«Πώς σας φαίνεται το φαγητό;», ρώτησε η κυρά Ρίτα, ενώ έβγαζε την πίτα από τον φούρνο.
«Ρε μάνα! Ήμαρτον! Κάθε Κυριακή μας ρωτάς το ίδιο πράγμα και η απάντηση είναι ίδια! Δηλαδή κάπου ώπα!», είπε ο Γιώργος γελώντας.
«Μπα! Μην το λες! Να σου θυμίσω, πριν κάμποοσους μήνες, ΤΟ κυριακάτικο τραπέζι;», είπε ο Μάνος και η κυρά Ρίτα σταυροκοπήθηκε.
«Ανάθεμά σε, Μάνο! Πού το θυμήθηκες;», ρώτησε ο κυρ Τάσος.
«Ξεχνιέται ρε πατέρα; Πώς το είχε πει να δεις… Α! Ναι… ‘Το γιουβέτσι ήταν λίγο στεγνό και η πίτα μες στο λάδι! Την επόμενη φορά προσπαθήστε περισσότερο, μητέρα!’», είπε ο Λάζαρος και έσκασε στα γέλια.
«Δεν είναι αστείο να κοροϊδεύεις τη μάνα σου, αγάπη μου!», του είπε η Μαρία ρίχνοντάς του μια μπουνίτσα στον ώμο.
«Δεν κοροϊδεύει τη μάνα, Μαρία! Την άλλη κοροϊδεύει! Που εδώ που τα λέμε, γλίτωσε από θαύμα το ξύλο τότε!», είπε ο Γιώργος και αμέσως στράφηκε στη μάνα του. «Ρε μάνα, τελικά τι έγινε; Δεν έχουμε δει κανέναν τόσους μήνες! Ο Λουκάς είναι καλά; Τόσες Κυριακές δεν έχει εμφανιστεί και δεν σηκώνει τηλέφωνα!».
«Το ίδιο και η Ιουλία! Από τότε είναι εξαφανισμένη!», είπε και η Μαρία με μια χροιά ανησυχίας.
«Μαργαρίτα, μιας και το είπε ο Γιώργος, ο μικρός που είναι; Τι ώρα είναι αυτή πάλι;», ρώτησε ο κυρ Τάσος.
«Θα έρθει ο Λουκάς;», ρώτησαν όλοι με μια φωνή, αλλά η κυρά Μαργαρίτα δεν έβγαλε άχνα.
«Μάνα! Λέγε!», είπε ο Λάζαρος.
«Ωραία, ωραία! Αν σας πω, υπόσχεστε πως δεν θα πείτε τίποτα;».
Κούνησαν όλοι, μικροί – μεγάλοι, καταφατικά το κεφάλι.
«Λοιπόν… Όπως θυμάστε, πριν κάμποσους μήνες – πόσοι να ‘ναι; Τέσσερις; Πέντε;- είχε έρθει ο Λουκάς, η κοπέλα του η Ζαχαρούλα και η Ιουλία. Όταν ο Λουκάς έμεινε μόνος του με την Ιουλία, συζήτησαν κάποια πράγματα και…»
«Τη φίλησε!», είπε η Μαρία και όλοι γύρισαν να την κοιτάξουν. «Τη φίλησε και της είπε ότι την αγαπάει!».
Κόκκαλο όλοι. Η Μαρία γελούσε και τους εξήγησε ότι ήταν το μόνο πράγμα που της είπε η Ιουλία τότε και η κυρά Μαργαρίτα την κοίταξε αυστηρά γιατί της έκοψε την ιστορία.
«Ναι! Τη φίλησε και συζήτησαν κιόλας! Το θέμα είναι ότι σε εκείνο το τραπέζι ήταν και η Ζαχαρούλα και αυτό ήταν πρόβλημα Όπως θυμάστε, μαζευτήκαμε όλοι για καφέδες και γλυκό -και τί ωραία τούρτα σοκολατίνα ήταν αυτή!- και άρχισε το κλίμα να βαραίνει. Ο Λουκάς δεν μπορούσε να μείνει μακριά από την Ιουλία με τίποτα, σε σημείο που το κατάλαβε η Ζαχαρούλα και όταν φύγατε, έγινε εδώ της κολάσεως. Όχι εδώ μέσα! Στον κήπο!
