Κάθε μέρα έβλεπα το κοπελουδάκι να περνάει από το σοκάκι, μπροστά από το σπίτι μας, με όλη της την προσοχή συγκεντρωμένη στο πιάτο, με βήμα αργό και τελετουργικό, σαν σε λιτανεία. Χέρια τεντωμένα μπροστά, να κρατάει ισορροπία, βλέμμα σεμνό, ταπεινό, πάλευε να ισορροπήσει πάνω στις γλιστερές πέτρες με τη πράσινη γλίτσα και τα χορταράκια ολόγυρα, σαν ακροβάτισσα σε τεντωμένο σχοινί. Το πιάτο σκεπασμένο μ’ ένα κατάλευκο, αστραφτερό, άψογα σιδερωμένο πανάκι, μου φαίνεται πως είχε και περίτεχνη δανδελίτσα στις άκρες, φαντάζομαι πως θα ήταν δικό της έργο στο βελονάκι. Κάθε μέρα ευλαβικά, στις 12.00 το μεσημέρι και στις 6.00 τ απόγευμα- άκουγα τις καμπάνες της εκκλησίας που σήμαναν τις ώρες, γι’ αυτό ήμουν τόσο σίγουρη – περνούσε με τις μακριές της κοτσίδες σφιχτά πλεγμένες, καλοχτενισμένη, η χωρίστρα με χάρακα φτιαγμένη λες, με την φαρδιά της φούστα και την πεντακάθαρη πουκάμισα με τα μακριά μανίκια, χειμώνα καλοκαίρι!
Η μεταφορά του πιάτου, του πάντα ξέχειλου από μοσχομυριστά τηγανιτά και μαγειρευτά, δεν διευκόλυνε την πορεία της και η τόσο μεγάλη συγκέντρωση και προσήλωση, της έδινε μια όψη κωμική. Είχε μια σοβαρότητα, ο Θεός να με συγχωρέσει, σαν τους ιερείς που έφεραν τα σκεύη για τα Άγια Μυστήρια στις λειτουργίες ή κάποια νεοσύλλεκτα “παπαδάκια”, που με υπερβάλλοντα ζήλο και τεταμένες όλες τους τις αισθήσεις, κουβαλούσαν βαριά εξαπτέρυγα κι έτρεμαν, τα κακόμοιρα, μην γλιστρήσουν και βαρέσουν κατακέφαλα τον μπροστινό ή τον πλαϊνό διαλύοντας έτσι τη μυσταγωγία της πομπής – ή αλλοίμονο το κεφάλι του ψάλτη.
Μετρημένα λίγη ώρα αργότερα, με ακρίβεια δευτερολέπτων – σαν τώρα θυμάμαι τη γειτονιά να τρέχει στα κατώφλια, στα μπαλκόνια, στα παράθυρα, όπως όταν ακουγόταν το κουδούνι στη παράσταση του Καραγκιόζη που σηματοδοτούσε την αρχή του θεάματος και συγκέντρωνε το κοινό – θα ακουγόταν η φωνή της γριάς, χρωματισμένη με τραγικότητα, σαν άλλη ηρωίδα αρχαίου δράματος που την βρήκαν όλα του κόσμου τα δεινά κι οι συμφορές. Στην αρχή, σιγανά σαν μουρμουρητό θλιμμένο και πένθιμο κι ύστερα, σταδιακά κλιμακωνόταν σε σπαραγμό και θρήνο!
Στην αρχή, και πάντα, το πρελούδιο ήταν το «μοιρολόι» για τον λεβέντη της, τον θαλασσόλυκό της, που έπιανε πέτρα και γινόταν “μάλαμα”, που η ζωή τον προόριζε να διαβεί πόρτες “μεγάλες”, να έχει τύχη ζηλευτή αλλά η μοίρα του στράβωσε και τα έφερε έτσι και κατέληξε σε «λόγου» της!
