό, γιατί ήθελε το πρωινό τους φιλί να είναι δροσερό και μυρωδάτο. Κάθε τρεις μήνες, άλλαζε την οδοντόβουρτσά του – άλλαζε και την δική της, παρ’ ότι παρέμενε φυσικά αχρησιμοποίητη.

Στη συνέχεια, επέστρεφε στο υπνοδωμάτιο, έσκυβε πάνω από το μπουντουάρ της, και φιλούσε το βιβλίο της ζωής της. Το άνοιγε και χάιδευε τις σελίδες του με τρυφερότητα. Ξεφύλλιζε τις σελίδες κι έφτανε στην τελευταία που είχε κείμενο. Από την ημέρα που την έχασε, δεν είχε γραφτεί καμία καινούργια λέξη στο βιβλίο της ζωής της. Βέβαια, όσο κι αν προσπαθούσε να εστιάσει στο κείμενο, τα γράμματα μπλέκονταν μεταξύ τους. Έμοιαζαν με ένα συνονθύλευμα από ακατανόητες γραμμές. Δεν περίμενε κάτι διαφορετικό, καθώς μόνο εκείνη θα μπορούσε να διαβάσει το περιεχόμενο του βιβλίου της ζωής της.

Ψέκαζε λίγο από το άρωμά της, έπαιρνε μια βαθιά ανάσα και κατέβαινε στη βιβλιοθήκη. Εκεί περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας του. Και από όλα τα βιβλία στα σκονισμένα ράφια, επέλεγε να διαβάσει ξανά και ξανά το βιβλίο της ζωής του, ώστε να ξαναζεί τις αναμνήσεις του. Κυρίως αυτές που έπονταν της γνωριμίας του με τη Μόιρα.

Από όλα τα δωμάτια του σπιτιού τους, η βιβλιοθήκη ήταν αυτή που φιλοξενούσε την κορνίζα με την πρώτη τους φωτογραφία. Ήταν από την ημέρα που γνωρίστηκαν. Τον κατέκλυσε η επιθυμία να την ξαναδεί, να τη χαϊδέψει. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και τρέκλισε μέχρι το κομοδίνο που ήταν ακουμπισμένη. Την πήρε στα χέρια του.

Πόσο ανέμελοι φαίνονταν εκείνη τη στιγμή! Ίσως και λίγο μεθυσμένοι. Εκείνος ήταν ντυμένος με σμόκιν -πάντρευε την αδερφή του- και έδινε ένα φιλί στο μάγουλο της νύφης. Εκείνη φορούσε μια τουαλέτα με βαθύ μπλε χρώμα, ίδια με όλες τις παρανύμφους, και χόρευε μαζί με τις κοπέλες. Ήταν όμως η πιο εκθαμβωτική: οι χάλκινες μπούκλες της έκαναν έντονη αντίθεση με το φόρεμα. Από πίσω τους ήταν η τριώροφη έπαυλη, όπου είχε τελεστεί ο γάμος, και ολόγυρα το κατάφυτο τοπίο των Highlands. Ακόμα θυμόταν το κουδούνισμα των προβάτων που αντηχούσε σε όλο το οροπέδιο.

Ήταν τόσο έντονη η ανάμνηση, που μπορούσε να το ακούσει ακόμη και τώρα. Ή μήπως όχι; Μήπως αυτό που άκουγε τώρα ήταν το κουδούνι της πόρτας; Μπα, δεν μπορεί, είχε χρόνια να τον επισκεφθεί κανείς. Κι όμως, πράγματι, κάποιος του χτυπούσε.

Τράβηξε τα πόδια του και έφτασε μπροστά στην εξώπορτα. Όλη αυτή την ώρα το κουδούνι συνέχισε να χτυπάει. Ακούμπησε το πόμολο με την καρδιά του έτοιμη να σπάσει. Για να χτυπούν τόσο επίμονα, δε θα ‘ναι για καλό. Άνοιξε λίγο την πόρτα και έβαλε το κεφάλι του στο άνοιγμα.

«Τι θα θέλατε, κύριε;»

Στένεψε τα μάτια προσπαθώντας να διακρίνει τον επισκέπτη. Το φως έξω ήταν εκτυφλωτικό σε αντίθεση με το παντοτινό ημίφως στο εσωτερικό του σπιτιού. Ο άντρας ήταν νέος, μετρίου αναστήματος, φορούσε κοστούμι και στρογγυλά γυαλιά, και τα μαλλιά του έμοιαζαν σαν να τα είχε γλείψει σκύλος. Κρατούσε μια δεσμίδα χαρτιών, με σφραγίδες και υπογραφές.