Έφυγε η Ιουλία και εκείνος έτρεξε πίσω της και έτρεξε πίσω του η Ζαχαρούλα και ξεκίνησε το μακελειό. Έβρισε την Ιουλία σε ακραίο βαθμό η άλλη. Ο Λουκάς να προσπαθεί να την υπερασπιστεί και όσο προσπαθούσε, φούντωνε η Ζαχαρούλα. Εν ολίγοις, ο Λουκάς της είπε ότι η μοναδική γυναίκα που αγαπάει είναι η Ιουλία και θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να την κάνει ευτυχισμένη. Η Ζαχαρούλα εκεί αποτρελάθηκε και άρχισε να του πετάει ό,τι έβρισκε μπροστά της. Ένας γυάλινος νάνος τον βρήκε στο κεφάλι και όλος ο καβγάς σταμάτησε επειδή άνοιξε το κεφάλι του Λουκά και τρέχαμε στο κέντρο υγείας!».
«Τι λες ρε μάνα; Τι λες; Και μετά;», είπε ο Μάνος
«Μα καλά ρε ηλίθιe, δεν θα ρωτήσεις για τον αδερφό μας;», πετάχτηκε ο Λάζαρος
«Κακό σκυλί ψ0φο δεν έχει!», απάντησε ο κυρ Τάσος και όλοι γέλασαν.
«Ε, μετά πήγαμε στο κέντρο υγείας. Έκανε ο Λουκάς τέσσερα ράμματα στο κεφάλι και τέλος! Είναι καλά τώρα και ναι, θα έρθει σήμερα!».
«Με τα κορίτσια τι έγινε καλέ μητέρα;», ρώτησε η Φαίδρα.
«Κανείς δεν ξέρει! Όταν ο Λουκάς ήταν μέσα στο ιατρείο, η Ιουλία πήρε τη Ζαχαρούλα και πήγαν μια βόλτα στο προαύλιο. Έλειψαν πάνω από μια ώρα και επέστρεψε μόνο η Ζαχαρούλα. Όταν ο Λουκάς τελείωσε, μπήκε η Ζαχαρούλα μέσα και μίλησαν. Εκείνη βγήκε χαμογελαστή και έφυγε. Ποτέ δεν έμαθα τι ειπώθηκε! Ούτε μεταξύ των κοριτσιών, ούτε μεταξύ του ζευγαριού!».
«Και η Ιουλία;», ρώτησε η Πόπη.
Ένα χτύπημα στην πόρτα τους ανάγκασε να σταματήσουν τη συζήτηση. Η κυρά Ρίτα σηκώθηκε και πήγε ν’ ανοίξει. Στο κατώφλι στεκόταν ο Λουκάς με την Ιουλία κρατώντας ένα μεγάλο κουτί, λουλούδια και κρασί. Όλοι τους υποδέχτηκαν με αγκαλιές και φιλιά ενώ δεν πέρασε απαρατήρητο το σημάδι από τα ράμματα στο κεφάλι του Λουκά. Είχε ακόμα ξυρισμένα τα μαλλιά του και ήταν φανερό το «παράσημο».
Μόλις βολεύτηκαν όλοι στο τραπέζι, έπεσαν με τα μούτρα στο φαγητό. Κροταλίσματα πηρουνιών, τσουγκρίσματα ποτηριών, γέλια, πειράγματα… Κλασικό οικογενειακό κυριακάτικο τραπέζι.
«Παντρευόμαστε!», ξεφούρνισε μονομιάς ο Λουκάς και αμέσως επικράτησε η απόλυτη ησυχία στο τραπέζι.
Ο ένας κοιτούσε τον άλλον με απορία μα ξαφνικά ο κυρ Τάσος έβγαλε μια φωνή από τα τρίσβαθα της ψυχής του. «ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!». Ξαφνικά ο χώρος γέμισε φωνές, τσιρίδες, αγκαλιές, φιλιά, συγχαρίκια. Όλοι έτρεξαν να τους αγκαλιάσουν και να τους φιλήσουν. Τέτοια χαρά είχαν να πάρουν απ’ όταν γεννήθηκε ο μικρός του Λάζαρου και της Μαρίας.
«Αχ, τζιέρι μου! Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι! Δεν ξέρεις! Είμαι τόσο χαρούμενη γι’ αυτό το κορίτσι! Γίνεται και επίσημα μέλος της οικογένειας. Να είστε πάντα ευτυχισμένοι θέλω!», είπε η κυρά Ρίτα και τους αγκάλιασε.
«Μισό λεπτό όμως!», είπε ο Μάνος, «έχουμε απορίες!».