Μετά συνέχιζε για τις πόσες και πόσες “αρχόντισσες” της που τον ζήτησαν κι εκείνη η «βαριόμοιρη» – αχ, ο «έξω από δω» την στράβωσε και δεν τις έκλεισε εκείνες τις «δουλειές» προξενιά τρανά – και να που τώρα έπεσε σε τούτη την «μισοριξιά» –
«Αχ και βαχ, εκεί που δεν χωρούσε η τρίχα σου χώρεσε η κεφαλή σου» κι άντε, πάλι γιατί να βρεθεί μπόσικη να πει το “ναι” και πώς να πάρει το λόγο της πίσω, που ήταν γυναίκα με λόγο και με κούτελο καθαρό…
Στην πραγματικότητα η φαιδρή αυτή ιστορία είχε αρχίσει πέντε μήνες νωρίτερα…
Καλύτερα να μην είχε ξημερώσει εκείνη η αποφράδα ημέρα για την γριά, που ο ταχυδρόμος την είχε φωνάξει στο χαγιάτι να παραλάβει το τηλεγράφημα του γιού της. Την περίμενε αυτή την μέρα, την φοβόταν και την έτρεμε, την «τραίναρε» όσο μπορούσε, μα το αναπόφευκτο συνέβη. Με το που διαβάζει λοιπόν το γράμμα, να σου την να πέσει να πεθάνει!
Τι να χτυπάει το στήθος της, τι να αφήνει ξέμπλεκα τα μαλλιά της και να σουρομαδιέται, τι να βαριαναστενάζει και να μοιρολογιέται στο κατώφλι της! Έτρεχαν οι γειτόνισσες αλαφιασμένες, που άκουγαν τα αλυχτίσματα της, όμοια με αυτά των σκυλιών, να την μαζέψουν από τα πλακάκια της αυλής, να την ποτίσουν νερό, να της τρίψουν με οινόπνευμα τα χέρια και τα ποδάρια μπας και συνέλθει! Και να τα «έγνοια σου» και να τα «μην κάνεις έτσι κερά» και δώς του οι παρηγοριές και τα «Ο Θεός θα δώσει».
Άμα κουραζόταν η κερά – γιατί για να καταφέρουν να την ηρεμήσουν ούτε λόγος – τότε μόνο έπιανε και μονολογούσε ξέπνοα «αχού, αχού» και «συμφορά μου» μέχρι να πέσει ο ήλιος και να μαζευτεί στο σπίτι της. Εκεί πια, ο κίνδυνος υπόβοσκε πάντα να μην βρεθεί καμιά αγαθιάρα γειτόνισσα και τολμήσει και της πει:
– Δεν είναι δα και το τέλος του κόσμου αυτό που σου τηλεγράφησε ο γιος σου, κερά! Πως θέλει πια να παντρευτεί και σου μηνά να βρεις την νύφη, ανάμεσα στις κοπελούδες του χωριού, κατά το έθιμο.
Ε, ρε και ποιος είδε την Κερά και δεν την φοβήθηκε! Θεριό ανήμερο γινόταν κι άρχιζε να εκστομίζει όποια κατάρα της ερχόταν στο μυαλό! Κι αν ήξερε κατάρες! Μα ποιός άντεχε να τις ακούει αυτές τις κατάρες που αγρίευαν κι έκαναν να πιάνει σύγκρυο όλο το χωριό! Όλα τα παντζούρια έκλειναν με πάταγο, μάνταλα κλείδωναν, κουρτίνες τραβιόταν, λάμπες έσβηναν, όλοι να σταυροκοπιούνται και να φτύνονται για προστασία!
Ορέ, τι να λιώνει σαν κεράκι, ρε τι αρρώστιες να την βρουν την οικογένειά της κι εκείνη, τι κόκκαλα, τι σάρκες, απ’ όλα είχε ο μπαξές κι όλα τα ανακάτευε και τα εκτόξευε η κυρά με στόμα απύλωτο γεμάτο δηλητήριο.