«Καλημέρα σας. Είστε ο κύριος Τόμας Τζέιμσον;»

Ο Τόμας άνοιξε λίγο παραπάνω την πόρτα. «Ναι», είπε κοφτά. «Τι θα θέλατε;»

«Έρχομαι εκ μέρους της Επίσημης Αρχής για τα Βιβλία της Ζωής. Υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι δεν έχει επιστραφεί ο τόμος της συζύγου σας, που απεβίωσε…» έκανε μια παύση για να δει τα χαρτιά που κρατούσε στο χέρι του «… πριν από είκοσι χρόνια αν δεν κάνω λάθος. Θα μπορούσα να περάσω μέσα στο σπίτι να ρίξω μία ματιά;»

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας γδούπος και ήχος από γυαλί που σπάει. Ο επισκέπτης έσκυψε σβέλτα, προτού προλάβει ο Τόμας να κάνει οτιδήποτε.

«Σας έπεσε αυτό, κύριε Τζέιμσον. Τι όμορφη φωτογραφία. Η νύφη ήταν η σύζυγός σας;»

«Ό… Όχι», ψέλλισε ο Τόμας. Τα χέρια του έτρεμαν και τα πόδια του δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν.

«Κύριε Τζέιμσον, είστε καλά; Έχετε χλωμιάσει; Να καλέσω ένα ασθενοφόρο;»

Ο Τόμας πήρε μια βαθιά ανάσα. Η ζαλάδα σταμάτησε -έστω και προσωρινά. Έπρεπε να δράσει άμεσα. Άρπαξε τη σπασμένη κορνίζα από τα χέρια του άναυδου άντρα, και του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.

«Μόνο πάνω από το πτώμα μου θα πάρετε το βιβλίο της Μόιρα», ψιθύρισε, ενώ μαντάλωνε και τριπλοκλείδωνε την πόρτα.

Ένα επίμονο χτύπημα ακούστηκε πάλι στην πόρτα. «Κύριε Τζέιμσον, ανοίξτε μου!»

«Όχι αν δεν έχετε ένταλμα», είπε κοφτά ο Τόμας.

Βεβαιώθηκε ότι η πόρτα της κουζίνας ήταν κι αυτή κλειδωμένη, και πως όλα τα παράθυρα ήταν μανταλωμένα. Ύστερα πήρε τη σπασμένη κορνίζα και το βιβλίο της ζωής του, και κλείστηκε στο υπνοδωμάτιο.

Κάθισε στο κρεβάτι, με την πλάτη στο κεφαλάρι. Έφερε το βιβλίο της Μόιρα και το ακούμπησε δίπλα του, επάνω στο μαξιλάρι της. Ακούμπησε το δικό του επάνω στα πόδια του και το ξεφύλλισε αφηρημένα πηγαίνοντας προς τα πίσω, στις μέρες πριν γνωρίσει τη γυναίκα του. Εκεί η κάθε σελίδα φάνταζε όλο και πιο άδεια, γραμμένη όλο και πιο αραιά. Γιατί οι μέρες του έμοιαζαν άδειες πριν γνωρίσει το χαμόγελο, την καλοσύνη, τη μαγεία της. Ακόμα και στις δυσκολίες τους, ακόμα και στις ατυχείς εγκυμοσύνες που είχε, εκείνη ήταν ο φάρος μέσα στο σκοτάδι τους.

Ξαναγύρισε τις σελίδες προς τα εμπρός, μέχρι που έφτασε σε εκείνη που γραφόταν μπροστά στα μάτια του, μνημονεύοντας το παρόν. Ως τη στιγμή που χτύπησε το κουδούνι, οι αράδες αυτής της σελίδας ήταν ίδιες με την προηγούμενή της, και με την σελίδα πριν από αυτή, και με όλες τις σελίδες που προηγούνταν. Μέχρι εκείνη την σελίδα, που κατέγραφε την ανάμνηση που δεν είχε θελήσει μέχρι τώρα να ξαναζήσει.

Τα μάτια του κύλισαν επάνω στην χάρτινη επιφάνεια μέχρι που η σύστασή της άρχισε να αλλάζει. Η επιφάνειά της ταλαντεύτηκε και τα γράμματα σχημάτισαν μια σπείρα, καλώντας τον σ’ ένα πηγάδι δίχως γυρισμό.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και βούτηξε.