«Τι λες αγάπη μου;», είπε η Πόπη σκουντώντας τον. «Υποτίθεται ότι δεν ξέρουμε τίποτα!».
«Ρε, Πόπη! Μπράβο ρε! Δεν καρφώθηκες καθόλου!», είπε η Φαίδρα και λύθηκαν στα γέλια.
Τότε πήρε τον λόγο η Ιουλία…
«Της είπα ότι τον αγαπάω. Ότι πάντα τον αγαπούσα και πάντα θα τον αγαπάω. Ότι είναι ο έρωτας της ζωής μου και η μεγαλύτερη μου επιθυμία είναι να γίνει ο άντρας μου και ο πατέρας των παιδιών μου! Της εξήγησα πως ο σκοπός της ζωής είναι να είμαστε ευτυχισμένοι και εκείνη, μαζί του, δεν ήταν! Το ήξερε! Της άρεσε επειδή ήταν μεγαλύτερος, αλλά δεν ήταν διατεθειμένη να μείνει μαζί του για πάντα. Είχε άλλα όνειρα και ο Λουκάς δεν ήταν μέσα σε αυτά! Είπαμε κι άλλα άσχετα, αλλά αυτό είναι το ρεζουμέ. Μετά έφυγα… Θα τους άφηνα μόνους και αν ο Λουκάς με αγαπούσε θα με έβρισκε!».
«Και τη βρήκα!», είπε ο Λουκάς κοιτώντας τη στα μάτια. «Όταν η Ζαχαρούλα μετά την κουβέντα τους ήρθε και με βρήκε, ξηγήθηκε σπαθί. Μου είπε ότι ποτέ δεν με ήθελε, ότι δεν ήταν ευτυχισμένη μαζί μου και ότι μιλούσε ήδη με έναν τύπο πιο μικρό και πιο ωραίο! Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόση ανακούφιση ένιωσα… Της είπα ότι μου άξιζε ο νάνος στο κεφάλι και έβαλε τα γέλια. Χαιρετηθήκαμε και εξαφανίστηκε. Ε και εγώ μετά πήγα και βρήκα την Ιουλία και έκτοτε είμαστε αχώριστοι!».
Γύρισε και φίλησε την Ιουλία απαλά στα χείλη. Αμέσως φωτίστηκε η πλάση! Όλοι τους χάζευαν με μάτια βουρκωμένα από συγκίνηση και χαμόγελα μεγάλα. Επιτέλους θα γίνονταν και επίσημα οικογένεια. Όλοι τους!
«Λουκά; Μπορούμε να φάμε, σε παρακαλώ;», του είπε χαμογελώντας η Ιουλία, ενώ τον φιλούσε ταυτόχρονα. «Πεινάμε!», του είπε και έλαμπε σαν αστέρι.
Ο Λουκάς την κοίταξε με δυσπιστία. Κάτι άλλο υπήρχε στην ατμόσφαιρα, το οποίο το έπιασαν τα κορίτσια της παρέας και άρχισαν να τσιρίζουν. Ο Κυρ Τάσος ήταν ο πρώτος που αντέδρασε και άρχισε να γελάει…
«Τι είναι καλέ μου; Τι έγινε; Γιατί τσιρίζουν οι νύφες μας; Γιατί γελάς;», ρώτησε η κυρά Ρίτα ενώ έφερνε το ταψί με την σπανακόπιτα.
«Γυναίκα, ράψου! Θα έχουμε γαμοβαφτίσια!», είπε και σήκωσε το ποτήρι ψηλά.
Όλοι γύρισαν και κοίταξαν την Ιουλία, η οποία κρατούσε στα χέρια της το θετικό τεστ εγκυμοσύνης. Ο Λουκάς την έκλεισε στην αγκαλιά του.
«Είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο!», της είπε στο αυτί και χαμογέλασε μέχρι τα αυτιά. «Σε αγαπάω, Ιουλία μου!».
«Και εγώ σ’ αγαπάω, Λουκά μου! Όμως αγαπάω λίγο παραπάνω τη σπανακόπιτα της κυρά Ρίτας. Άσε μας να φάμε! Το περιμέναμε πώς και πώς το κυριακάτικο τραπέζι», του είπε γελώντας.
«Έχουμε πολλά μπροστά μας, αγάπη μου!»
«Γι’ αυτό είμαι σίγουρη, Λουκά μου!».
Κατερίνα Μοχράνη
ΤΕΛΟΣ
