Για ακόμα μια φορά ο Άλεξ τσακώθηκε άσχημα με τους γονείς του και τώρα έσπρωχνε πέρα δώθε τις τηγανιτές πατάτες στον δίσκο.
«Τι έχεις ρε και δεν τρως;» τον ρώτησε ο Φελίπε.
«Τα ίδια».
«Μάλιστα. Γιατί δεν ξεκολλάς λίγο και εσύ;»
«Δεν μπορώ», παράτησε το φαΐ του.
«Ρε φίλε, δουλεύουν σαν μανιακοί, έχεις δίκιο. Αλλά έχεις ό,τι θες. Και εγώ δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που έφαγα μαζί τους. Αλλά δεν θυμάμαι και την τελευταία που πείνασα».
«Εγώ ποτέ πάντως», ρούφηξε το παγωμένο τσάι η Ναταλία. Κοίταξε την καινούρια της τσάντα και τέντωσε τα πόδια να φαίνονται καλά και τα αθλητικά της. «Γι’ αυτό ποτέ δεν πρήζω τους δικούς μου».
Η Ολίβια άφησε τον δίσκο της και έκατσε μαζί τους. Τους ρώτησε για την εργασία που τους έβαλε η καθηγήτρια της φυσικής και άλλαξαν θέμα.
Στο σχόλασμα, τους πέτυχε η παρέα του Καρλ στους διαδρόμους. Ήταν πέντε αγόρια που τους άρεσε να επιδεικνύουν όσα είχαν, λεφτά και δύναμη.
«Ο φτωχός», τον έδειχναν και γελούσαν, γιατί αυτό σημαίνει να έχεις διαφορετική αντίληψη από τον περίγυρό σου. Ήταν το συνηθισμένο σχόλιο από την παρέα του Καρλ.
Είχαν μάθει για τους καυγάδες του Άλεξ με τους γονείς του, τον έβλεπαν να πηγαινοέρχεται στο ιδιωτικό σχολείο με το λεωφορείο, να κάνει παρέα με εκείνο το παιδί που είχε έρθει με υποτροφία, τον Φελίπε. Είχαν δει ότι βοηθούσε μια γιαγιά με τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ ενώ εκείνοι γυρνούσαν από το μάθημα τένις στο κέντρο, κάθε Τρίτη απόγευμα. Του έκλειναν τον δρόμο μόλις περνούσαν δίπλα του πάνω στον πλακόστρωτο και τον ανάγκαζαν να κάνει μανούβρες με τις τσάντες για να περάσει. Η ηλικιωμένη τους έβριζε στα ιταλικά κάθε φορά. Είχαν ακούσει ότι κάθε πρώτη του μήνα που έμπαινε το χαρτζιλίκι του στον λογαριασμό του, σήκωνε ένα ποσό και το έδινε στον επιστάτη που είχε θέματα υγείας και στην καθαρίστρια που ήταν μόνη μαμά. Πέρσι τα Χριστούγεννα τους έκανε δώρο από ένα πουλόβερ στον καθένα. Είχαν υποψιαστεί ότι στις γιορτές, όταν εκείνοι αναγκάζονταν να παρευρεθούν σε ένα σωρό δεξιώσεις με τους γονείς τους, ο Άλεξ πάντα έλειπε, γιατί πιθανόν να βοηθούσε τίποτα άστεγους και να ανακάτευε σούπες σε κάποια κοινωνική κουζίνα. Είχαν αρχίσει να βαριούνται και να σκέφτονται σοβαρά να τον κάνουν να φύγει. Μία λύση υπήρχε. Θα πλήρωναν τον Πάτρικ, που ήταν ο φόβος και ο τρόμος των μαθητών, να τον σπάσει στο ξύλο. Έκλεισαν την ημέρα και το μέρος. Την Παρασκευή το μεσημέρι, μετά το σχόλασμα, στο πάρκινγκ του σχολείου.
Έτσι και έγινε. Ο Πάτρικ είχε στηθεί σε μία γωνία και περίμενε τον Άλεξ, αλλά η ώρα περνούσε και δεν εμφανιζόταν. «Λες να το κατάλαβε;» σκέφτηκε και αποφάσισε να εγκαταλείψει το σχέδιο. Πουθενά όμως και λιμουζίνα του. «Πού είσαι;» φώναξε στο τηλέφωνο.
«Στην είσοδο», είπε αγχωμένος οδηγός.
Πήγε να τον βρει και είδε το αμάξι στη μέση του δρόμου με ανεβασμένο το καπό, τα άλλα αυτοκίνητα έκαναν κύκλους και ο οδηγός είχε χάσει το χρώμα του.
«Τι έγινε;» του φώναξε ενώ περπατούσε νευριασμένος προς το μέρος του.
«Έτοιμο!» έκλεισε το καπό ο Άλεξ και ο Πάτρικ ξαφνιάστηκε που δεν τον είχε δει. Πήγε κοντά, του έδωσε το χέρι και δεν είπε κουβέντα. Δεν πρόκειται να έκανε κακό ποτέ σε κάποιον που τον είχε βοηθήσει.
«Μια λύση υπάρχει. Η Ντόνα», οργάνωσε ξανά την ομάδα ο Καρλ. «Θα τον κάνεις να σε ερωτευτεί και μετά θα τον γελοιοποιήσουμε. Απλό και διαχρονικό. Θα θέλει να εξαφανιστεί από προσώπου γης!».