***

Η κλειστή πόρτα που βρισκόταν μπροστά του έκανε τα χέρια του να ιδρώνουν και την ανάσα του να βγαίνει ρηχή. Κλεισμένος στις ροζιασμένες παλάμες βρισκόταν ο θησαυρός του. Τα μάτια του ήταν ακόμα θολά.

Είχε κρατηθεί πολύ για να μη δακρύσει μπροστά στον γιατρό όταν του είπε ότι είχαν χάσει το μωρό, και ότι λόγω επιπλοκών θα το ακολουθούσε σύντομα και η Μόιρα. Όμως, μόλις η πόρτα είχε κλείσει πίσω από τη λευκοφορεμένη φιγούρα, ο πενηντάχρονος εαυτός του είχε αφεθεί.

Είχε τρέξει στην αδειανή παραλία λίγο πιο πέρα από το σπίτι τους, και είχε επιτρέψει στη βροχή να ξεπλύνει τα δάκρυά του. Η απόγνωση είχε γεννήσει ένα και μοναδικό ουρλιαχτό, που οι βροντές το πήραν και το ‘καναν δικό τους. Τα μάτια του είχαν γεμίσει με τις αστραπές που μαστίγωναν τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, φουρτουνιασμένη σαν και το είναι του, και ο ίδιος είχε βουτήξει χωρίς να το σκεφτεί. Κολυμπούσε για ώρα, χωρίς σταματημό.

Θα μπορούσε να είχε πνιγεί εκείνο το βράδυ, αλλά να που τώρα βρισκόταν, με τα ρούχα ολόβρεχτα, μπροστά στον μεγαλύτερο εφιάλτη του. Την κλειστή πόρτα που πίσω της παραμόνευε ένα άδειο μέλλον. Πήρε μια βαθιά ανάσα, φόρεσε ένα μουδιασμένο χαμόγελο και την άνοιξε.

«Αγάπη μου;» Η φωνή του ήταν βραχνή.

Τα μάτια του προσπάθησαν να συνηθίσουν στο μισοσκόταδο του υπνοδωματίου. Πήγε προς το κρεβάτι αλαφιασμένος. Ο πενηντάχρονος εαυτός του έτρεμε, μήπως και δεν την είχε προλάβει ζωντανή. Εκείνος όμως θυμόταν κάθε λεπτομέρεια αυτής της νύχτας, ήξερε τι θα ακολουθούσε.

«Αγάπη μου;» της ξαναμίλησε. Ένιωθε τους σφυγμούς του να χτυπάνε όλο και πιο γρήγορα μες στα αυτιά του όσο εκείνη δεν ανταποκρινόταν. «Μόιρα;»

Γονάτισε δίπλα της. Εκείνη άνοιξε επιτέλους τα μάτια. Ένα χαμόγελο ανακούφισης στο πρόσωπό του. Ένα χαμόγελο κουρασμένο στο δικό της. Και δυο μάτια που βλέπαν τώρα πιότερο τον άλλο κόσμο, παρά τον δικό τους.

«Το μωρό… Τόμας… Πάλι το χάσαμε…»

Δοκίμασε να σηκωθεί, αλλά ο Τόμας τη σταμάτησε. «Σσσσς, μη μιλάς. Πρέπει να κρατήσεις τις δυνάμεις σου για να γίνεις καλά. Εσύ να είσαι καλά, πάνω από όλους κι από όλα».

Η Μόιρα δε μίλησε. Ξάπλωσε πίσω στα αφράτα μαξιλάρια και έκλεισε τα μάτια.

«Σκέφτηκα πως θα ‘θελες να δοκιμάσεις», μίλησε πάλι, και της έδειξε τον θησαυρό του. «Είναι οι πρώτες».

Με μια γενναία προσπάθεια για να μη δείξει τη φόρτισή του, τη βοήθησε να καθίσει στηρίζοντας την πλάτη της με τα μαξιλάρια. Έπειτα έφερε μια φράουλα κοντά στα χείλη της. Μια μπουκιά εκείνη και μια αυτός.

Κι έτσι βρέθηκαν οι δυο τους στο κρεβάτι, την τελευταία τους νύχτα μαζί, να τρώνε φράουλες και να αγαπιούνται και να γλυκαίνονται, στο φως της Πανσελήνου της Φράουλας.