Μα όσο κι αν το πάλεψε, έπρεπε να συμμορφωθεί με την απόφαση του μοναχογιού της, γιατί πάντα υπήρχε ο κίνδυνος να τον ξελογιάσει καμιά «του σκοινιού και του παλουκιού» και να παντρευτεί καμιά αδέσποτη, ξεβράκωτη, βρωμιάρα, σαν αυτές που γύριζαν στα λιμάνια. Βέβαια, εκείνη έκρινε πως είχε τράτο ακόμα ο λεβέντης της, δεν τον είχαν πάρει, δα και τα χρόνια… Κι ύστερα, με τους παράδες που είχε μαζέψει, την καλύτερη θα έπαιρνε, κεριά θα ανάβανε τα δάχτυλά τους οι κυράδες του χωριού να τον κάμουνε γαμπρό τους. Ας είναι όμως… Το παλικάρι της ήταν άντρας με αρχές, μοσχαναθρεμμένος και σεβόταν την μάνα του και την γνώμη της. Άλλωστε, της μήνυσε να διαλέξει μια του γούστου της, αφού μαζί θα ζούσαν νύφη και πεθερά πια. Εκείνος θα ξεμπαρκάριζε, θα γινόταν το στεφάνωμα, Δόξα και Τιμή, θα «ξάπλωνε» μαζί της και μετά θα έφευγε πάλι για μπάρκο. Εκείνη έπρεπε να βρει νύφη και να την εγκρίνει, τι δουλειά έχουν οι άντρηδες με αυτά; Σάμπως, ξέρουν το συφέρον τους;
Σήκωσε λοιπόν μανίκια και με βαριά καρδιά άρχισε τις διαπραγματεύσεις στο χωριό για να βρεθεί η «τυχερή» που θα έδινε στον γιο της. Μεγάλη τύχη για οποιανδήποτε κι έπρεπε να τον ακριβοπληρώσουν! Αμ πώς; Έτσι θα συγγένευαν με όποιαν να ‘ναι; Του λιναριού τα πάθη θα περνούσε η νύφη μέχρι να είχε την έγκρισή της και να σεργιανούσε «αλά μπρατσέτα» στην πλατεία μαζί της!
Έτσι γινόταν στο χωριό, μόλις έκλεινε η δουλειά, αγκαζέ η πεθερά με την νύφη κατηφόριζαν στην πλατεία κορδωτές, κορδωτές να τις καμαρώσει ο κόσμος, να δουν τι σεβαστική είναι η νύφη προς την πεθερά. Αν την πρόσεχε, αν της ασπαζόταν το χέρι, αν ακολουθούσε τα ήθη και τα έθιμα της κοινωνίας τους.
Έσπαζε λοιπόν το κεφάλι της η κυρά, γιατί και το έργο της τούτο ήταν πολύ δύσκολο! Η νύφη έπρεπε να ‘ναι γέννημα θρέμμα του χωριού, πάππου προς πάππου – τι; να μην ξέρουν τη ρίζα και την φύτρα της;- να είναι καμιά ξενομερίτισσα; Από γονιούς τίμιους, βέβαια αγνή κι αμόλυντη, χαμηλοβλεπούσα, όχι όμορφη, προς Θεού και πάθουν καμιά ζημιά, οι όμορφες φέρνουν γρουσουζιά αλλά να βλέπεται, να μην «φοβίζει» και τον κόσμο με το παρουσιαστικό της.
Ποιος όμως θα τολμούσε, όσο και στον ήλιο μοίρα να μην είχε, να συμπεθεριάσει με την κυρά, που ήταν φόβος και τρόμος;
Το κοπελουδάκι, πάλι, που έβλεπα να περνάει από το στενάκι μας με τα φασκιωμένα πιάτα, ήθελε να φύγει, να γλιτώσει από το τίποτα του χωριού που άδειαζε. Άδειαζε από ανθρώπους, άδειαζε από φώτα, από ζεστασιά, άδειαζε από ζωή… Τα σπίτια έκλειναν, πόρτες, παντζούρια σφαλιζόταν… Όσοι είχαν μαζέψει πέντε φράγκα έφευγαν στις πόλεις. Πίσω είχαν μείνει οι γέροι, οι άτολμοι κι αυτοί που δεν έβλεπαν μακριά… πως το μέλλον ήταν αλλού!
Πλήξη κι ανία κι ορίζοντες περιορισμένοι για τους νέους που έμεναν πίσω. Σαν άλογο, ένιωθε, που ήθελε να καλπάσει προς τα εμπρός αλλά το κρατούσαν πίσω…
– Άσε με μάνα να πάω στην ταβέρνα της θειάς στην Λαμία. Αφού, λες πως «πιάνουν» τα χέρια μου. Να βοηθήσω εκείνη, να βοηθήσω εσένα, να μαζέψουμε κάτι και για την μικρή, να σε ξεκουράσω! Αφού το τελείωσα το γυμνάσιο!
Φρίκιασε η μάνα! Ποιος την άκουσε και δεν την φοβήθηκε! Να πάει μονάχη στην πόλη, ούτε λόγος! Πού ακούστηκε; Δεν την χτύπησε, μα να οι φωνές, να να κλείνει τα παραθύρια μην ξεχυθεί η ντροπή τους! Να γίνει μία από «εκείνες»; τις «σουρταφερτατζούδες»; Όχι, αυτό δεν το δεχόταν! Όχι, μ’ αυτό το καημό θα έφευγε…
Όλοι οι δρόμοι κλειστοί λοιπόν και παντού αδιέξοδα!
