Κόκκινο τριαντάφυλλο

Η Βάσια τράβηξε τις κουρτίνες, σήκωσε το ρολό και άνοιξε το τζαμί, ώστε να μπει η πρωινή χειμωνιάτικη αύρα συνοδευόμενη από τις αχτίδες του ηλίου στο υπνοδωμάτιό της και να το γεμίσουν φρεσκάδα και φως.

Χωρίς να χάσει λεπτό, έψαξε με το βλέμμα της όλο αγωνία να βρει τον “φίλο” της. “Κάνε να είναι εκεί, να έχει αντέξει κι αυτόν τον χειμώνα”, συλλογίστηκε και μόλις το είδε, η ψυχή της αγαλίασε. Ήταν εκεί. Το κόκκινο τριαντάφυλλο. Που προεξείχε από κάποια γλάστρα και αναδυόταν πίσω από τον γκρι τοίχο της ταράτσας στην απέναντι πολυκατοικία.
Για την Βάσια, όμως, δεν ήταν ένα απλό φυτό…

*****

Δύο χρόνια πριν, η Βάσια ήταν σε πολύ δύσκολη ψυχολογική κατάσταση. Είχε πολλά “ανοιχτά μέτωπα” να διαχειριστεί… Τον πρόσφατο χωρισμό της, την παραίτηση από εκείνη τη κ@λοδουλειά, την ανεργία, την συνεχή αμφισβήτηση των επιλογών της από τη μεριά της μητέρα της, την αδιάφορη στάση του πατέρα της και μια τοξική φιλία, που μάλλον κακό της έκανε, παρά την βοηθούσε να ορθοποδήσει.
Κάθε πρωί, άνοιγε το παράθυρο της και χάζευε… Δεν ήξερε ακριβώς τι, μιας και η θέα από το ρετιρέ, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι της, αποτελούνταν από πολυκατοικίες, γκρι και άσπρες, με 3, 4, 5, 6, 7 ορόφους και μικροφθορές στις περισσότερες από αυτές… Βυθιζόταν, τότε, μέσα στις γεμάτες αβεβαιότητα για το μέλλον σκέψεις της και έβαζε τα κλάματα. Δεν μπορούσε να βρει τρόπο να παραμείνει στο ενοίκιο, αλλά δεν ήθελε και με τίποτα να επιστρέψει στο πατρικό της. Έστελνε καθημερινά βιογραφικά, αλλά απάντηση δεν έπαιρνε. Στο τηλέφωνο δεν ήθελε να μιλήσει με κανέναν και όταν το έκανε, η απελπισία της κορυφωνόταν! Είτε γιατί άκουγε τους άλλους να προχωρούν και να παρέχουν με άνεση όσα ήταν απαραίτητα στον εαυτό τους, είτε γιατί δεχόταν επίκριση για την παραίτησή της.

Αλήθεια, ένιωθε τόσο μόνη σε μια πόλη με τόσο κόσμο!

Ένα πρωινό που καθόταν με τον καφέ της και χάζευε έξω από το παράθυρο, απρόθυμη να βγει από το σπίτι, το μάτι της έπεσε πάνω σε μια κόκκινη βούλα που έσπαγε την μονοτονία του γκρι και του ωχρού άσπρου…
Ήταν ένα τριαντάφυλλο! Κατακόκκινο! Μέσα στον χειμώνα! Έστεκε αγέρωχο πίσω από μια μάντρα στην ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας. Η Βάσια χαμογέλασε και ένιωσε πως αυτό ήταν το σημάδι που περίμενε τόσο καιρό!
“Κοίτα να δεις…”, σκέφτηκε, “ένα τόσο εύθραυστο λουλούδι αποδεικνύεται πιο δυνατό από τον βαρύ χειμώνα. Ήθελε να ανθίσει νωρίτερα το άτιμο και δεν συμβιβάστηκε. Αδιαφόρησε για τις κακές καιρικές συνθήκες και όχι μόνο φύτρωσε, άνθισε κιόλας και στέκει όρθιο, ενάντια στον αέρα!”. Το χάζεψε για αρκετά λεπτά και μετά πήρε μια βαθιά ανάσα και όλο αποφασιστικότητα σηκώθηκε. Ήπιε μια γενναία γουλιά καφέ, ντύθηκε, βάφτηκε, έφτιαξε τα μαλλιά της και αφού τύπωσε αρκετά βιογραφικά πήρε τους δρόμους.
“Αφού τα κατάφερε το τριαντάφυλλο, θα τα καταφέρω κι εγώ! Θα “ανθίσω”!”, είπε στον εαυτό της όλο αποφασιστικότητα και μπήκε στην πρώτη εταιρία που είχε στη λίστα της.