Έτσι λοιπόν, η Ντόνα άρχισε να πλησιάζει τον Άλεξ, να χαμογελά όταν περνούσε από δίπλα της, να τον αγγίζει τυχαία ή να πέφτει πάνω του με όλα της τα πράγματα ώστε να τα μαζέψει εκείνος και να νιώσει σημαντικός στη ζωή της. Άρχισαν να δουλεύουν μαζί τις εργασίες, να πηγαίνουν βόλτες στο πάρκο και ειδικά στη λίμνη, να τρώνε το μεσημέρι μαζί στο εστιατόριο και να πηγαίνουν χέρι χέρι στα μαθήματα ευρωπαϊκής μουσικής κάθε Τετάρτη απόγευμα. Το πρώτο τους φιλί ήταν φυσικά δίπλα στη λίμνη που πήγαιναν συχνά με μία μπαγκέτα ψωμί για να ταΐζουν τις πάπιες. Έπρεπε να τον πείσει να βρεθούν εκεί ένα βράδυ για να κολυμπήσουν. Αυτή θα έβγαινε ξαφνικά, θα του έπαιρνε τα ρούχα και θα τον άφηνε γυμνό και ντροπιασμένο. Αν κατάφερνε να βγάλει και καμία φωτογραφία θα ήταν το τέλειο!
Τα άκουσαν όλα η Ναταλία και η Ολίβια που είχαν σκαρφαλώσει στις τουαλέτες και κρατούσαν την ανάσα τους μέχρι να φύγει η συμμορία των πλουσιόπαιδων.
«Φελίπε! Πού είναι ο Άλεξ; Πρέπει να του μιλήσουμε!» είπαν με μια φωνή.
«Ήρεμα! Τι έγινε; Ερχόταν να σας φωνάξει στις τουαλέτες, γιατί μας θέλει η κυρία Ρία στην μεγάλη αίθουσα».
«Ερχόταν σε εμάς;» κοιτάχτηκαν τα κορίτσια. «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Ήταν από έξω και τα άκουσε όλα!»
«Τι λέτε;»
«Πάμε να τον βρούμε και θα στα πούμε στην διαδρομή!»
Όταν το σχολείο τελείωσε, ο Άλεξ ήταν ήδη δύο ώρες άφαντος, οι γονείς του ανάστατοι και η αστυνομία έκανε σε όλους ερωτήσεις. Η πόλη κινητοποιήθηκε. Οι συμμαθητές και οι καθηγητές μοίρασαν τα τετράγωνα και άρχισαν να ψάχνουν.
«Δεν νομίζω να κάνει…» δεν μπορούσε καν να το σκεφτεί η Ναταλία.
«Ελπίζω όχι. Δεν το πιστεύω», ξεφύσηξε ο Φελίπε.
Οι καθηγητές έφυγαν βόρεια με τον επιστάτη και την καθαρίστρια, η Ολίβια με τους συμμαθητές πήραν την δυτική πλευρά, νότια που ήταν το κέντρο το όργωνε η αστυνομία, οι γονείς και η ηλικιωμένη από το σούπερ μάρκετ. Βλέποντας την φωτογραφία του Άλεξ, περαστικοί, άστεγοι και ζητιάνοι αμέσως μπήκαν στην αναζήτηση.
«Το πλουσιόπαιδο που μου δίνει φαγητό είναι αυτό».
Η Ντόνα, που έμαθε ότι ο Άλεξ κρυφάκουσε όλη την συζήτηση και έμαθε την αλήθεια, έκλαιγε τώρα από τύψεις μήπως έκανε κακό στον εαυτό του. Εγκατέλειψε την συμμορία και προτίμησε τους άστεγους για συντροφιά.
«Ξέρω πού πήγε!» ξαφνικά θυμήθηκε το αγαπημένο του μέρος.
Σε λίγη ώρα είχαν μαζευτεί όλοι στα προάστια, στην λίμνη με τις πάπιες. Ο Άλεξ καθόταν στο χώμα και πετούσε χοντρά κομμάτια ψωμί όταν γύρισε και τους είδε όλους μαζεμένους πίσω του. Οι γονείς του πήγαν πρώτοι και τον αγκάλιασαν σφιχτά. Εκείνος ζήτησε συγγνώμη που έφυγε χωρίς να πει τίποτα και προκάλεσε όλη αυτή την αναστάτωση. Τους είπε όλη την αλήθεια για όσα ένιωθε για την οικογένειά του, αλλά και για όσα περνούσε στο σχολείο με τους νταήδες. Κάποιοι γονείς τράβηξαν κοντά τα παιδιά τους και τα αγκάλιασαν ανακουφισμένοι.
«Συγγνώμη», πήγε κοντά του η Ντόνα που ειλικρινά είχε τρομάξει.
«Φίλοι», έδωσε το χέρι του ο Άλεξ. «Οι υπόλοιποι;»
«Δεν βλέπουν ότι έκαναν κάτι λάθος».
«Ας βεβαιωθούμε τότε ότι δεν θα επαναληφθεί», υποσχέθηκε ο διευθυντής Έρικ. Ήταν ο πρώτος και μοναδικός που πήρε μέτρα στο σχολείο κατά του σχολικού εκφοβισμού, παρά τις οδηγίες του κράτους για ιδιωτικά και δημόσια όπου οι υποθέσεις έπρεπε διακριτικά να μπαίνουν στο συρτάρι. Οι προηγούμενοι και οι επόμενοι υποστήριζαν ότι δεν έπρεπε να στιγματιστεί το παιδί, αλλά εννοούσαν να μην στιγματιστεί το σχολείο.
«Με τρόμαξες», έδωσαν τα χέρια με τον Φελίπε. «Κοίτα, όλον αυτόν κόσμο!»
Ο Άλεξ χαμογέλασε. «Αυτό δεν το αγόρασα με τα λεφτά μου, φίλε μου. Το απέκτησα με τον πλούτο μου».
C.C.