Περνούσε ο καιρός, τα χέρια της κοπελιάς ήταν δεμένα . Οι «καλές» κοπέλες – πόση καταπίεση κι απαγορεύσεις χωρούσε αυτό το επίθετο πια – έφευγαν από το σπίτι του πατέρα τους για να πάνε στο σπίτι του άντρα τους. Άλλος δρόμος δεν υπήρχε για τα «καλά» κορίτσια. Θα έπαιρνε όποιον της έφερναν, όποιον διάλεγε η μάνα της, με όποιον τα έβρισκαν στην προίκα. Εκείνη όμως, λαχταρούσε να μαγειρεύει, να δημιουργεί, να παίζει με γεύσεις, με χρώματα, με μυρωδιές… Μάταια!
——————————
Της τον έφεραν νύχτα τον γαμπρό! Νύχτα γινόταν στο χωριό οι επισκέψεις για τα προξενιά. Πίσσα γύρω, κατράμι. Στις εποχές εκείνες, φαίνεται πως οι άνθρωποι συνέχιζαν να είναι φοβισμένοι και μουδιασμένοι, τόσα χρόνια πόλεμοι, κατοχή κι εμφύλιος «έγραψαν» στην μνήμη και στην συμπεριφορά τους. Έμαθαν να φοβούνται, να φυλάγονται, κοινωνία μυστικοπάθειας και ψίθυρων…
Έλεγαν πως αν έβλεπες ανθρώπους να κουβαλάνε φανάρια μέσα στην νύχτα στο χωριό ή κάποιος παντρολογιόταν η κάποιος πέθαινε. Ναι! “Ή για γάμο ή για κηδεία” ξεκουβαλιόταν οι χωριανοί μέσα στα βαθιά σκοτάδια, γιατί οι δουλειές αυτές χρειαζόταν μυστικότητα και λεπτούς χειρισμούς για να «κλείσουν». Φαντάζεσαι να μην προχωρήσει το προξενιό και να ‘χει μαθευτεί; Πάει, «μουντζαλώθηκε»* η φήμη της κοπέλας. Γιατί αυτή θα έφταιγε… Πάντα οι γυναίκες έφταιγαν άλλωστε και τότε και τώρα και πάντα…
Τον κοίταζε αγουροξυπνημένη. Δεν της άρεσε! Μεγάλος της φάνηκε, πάνω κάτω τριάντα χρόνια τους χώριζαν, το κοστούμι του έπεφτε φαρδύ, σαν να «πήγαιναν» μόνα τους τα μπατζάκια του παντελονιού, χωρίς πόδια μέσα, κακοκουμπωμένο και φθαρμένο στα μανίκια και στο γιακά, είχε πια εκτελέσει την αποστολή του, χωρίς ελπίδα διαδοχής όμως, γιατί η μητέρα δεν καταλάβαινε από περιττά έξοδα, ήταν γυναίκα οικονόμα! Άλλες είναι οι χάρες του αντρού, του έλεγε.
Ο λεβέντης πάντως, που είχε αργήσει να πάρει το «οκέι» από την μάνα – κέρβερο, σαν να είχε κάπως μπει, συρρικνωθεί, ένα φοβισμένο, ζαρωμένο γεροντοπαλίκαρο έμοιαζε, με ένα κεφάλι με αραιές τρίχες, που πάσχιζαν να γραπωθούν στο ιδρωμένο κρανίο, στο καθήκον τους αλλά η προσπάθειά τους έδειχνε απέλπιδα!
Η μικρή, που σκεφτόταν πως ίσως θα ήταν μια διέξοδος να τον στεφανωθεί, αρκεί να την άφηνε να ασχολείται με το πάθος της, την μαγειρική, άκουσε μέσα στην νύστα της, την βραχνή φωνή της μέλλουσας πεθεράς να την προστάξει να σηκωθεί και να κάνει μια στροφή.
– Μμμμ… άφησε ένα μεγαλοπρεπές μουγκρητό ειρωνείας η πεθερά. Σαν αχαμνή να είσαι, μπας κι είσαι αρρωστιάρα και βάλεις στα έξοδα το γιό μου; Να σε τρέχει στους γιατρούς;
Μμμμμμμ, Αμ, η λεκάνη σου πολύ στενή είναι, παιδιά θα γεννήσεις ή κουτάβια;
Μμμμμμ, τα μαλλιά σου τι έχουν; Σαν να ‘ναι λιγοστά και τα δόντια σου… σαν να ‘σαι πιο μεστωμένη, μήπως κρύβετε χρόνια;
Με το στόμα θεόστραβο γεμάτο αηδία και τα χείλη μελανά από το σφίξιμο, παρατηρούσε με τα μικρούτσικα, πονηρά της ματάκια, πυροβολούσε με ερωτήσεις που έσταζαν δηλητήριο κι όλα πάνω της μαρτυρούσαν πλήρη απογοήτευση!
Όλα έδειχναν πως το προξενιό θα ναυαγούσε, όμως η γριά ήταν με την πλάτη στον τοίχο. Καμιά υποψήφια δεν ήθελε να συμπεθεριάσει μαζί της! Σκέφτηκε, λοιπόν να κερδίσει χρόνο και μηχανεύτηκε μια πονηριά. Ζήτησε από την μέλλουσα συμπεθέρα της, να «δοκιμάσει» το κορίτσι, στην νοικοκυροσύνη της, στην πάστρα της, στην μαγειρική της και πριν και πάνω απ’ όλα στην συμπεριφορά της. Απαίτησε να της φέρνουν κάθε μέρα δύο πιάτα φαγητό για ένα χρονικό διάστημα που εκείνη θα όριζε κι αν ήταν άξια στο τέλος θα ξαναμιλούσαν για την παντρειά. Στην πραγματικότητα, κέρδιζε χρόνο για να προκύψει κάποια καλύτερη «τύχη» γιατί καθόλου δεν ήταν του γούστου της, ούτε η κοπέλα, ούτε η προίκα της. Κι ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτηκε πως το κορίτσι ήταν ορφανό από πατέρα και ζούσε μέσα στην ανέχεια και στην φτώχεια.
Κάπως έτσι λοιπόν, ξεκίνησε και το καθημερινό μαρτύριο της κοπέλας που σαν άλλος Σίσυφος είχε «καταδικαστεί» να ανεβοκατεβάζει επί τρείς μήνες πιάτα, πιατέλες και πιατάκια, για να ευχαριστήσει – αν ήταν ποτέ δυνατό – την μέλλουσα πεθερά για να πει το «ναι».
Δεν έγινε γνωστό τι ειπώθηκε εκείνο το μεσημέρι στα μέσα, περίπου, του τέταρτου μήνα και πυροδότησε την παρακάτω σκηνή. Πάντως, το πιάτο με τα γιουβαρλάκια εκσφενδονίστηκε αστραπιαία, διάνυσε ευθεία πορεία και σαν άλλος ιπτάμενος δίσκος βρήκε την κυρά, που δεν ήξερε από πού της ήρθε το ξαφνικό, στο δόξα πατρί! Με την υπόκρουση μιας στριγκιάς κραυγής, μάλλον απορίας περισσότερο, που πρόλαβε να βγάλει, κατά σαν ζώου που του πάτησαν την ουρά, η σκηνή ήταν φαντασμαγορική! Αλλού παπάς! Αλλού τα ράσα του! Αλλού η γριά- προς τα πίσω με το τσεμπέρι να ανεμίζει – αλλού τα γυαλιά της στο πλάι, κάτι στραβό πατημένες παντόφλες να χαράζουν εκατέρωθεν ανεξάρτητες τροχιές! Άλλο να το λέω κι άλλο να το βλέπεις! Αυτό το είχαν δει μόνο όταν ερχόταν τσίρκο στο διπλανό κεφαλοχώρι.
Ευτυχώς ή δυστυχώς ήταν αρκετά ξερό κεφάλι ή την πήρε ξυστά, πάντως δεν την άφησε στον τόπο! Παρόλα αυτά οριζοντιώθηκε! Τ’ ανάσκελα η Κερά! Χέρια-πόδια στον αέρα, σαν αστερίας της θάλασσας! Μέχρι να συνειδητοποιήσει τι την είχε βρει και γιατί ήταν πασαλειμμένη με ρύζια, κιμάδες κι αυγολέμονο- το οποίο ήταν και πολύ πετυχημένο, να το καταθέσω αυτό – ορμάνε τα γατιά της αυλής, που ουδέποτε τάιζε, φρικτά κακομεταχειριζόταν, συστηματικά στρίμωχνε στην ξύλινη πόρτα και σαδιστικά έπνιγε, κι αρπάζουν από ένα γιουβαρλάκι και γιόρταζαν το Πάσχα, που για εκείνα είχε έρθει νωρίς, νωρίς!
Τσιγκούνα μέχρι αηδίας, ξεμαλλιασμένη κι έξαλλη, – άραγε για την πιατιά που της ξημέρωσε ο Θεός ή για το φαί που θα πήγαινε χαμένο, ακόμα δεν ξέρω να πω με σιγουριά- Μια εβδομάδα θα έβγαινε με τα γιουβαρλάκια, έτσι παχιά, παχιά που τα ‘χε πλάσει η μικρή – πετιέται επάνω σαν ελατήριο κι ενώ οι έκπληκτοι παρόντες γείτονες που στο μεταξύ είχαν μαζευτεί, περίμεναν να χιμήξει στην επίδοξη «δολοφόνα» εκείνη βρέθηκε στα τέσσερα μπουσουλώντας να μαζεύει τις κιμαδένιες μπάλες, να τις ξεσκονίζει από χώματα και πετραδάκια, όπως – όπως, με το ένα χέρι όμως, γιατί με το άλλο ριχνόταν στην μάχη με τα γατιά, πάλευε να τους αρπάξει ό,τι σωζόταν και κρατούσε τον μπούρλο που είχε αρχίζει να σχηματίζεται στο μέτωπό της!
Μέσα στην απόλυτη αμηχανία, με την γειτονιά να μην ξέρει να γελάσει ή να κλάψει και μερικούς τολμηρούς να ψιθυρίζουν στο κορίτσι «ν’ αγιάσει το χέρι σου παιδί μου», «καλά της έκανες», άρχισε να πλακώνει κόσμος κι από άλλες γειτονιές γιατί τέτοια θεάματα χαλάλι μέχρι κι εισιτήριο! Ανάμεσα σ’ αυτούς, και η μάνα της μικρής, η παρ’ ολίγον συμπεθέρα, που μέσα στην αναμπουμπούλα άρπαξε την «παγωμένη» κόρη της και την φυγάδευσε πριν ανασυγκροτηθεί η κερά και βάλει σε λειτουργία την φαρμακερή της γλωσσάρα. Είχε ήδη συνειδητοποιήσει η κακομοίρα πως στο χωριό δεν θα τους χωρούσε πια ο τόπος και πως η κερά δεν θα τους άφηνε να δουν στον ήλιο μοίρα.
Το περιστατικό μαθεύτηκε, πέρασε από στόμα σε στόμα, έγινε σούσουρο, έγινε ανέκδοτο, έγινε διήγημα και απαραίτητη αφήγηση τις νύχτες που μαζευόταν οι χωριανοί και λαχταρούσαν να γελάσουν με την καρδιά τους. Σύντομα ξεπέρασε και τα σύνορα του χωριού – Η κερά που έγινε «αυγολέμονο», έγινε μέρος της παράδοσης του τόπου και της ευρύτερης περιοχής, γιατί πώς να πεις αλλιώς κάτι που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά και στις επόμενες γενιές;
Όσο κι αν το περιστατικό ήταν τραγελαφικό, εκείνο που έκανε την ιστορία συναρπαστική, ήταν πως είχε και απρόσμενα καλή εξέλιξη. Η μικρή, που μαζί με την μάνα και την αδελφή της κατέφυγαν στην διπλανή κωμόπολη και στους εκεί συγγενείς, δούλεψε στην ταβέρνα της θείας της, βάζοντας τόσο μεράκι και πάθος στις συνταγές, που έφτανε κόσμος και ντουνιάς για να τις δοκιμάσει. Σύντομα, απέκτησε τέτοια φήμη που η ταβέρνα δεν χωρούσε όλους τους πελάτες, επεκτάθηκε και η επιτυχία που είχε, πέταξε πέρα από τη Λαμία κι έφτασε και στην πρωτεύουσα. Το κοπελάκι έγινε μαγείρισσα μεγάλη και τρανή κι έμπνευση για όσους έχουν ένα όνειρο και λαχταρούν να το πραγματοποιήσουν.
*μούντζα < μουντζούρα από την συνήθεια που είχαν στο Βυζάντιο να μουντζουρώνουν με την βαμμένη με κάρβουνο παλάμη τους, το πρόσωπο ανθρώπων που είχαν υποπέσει σε ολισθήματα.
Ασπασία Κουρέπη