Οι επόμενες μέρες πέρασαν με τη Βάσια να προσπαθεί να μην χάσει την αυτοπεποίθησή της, αλλά δεν έβλεπε και κάποια ανταπόκριση από τους υποψηφίους εργοδότες… Οι δε γονείς της, απαράδεκτοι! Καμία υποστήριξη! Μόνο ειρωνεία για τη “κατάντια” της και τη δουλειά που άφησε.
“Ρε μαμά, δεν καταλαβαίνεις; Μου ήταν αδύνατον να συνεχίσω εκεί! Ούτε ο μισθός ήταν αντάξιος των εργασιών μου, ούτε το περιβάλλον ευνοϊκό, ούτε οι συνάδελφοι συνεργάσιμοι! Θα προτιμούσες δηλαδή να είμαι σε μια δουλειά που με καταστρέφει; Που δεν μου δίνει ευκαιρίες να αναδείξω τα ταλέντα μου;”, ρώτησε η Βάσια και τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα στα μάγουλά της.
“Αχχ άφησες τη σιγουριά σου και τώρα τρέχεις και παρακαλάς για δουλειά! Αλλά τέτοια χαζοβιόλα ήσουν πάντα!”, της απάντησε η μητέρα της και η Βάσια απλά έκλεισε το κινητό και το πέταξε κάτω από τον καναπέ. Δεν ήθελε να ξανακουσει κανέναν!
Αν και βράδυ, σήκωσε το ρολό και αναζήτησε το λουλούδι της. Μόλις το είδε, άρχισε να κλαίει με αναφιλητά.
Έκλαιγε ώρες ολόκληρες και από το απέναντι παράθυρο, στον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας με το αγαπημένο της τριαντάφυλλο, μέρες τώρα, την παρακολουθούσε ένα ζευγάρι μαύρα μάτια.

Την πρώτη φορά που την είδε στο παράθυρό της, να χαζεύει απ’ έξω, δεν φορούσε κάτι, μιας και ήταν μέσα στο σπίτι της. Ήταν με τα εσώρουχα. Κι εκείνος δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από πάνω της!
Ήταν εμφανής όλος ο κορμός της και άμα σηκωνόταν να πάει προς κάποιο άλλο δωμάτιο, τότε φαινόταν και το υπόλοιπο ημίγυμνο σώμα της! Ειδικά τα βράδια, που χάρις στο φως του δωματίου ήταν όλα πιο ευδιάκριτα, περνούσε ώρες ολόκληρες χαζεύοντάς την και κάθε βράδυ ο πόθος του για εκείνη άναβε και περισσότερο!

Έτσι κι αυτό το βράδυ της Παρασκευής. Προτίμησε αντί να βγει με την παρέα του να κάτσει μέσα, για χάρη της…
Μα απόψε πρόσεξε ότι εκείνη δεν κοίταζε έξω, αλλά είχε αγκαλιάσει τα γόνατά της και όλο το κορμί της έτρεμε!
“Κλαίει;”, αναρωτήθηκε ο Γρηγόρης. “Ποιος μπορεί να στεναχωρήσει τέτοιο πλάσμα; Λοιπόν, ήρθε η ώρα! Τόσα βράδια κάθομαι και την κοιτάω! Απόψε θα πάω να χτυπήσω την πόρτα της και θα βρω έναν τρόπο να την κάνω να ξεχάσει όσα την στεναχωρούν”.
Έτσι κι έγινε! Ο Γρηγόρης ντύθηκε γρήγορα γρήγορα και όταν κοίταξε τελευταία φορά από το παράθυρο του η Βάσια δεν ήταν εκεί. Αλλά αυτό δεν τον πτόησε.

Για καλή του τύχη, μόλις έφτασε στην είσοδο της πολυκατοικίας, μια άλλη ένοικος άνοιξε την πόρτα γιατί έφευγε κι έτσι ο Γρηγόρης μπόρεσε και μπήκε, χωρίς να χρειαστεί να χτυπήσει κουδούνι και να πιάσει κουβέντα από το θυροτηλέφωνο.
Πήρε το ασανσέρ, που ήταν ήδη στο ισόγειο και ανέβηκε στον τελευταίο όροφο.
Χωρίς δεύτερη σκέψη χτύπησε τη πόρτα.
Καμία απάντηση.
Τη ξαναχτύπησε.
Τίποτα!
Τη χτύπαγε ξανά και ξανά με όλη του τη δύναμη. Ώσπου άρχισε να ανησυχεί!
Δεν το πολυσκέφτηκε και βγάζοντας το δίπλωμα οδήγησης από το πορτοφόλι του, παραβίασε την πόρτα.
Ακόμα κι όταν μπήκε μέσα, όμως, δεν υπήρξε καμία αντίδραση! Πουθενά η Βάσια!