Το πρωί τους βρήκε αγκαλιασμένους. Όταν άνοιξε τα βλέφαρα, αντίκρυσε τα μάτια της να τον κοιτάζουν νοσταλγικά. Κάτι μέσα τους, μια σπίθα, του έφερε στο μυαλό το πρώτο πρωινό που είχαν ξυπνήσει αγκαλιά. Αυθόρμητα, την πλησίασε και της έδωσε ένα γλυκό φιλί. Ένα φιλί με την αθωότητα της φράουλας.

«Σ’ αγαπώ», του ψιθύρισε εκείνη λίγο πριν ξεψυχήσει, σαν να τον περίμενε να ξυπνήσει πρώτα για να τον αποχαιρετήσει.

Προτού αποσώσει την κουβέντα της, μίλησε εκείνος, ο εβδομηντάχρονος εαυτός του. Τρεις λέξεις λαχανιαστές, κοφτές. «Περίμενε. Είμαι έτοιμος».

Ήταν η πρώτη φορά που μπορούσε να επέμβει σε ανάμνησή του, να αλλάξει τη ροή της, τα λόγια, τις πράξεις του. Αλλά δεν παραξενεύτηκε. Είχε έρθει πια η ώρα.

Η Μόιρα χαμογέλασε και σφάλισε τα βλέφαρα. Έμοιαζε σαν να κοιμόταν και να έβλεπε ένα πανέμορφο όνειρο. Της χαμογέλασε κι εκείνος, έκλεισε τα μάτια του και την πήρε αγκαλιά μέχρι που το σώμα της έχασε τη θέρμη του.

***

Όταν άνοιξε τα μάτια του και πάλι, οι αχτίδες του ήλιου έπεφταν λοξά μέσα στο υπνοδωμάτιο. Είχε επανέλθει στο παρόν. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Κατέβηκε στο ισόγειο, και πήγε στην κουζίνα. Κοίταξε από το παράθυρο για τυχόν ανεπιθύμητους επισκέπτες στον κήπο. Βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε κανείς, και βγήκε έξω με βιάση. Έσκυψε επάνω στις φορτωμένες φραουλιές. Οι κόκκινοι καρποί έμοιαζαν να τον προσκαλούν.

Κάτω από το τελευταίο φως του ήλιου, μάζεψε τις φράουλες που είχαν ωριμάσει. Ήταν οι πρώτες της χρονιάς. Τις έπλυνε μέσα σε ένα βαθύ πιάτο, ανέβηκε στο υπνοδωμάτιο και το ακούμπησε στο κομοδίνο του. Οι δύο τόμοι, το βιβλίο της ζωής του και το βιβλίο της Μόιρα, ήταν ανοιχτοί επάνω στο κρεβάτι. Ο Τόμας ξάπλωσε δίπλα τους και περίμενε.

Πρώτα είδε μια κίνηση στο βιβλίο της Μόιρα: στην πρώτη άγραφη σελίδα του είχαν αρχίσει τώρα να δημιουργούνται νέα γράμματα και να χορεύουν καινούργιες φράσεις. Σαν να γεννιούνταν κόσμοι με απεριόριστες δυνατότητες.

Έπειτα άκουσε τα βήματα έξω από την κλειστή πόρτα. Στύλωσε το βλέμμα του επάνω της. Η πόρτα άνοιξε απαλά και φάνηκε η μορφή της. Μια μορφή πιο γερασμένη από την τελευταία φορά που την είχε δει στην πραγματικότητα. Όταν πέθανε, ήταν μόνο σαράντα-πέντε. Η Μόιρα που βρισκόταν τώρα μπροστά του ήταν μια περιποιημένη, εξηνταπεντάχρονη γυναίκα.

«Ήρθες επιτέλους. Σε περίμενα».

«Όχι, εγώ σε περίμενα», του είπε εκείνη και ξάπλωσε δίπλα του στο κρεβάτι. Κούρνιασε στην αγκαλιά του.

«Θέλεις;»

Κι έτσι βρέθηκαν οι δυο τους στο κρεβάτι μαζί, να τρώνε φράουλες και να αγαπιούνται και να γλυκαίνονται. Κάτω από το φως της Πανσελήνου της Φράουλας, ξανά. Ούτε για πρώτη, μα ούτε και για τελευταία φορά.

Έλενα Στεργιοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading