Καλοκαίρι και η σχολή έχει κλείσει! Ξεγνοιασιά, παρέες και μπανάκια. Φλερτ, βραδινές έξοδοι, καινούργιες γνωριμίες. Καλοκαιρινοί έρωτες ανθίζουν όπου κι αν κοιτάξεις.
Ο Δημήτρης, ο Μιχάλης και η Μυρτώ, κολλητοί από τα μικράτα τους, απολαμβάνουν ην ξεγνοιασιά του καλοκαιριού. Πότε παρέα όλοι, πότε με χωριστές παρέες ο καθένας. Ο καφές όμως, όπου τα τρία παιδιά μόνο, συζητούσαν τα νέα τους και τους προβληματισμούς τους, ιεροτελεστία εβδομαδιαία!
Πάντα μαζεύονται στο σπίτι της Μυρτώς, που φτιάχνει τον καλύτερο καφέ. Τώρα το καλοκαίρι, αράζουν στην πίσω αυλή του σπιτιού της με τις πολλές γλάστρες και τον ψηλό μαντρότοιχο κι αρχίζουν να ανοίγουν τις καρδιές τους.
Στην ημερήσια διάταξη, η σχέση του Μιχάλη. Τον τελευταίο καιρό, η Μυρτώ και ο Δημήτρης τον βλέπουν προβληματισμένο κι απόμακρο. Την περασμένη εβδομάδα και χθες, που βγήκαν μεγάλη παρέα και ήταν και η κοπέλα του Μιχάλη, η Λία, οι κεραίες τους έπιασαν ότι εμφανίστηκαν σύννεφα στον παράδεισο. Οπότε σήμερα είπαν να τον πιέσουν λίγο, να τα βγάλει από μέσα του.
Με τα πολλά, τους εξομολογήθηκε ότι η Λία μετακομίζει. Επίσης είναι αδιαπραγμάτευτα αρνητική στο να διατηρήσουν την σχέση τους, έστω κι από απόσταση. Μάλιστα σήμερα του ζήτησε να χωρίσουν από τώρα. Δεν κατάφερε να κρατηθεί, βούρκωσε όσο τους τα έλεγε.
Λίγες λέξεις, αλλά τον πονούσαν! Λίγες λέξεις, αλλά δεν χρειαζόταν περισσότερες. Η Μυρτώ και ο Δημήτρης ήξεραν πόσο την αγαπάει, πόσα όνειρα είχε κάνει για το μέλλον τους. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να τον ακούν. Δεν μπορούσαν να προτείνουν λύση, ούτε να προσφέρουν φτηνά λόγια παρηγοριάς, τύπου «θα βρεις άλλη».
Τις επόμενες μέρες ο Μιχάλης εξαφανίζεται. Μάταια τον παίρνουν τηλέφωνο και στέλνουν μηνύματα. Αρχικά σκέφτονται να του δώσουν λίγο χρόνο. Από τη μια ο χωρισμός, από την άλλη ξέσπασε μπροστά τους… Οι μέρες περνάνε όμως και γίνονται δύο εβδομάδες. Η ιεροτελεστία του καφέ τους διασπάστηκε.
Η Μυρτώ τα έχει πάρει. Είναι ένα πράγμα να δώσουν λίγο χρόνο στο φίλο τους κι εντελώς διαφορετικό να τους αφήνει ο Μιχάλης στην απ’ έξω. Πάει σπίτι του. Χτυπάει το κουδούνι. Ξανά καμμιά απάντηση. Κάνει το γύρο και μπαίνει από την πόρτα της κουζίνας. Μισοσκόταδο και αποπνιχτική μυρωδιά κλεισούρας και τσιγάρου. Άδεια μπουκάλια μπύρας τριγύρω. Ο Μιχάλης με τα ρούχα κοιμάται στον καναπέ.
Του φτιάχνει καφέ και ταυτόχρονα παίρνει τηλέφωνο τον Δημήτρη. Ξυπνάει το Μιχάλη, ωστόσο φτάνει και ο Δημήτρης. Τον αφήνουν να πιει δυο τζούρες καφέ κι αρχίζουν να του τα χώνουν!
«Έτσι τα είπαμε, ρε φιλαράκι; Εντάξει, χώρισες, αλλά εμάς γιατί μας κρατάς στην απ’ έξω;» Με τα πολλά, τα ξαναβρίσκουν. Η Μυρτώ και ο Δημήτρης είναι σαφώς πιο ήσυχοι, αφού τον είδαν κι είναι καλά.
Περνάει μια εβδομάδα, άφαντος πάλι ο Μιχάλης. Εν τω μεταξύ, ο Δημήτρης τρακάρει και σπάει το πόδι του. Η Μυρτώ κοντά του και παράλληλα προσπαθεί να βρει το Μιχάλη. Πάει πάλι από το σπίτι. Αυτή τη φορά, το μπυρομπούκαλα έχουν αντικατασταθεί από σκληρά ποτά. Ξανά του κάνει καφέ και τον χώνει στο μπάνιο, λέγοντας του τι έχει συμβεί.
Μέχρι να φτάσουν στο σπίτι του Δημήτρη, έχει καταφτάσει και η υπόλοιπη παρέα. Ευχές για περαστικά, σχέδια και αφιερώσεις στο γύψο και γέλια. Η ώρα περνάει, ένας ένας αποχωρεί. Μένουν στο μπαλκόνι οι τρεις τους. Ηρεμούν κι αγναντεύουν. Απολαμβάνουν την ηρεμία και το ηλιοβασίλεμα. Η Μυρτώ τελικά είναι αυτή που μιλάει πρώτη. «Ρε Μιχάλη τι συμβαίνει; Γιατί τέτοιο γράψιμο; Τράκαρε ο Δημήτρης και χρειαζόταν να σε φέρω σηκωτό να δεις το φίλο σου;». Ο Μιχάλης παίρνει μια βαθιά ανάσα. «Δεν μ’ αγαπάς πια;». Η Μυρτώ γελάει. «Σε αγαπάω γαμώτο, αλλιώς δεν θα με ένοιαζε. Η αλήθεια είναι όμως ότι αυτές τις μέρες, με αυτά που κάνεις, σε σέβομαι λιγότερο». Ο Μιχάλης μένει με το στόμα ανοιχτό! «Δημήτρη, εσύ δεν λες τίποτα;»
«Συμφωνώ μαζί της, φίλε». Ο Μιχάλη ταρακουνήθηκε, δεν του είχαν ξαναμιλήσει οι φίλοι του έτσι. Καληνυχτίζει. Από την επόμενη μέρα, μα καλά είναι, μα χάλια, επικοινωνεί με τα φιλαράκια του. Τα πήρε τα χαμπάρια του, τέρμα οι ανοησίες. Περνάει τακτικά από τον Δημήτρη, παίρνει μαζί του και την Μυρτώ. Λίγο κι άλλο λίγο το χαμόγελο γυρνάει στα χείλη του.
Μακαρίζει την τύχη του που έχει καλούς φίλους, που νοιάζονται και τον αγαπάνε και δεν φοβούνται να του τα χώσουν και να πουν σκληρές αλήθειες.
Τι ερωτευόμαστε σήμερα