Περπάτησε αργά όλο το σπίτι, ώσπου έφτασε στο λουτρό. Η μπανιέρα ήταν γεμάτη κόκκινο υγρό και η Βάσια μέσα!
“Τι έκανες;” ούρλιαξε ο Γρηγόρης και την τράβηξε γρήγορα έξω. Ευτυχώς, ήξερε πρώτες βοήθειες και διατηρώντας την ψυχραιμία του, έλεγξε πρώτα αν η κοπέλα έχει σφυγμό. Έβαλε τα δύο του δάχτυλα στην μεγάλη φλέβα του λαιμού και μόλις βρήκε τον σφυγμό της, αν και αδύναμος, έσκισε την μπλούζα του και φρόντισε να δέσει τους καρπούς της που έτρεχαν αίμα ασταμάτητα.

Έτρεξε στο σαλόνι κι έφερε δύο μαξιλάρια για να σηκώσει το κεφάλι της λίγο πιο ψηλά, έψαξε στο ντουλαπάκι του μπάνιου και βρήκε οινόπνευμα, το οποίο έβαλε κοντά στη μύτη της, ενώ ταυτόχρονα καλούσε το 166.
Μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο δεν έφυγε από δίπλα της.
Της κρατούσε το χέρι και έλεγχε τους σφυγμούς της. Μάλιστα χρειάστηκε να κάνει κομματάκια και μια δική της μπλούζα για να αλλάξει τους τεχνητούς επιδέσμους στους καρπούς της.
*****

Όταν πια η Βάσια ξύπνησε στο νοσοκομείο, κοίταξε σαστισμένη γύρω της. Όροι, πεταλούδες, σύριγγες, δυνατοί επίδεσμοι στα χέρια της, αστυνομία έξω από το δωμάτιό της κι ένας άγνωστος άντρας που συνομιλούσε με τον γιατρό.
Ο Γρηγόρης αντιλήφθηκε την μικρή κίνηση που έκανε η Βάσια για να ανασηκωθεί κι έτρεξε δίπλα της.
“Είσαι καλά;”, την ρώτησε κοιτάζοντας την μέσα στα μάτια.
Η Βάσια, αν και δεν είχε ιδέα ποιος ήταν αυτός απέναντί της, ένιωσε αφενός την καρδιά της γεμάτη και αφετέρου μια ανερμήνευτη ασφάλεια…
“Ναι”, ψέλλισε.
“Είσαι πολύ τυχερή καλή μου που σε έφερε αυτό το παιδί έως εδώ. Αλήθεια, δεν έφυγε στιγμή από κοντά σου και κάθε τόσο ρωτούσε τον γιατρό για την κατάστασή σου”, είπε η νοσοκόμα που είχε έρθει για να τσεκάρει τον όρο και να αλλάξει τους επιδέσμους.

Η Βάσια δεν πήρε τα μάτια της από πάνω του, πάρα μόνο όταν η νοσοκόμα τελείωσε τον έλεγχο και της ανακοίνωσε ότι θα πρέπει να μιλήσει στην αστυνομία τώρα που είναι ήρεμη.

Ο Γρηγόρης έκανε να ακολουθήσει την νοσοκόμα εκτός του θαλάμου, μα η Βάσια του έπιασε το χέρι.

“Μείνε…”, του είπε ξεψυχισμένα.

Αφού ο Γρηγόρης πήρε το ok από τους δύο αστυνόμους, ακολούθησε η ανάκριση, κατά την οποία πιο πολύ μιλούσε ο Γρηγόρης πάρα η Βάσια.

Με το τέλος της εξιστόρησης του συμβάντος, που και η Βάσια το άκουγε πρώτη φορά, οι αστυνομικοί δεν μπορούσαν να μην την ρωτήσουν γιατί κατέφυγε σε αυτή την απονενοημένη ενέργεια.
Η ίδια τους παραδέχτηκε όσα την είχαν οδηγήσει στην απόφαση να βάλει τέλος στη ζωή της και τότε οι αστυνομικοί το άφησαν πάνω της σχετικά με το αν θα ενημερωθούν ή όχι οι γονείς της.

Όταν πια αποχώρησαν από το δωμάτιο, η Βάσια γύρισε και κοίταξε τον “ήρωά” της.
“Πώς σε λένε;” , τον ρώτησε με το πιο γλυκό βλέμμα του κόσμου.
“Γρήγορη”.
“Λοιπόν, Γρηγόρη, από τα όσα είπες στους δύο κύριους πριν υπάρχει ένα κενό σημείο… Πώς ήξερες που έμενα; Ποιος Θεός σε έστειλε να μου ξαναδώσεις ζωή;”, τον ρώτησε και δάκρυα ευγνωμοσύνης έτρεχαν από τα πλάγια των ματιών της.
“Λοιπόν”, ξεκίνησε και ξερόβηξε. “Μένω ακριβώς στην απέναντι πολυκατοικία, στον τελευταίο όροφο… Τον τελευταίο καιρό που συνηθίζεις να χαζεύεις έξω από το παράθυρό σου, δεν μπορούσα παρά να σε παρατηρήσω… Μια που σε είδα και μια που έπαθα! Όταν σε είδα χτες το βράδυ να κλαις και όχι να χαζεύεις, αποφάσισα πως πρέπει να σε βοηθήσω! Κι έτσι έγινε…”.
Η Βάσια γέλασε. “Κακό συνήθειο να παρακολουθείς κοπέλες, αν και στην περίπτωσή μου, σωτήριο”.

Ο Γρηγόρης κοκκίνισε. “Καλύτερα να φύγω τώρα”.
“Δεν ήθελα να σε προσβάλλω! Συγνώμη! Μείνε. Σε ξέρω μόλις λίγες ώρες, μα είσαι ο μόνος με τον οποίο νιώθω ασφάλεια. Ο μόνος που νιώθω ότι μπορεί να με συναισθανθεί. Αν μη τι άλλο, εσύ θα έπρεπε να φύγεις, μετά από όσα είδες κι άκουσε για μένα… Μια αποτυχημένη είμαι, που αποπειράθηκε να βάλει και τέλος στη ζωή της!”
“Τώρα που σε βρήκα θα σε αφήσω; Αποκλείεται! Μαζί θα το περάσουμε και θα σε στηρίξω!”, της είπε και την πλησίασε…

Η Βάσια ένιωθε την ανάσα του, μα πριν ενώσουν τα χείλη τους του ομολόγησε “Μάλλον δεν τα χρωστάω όλα σε σένα, αλλά στο πανέμορφο κόκκινο τριαντάφυλλο που έχετε στην ταράτσα σας… Αυτό χαζευα πρωί και βράδυ… Χάρις σε αυτό με εντόπισες κι εσύ στο παράθυρό μου και χτες με έσωσες!”

Ο Γρηγόρης της χαμογελάσε και τη φίλησε γλυκά στο μάγουλο. “Το αγαπώ άπειρα αυτό το τριαντάφυλλο! Ακόμα κι αν μαραθεί, την επόμενη ξεκινά να φυτρώνει άλλο… Είναι μαγικό! Ξέρεις, μερικές φορές νομίζω πως είναι ο παππούς μου που πάντα μου έλεγε να μην τα παρατάω…”

Η Βάσια τότε σηκωθηκε σε καθιστή θέση στο κρεβάτι της και αφού πέρασε τα χέρια της από τον αυχένα του, τον φίλησε.

Μετά από δύο μέρες οι γιατροί της έδωσαν εξιτήριο και γύρισαν σπίτι της.
Αποφάσισαν να κάνουν μια νέα αρχή, μαζί.

Ο Γρηγόρης νοίκιασε το διαμέρισμά του σε μια οικογένεια, αν και κάθε τόσο βρισκόταν στην ταράτσα για να περιποιηθεί το λουλούδι του. Βρήκε και δουλειά στη Βάσια, όταν της έδωσε τη θέση της ρεσεψιονίστ στην εταιρεία του πατέρα του. Οι γονείς του την λάτρεψαν, αν και οι δικοί της γονείς δεν γνώρισαν ποτέ τον Γρηγόρη, μιας και η ίδια πήρε την δύσκολη απόφαση να τους βγάλει από τη ζωή της, όπως ξέκοψε και με πολλούς άλλους τοξικούς ανθρώπους που μέχρι τώρα την περιέβαλαν. Και δεν ξαναμίλησαν ποτέ για το συμβάν.
*****

“Μωρό μου, πάλι το τριαντάφυλλο κοιτάς;”, την ρώτησε ο Γρηγόρης και την πήρε αγκαλιά.
Η Βάσια τον αγκάλιασε με όλη της τη δύναμη και αφού τον φίλησε, πήγε να φτιάξει καφέ και για τους δύο, τον οποίο φυσικά θα έπιναν δίπλα στο παράθυρο της κρεβατοκάμαρας.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading