“Φιλενάδα, το πίστευες ποτέ ότι στα 50 μας θα βγαίναμε για ποτό μετά τις 11;”, είπε η Ευαγγελία στην Ιωάννα και σήκωσε το ποτήρι με το μαρτίνι για να τσουγκρίσουν.
Η Ιωάννα, από την άλλη, δεν ένιωθε και τόσο άνετα όσο η φίλη της.
“Καλέ μην φωνάζεις! Ρεζίλι θα γίνουμε! Άσε τις προπόσεις! Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς με έπεισες να έρθω εδώ απόψε! Όλο μικρά παιδιά έχει! Τι δουλειά έχουμε εμείς εδώ μέσα; Και αυτή η μουσική! Εκκωφαντική! Ούτε τον εαυτό μου δεν ακούω!”, είπε με εμφανή τον θυμό στα μάτια και την φωνή της η Ιωάννα.
Η Ευαγγελία αντέδρασε σαν να μην την άκουσε ποτέ. Σηκώθηκε όρθια και άρχισε να χορεύει ένα χιτ που της ήταν οικείο, μιας και το είχε ακούσει πρόσφατα. Το έβαζε κάθε βράδυ, πριν βγει, η κόρη της και της άρεσε κι εκείνης.
“Ρε Ευαγγελία τι κάνεις;”, την ρώτησε με γουρλωμένα μάτια η Ιωάννα και την τράβηξε από το χέρι με δύναμη για να καθίσει πάλι στο σταντ. “Δεν φτάνει που το παίζουμε παιδούλες, ενώ έχουμε παιδιά άνω των 20, πρέπει να μας πάρει είδηση όλο το μαγαζί; Κάτσε να τελειώσουμε το ποτό μας και να φύγουμε! Άντε!”
“Πω πω! Τι σχέση έχει που έχουμε παιδιά δηλαδή; Η ζωή τελειώνει για εμάς όταν αρχίζει για εκείνα; Για στάσου μια στιγμή ρε Ιωάννα! Γκρινιάζεις τόση ώρα και δεν μιλάω. Είμαστε δύο χωρισμένες, κατά τα άλλα πανέμορφες γυναίκες, που προσέχουν τον εαυτό τους και βγήκαμε να πιούμε και να ξενυχτίσουμε. Το κακό που είναι; Τι θα έπρεπε να κάνουμε δηλαδή; Να πάμε σε κάποιο ξενέρωτο κουτούκι με μπαρμπάδες; Κοίταξε γύρω σου τι όμορφα πλάσματα υπάρχουν! Νιάτα! Και μην μου πεις ότι έχεις γιο στην ηλικία τους! Νισάφι πια με αυτή την καραμέλα! Χαμόγελα λίγο, διασκέδασέ το, άσε τον εαυτό σου ελεύθερο! Όλο το παρελθόν θα σκέφτεσαι ή τον γιο σου, που στο κάτω κάτω σου έδωσε και τις ευχές του για απόψε;”
Η Ιωάννα την κοίταζε αποσβολωμένη. Ήπιε μια γενναία γουλιά από το ποτό της και της απάντησε: “Ξέρεις κάτι; Το χρειαζόμουν το κράξιμο!”
Γέλασαν δυνατά και οι δύο.
Το δυνατό γέλιο κέντρισε το ενδιαφέρον ενός άντρα που καθόταν κοντά τους. Ακούστηκε τόσο πηγαίο, κάτι που του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, μιας και το αυτί του ήταν συνηθισμένο σε ψεύτικα, τυποποιημένα γέλια από κορίτσια της ηλικίας του, που στο βωμό του να μην χαλάσουν την “τέλεια” εξωτερική τους εικόνα, πρόσεχαν ακόμα και το πώς θα γελάσουν.
“Ε μ@λ@κ@ Πέτρο, σου μιλάω! Πού κοιτάς;”, του είπε ο φίλος του και συνέχισε να του διαβάζει την συνομιλία που είχε με την πρώην του στο chat.
Ο Πέτρος εγκατέλειψε γρήγορα την προσπάθεια να “ανακαλύψει” από πού προήλθε αυτό το υπέροχο γέλιο και εστίασε – αν και βαριόταν τρομερά να ξανακούσει τα ίδια – στα όσα είχε να του πει ο Πάνος. Είχε θυσιάσει και τη δουλειά του απόψε για να συμπαρασταθεί στον φρεσκοχωρισμένο φίλο του, που η δικιά του τον άφησε για κάποιον που θα μπορούσε να της παρέχει τη ζωή που ήθελε…
“Ρε Πάνο, να σε ρωτήσω κάτι;”, τον διέκοψε, “Γιατί αναλώνεσαι έτσι; Είμαστε 22 χρονών και αλήθεια πιστεύεις ότι αυτή ψάχνει να φτιάξει τη ζωή της ή να κάνει τη ζωή που θα ήθελε να προβάλει στα social;”
“Μιλάς εκ του ασφαλούς!”
“Γιατί;”
“Γιατί ρε φίλε είσαι το όνειρο κάθε γυναίκας! Ωραίος, με γυμνασμένο σώμα, λεφτά με το τσουβάλι και ξέρεις και όλα τα κόλπα στο κρεβάτι! Ενώ εγώ; Μεροκάματο και με κοιλίτσα!”
“Έχεις πλάκα ρε Πάνο! Να σου θυμίσω ότι δεν μπορώ να σταυρώσω σχέση; Μόλις μάθουν τι δουλειά κάνω, πρώτα με βρίζουν και μετά εξαφανίζονται! Μην τα λες, λοιπόν, όπως θέλεις! Κοίτα καλύτερα να βρεις μια σοβαρή κοπέλα και άσε τις “κούκλες του Instagram”.”.
Πριν προλάβει να απαντήσει ο Πάνος, ο Πέτρος πετάχτηκε όρθιος. Ένιωσε κάτι υγρό στον αγκώνα του και μετά στο δεξί του πλευρό. Ένα ρυάκι Bloody Mary ξεκινούσε από το ποτήρι που βρισκόταν λίγα μέτρα πίσω του και κατέληγε πάνω του.
“Πω πω! Χίλια συγνώμη! Πώς σε έκανα έτσι αγόρι μου; Κάτσε να σε σκουπίσω!” είπε με εμφανή την ταραχή στη φωνή της η Ιωάννα και άρπαξε γρήγορα την χαρτοπετσέτα που υπήρχε κάτω από τους ξηρούς καρπούς, που συνόδευαν το ποτό της, για να τον σκουπίσει. Δεν είχε καν σηκώσει το βλέμμα της να δει ποιον έκανε χάλια, μα μόλις ακούμπησε το χέρι της στους πλαϊνούς του κοιλιακούς για να συμμαζέψει ό,τι μπορούσε από το ποτό που έριξε πάνω του, ένα ηλεκτρικό ρεύμα τη διαπέρασε και έμεινε ακίνητη. Εκεί. Να κοιτάζει το χέρι της πάνω του.
Ο Πέτρος γέλασε, μιας και ήταν συνηθισμένος σε τέτοιες αντιδράσεις από πλευράς γυναικών…
“Δεν πειράζει” , την καθησύχασε και της έπιασε το χέρι το οποίο κυριολεκτικά χάθηκε μέσα στα δικά του. “Συμβαίνουν αυτά. Σε ευχαριστώ πολύ για την περιποίηση, αλλά θα βοηθούσε αν ήξερα το όνομα της όμορφης κυρίας που μετέτρεψε το λευκό μου μπλουζάκι σε… ντοματί!”
Η Ιωάννα τότε σήκωσε το βλέμμα της και χωρίς να κάνει κάποια προσπάθεια να πάρει το χέρι της μέσα από τις χούφτες του, αντίκρισε δυο μελί μάτια, μια υπέροχη μύτη, δύο ροδαλά χείλη, γύρω τους μαύρα μούσια, μαύρη κώμη σε κοτσάκι, έναν μεγάλο και ψηλό λαιμό, ένα σώμα που πάνω του είχε κολλήσει η βρεγμένη από το ποτό μπλούζα και ατελείωτα άκρα, που δικαιολογούσαν και το ύψος του νεαρού άντρα που είχε απέναντί της.
Δεν έλεγε κουβέντα, πάρα τον κοίταζε με το στόμα ανοιχτό κι εκείνος περίμενε υπομονετικά πότε το βλέμμα της θα επανέλθει στα μάτια του για να επαναλάβει την ερώτηση.
“Ιωάννα! Την φίλη μου την λένε Ιωάννα! Συγχώρεσέ την, δεν είναι στα καλύτερά της απόψε.”, του είπε η Ευαγγελία προσπαθώντας να συγκρατήσει τη χαρά της με αυτό που έβλεπε να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια της.
“Πολύ ωραίο όνομα. Μου αρέσει το Ιωάννα… πόσο μάλλον όταν συνοδεύεται από τέτοιο παρουσιαστικό! Μήπως να πιούμε ένα ποτό μαζί έτσι όπως τα έφερε η βραδιά; Από εδώ ο φίλος μου ο Πάνος.”, είπε με χαμόγελο ο Πέτρος.
“Τι κάνεις τώρα;”, τον ρώτησε ο Πάνος, τραβώντας τον προς το μέρος του. “Με αυτές θα κάτσουμε; Δεν τις βλέπεις πώς είναι;”
“Ακριβώς επειδή κάτι τέτοιο με ενδιαφέρει και το ξέρεις, αν θέλεις κάτσε μαζί μας, αλλιώς το μαγαζί είναι όλο φαντασμένες μικρές! Να, αυτές από εκεί, όλο εσένα κοιτάνε! Πήγαινε μιλά τους!”, του απάντησε κοφτά ο Πέτρος και ο Πάνος έπραξε αναλόγως. Ήταν και μια καλή ευκαιρία να σταματήσει να κλαίγεται για την πρώην και να κοιτάξει να περάσει καλά απόψε.
Η Ιωάννα ακόμα να σταυρώσει λέξη.
Ο Πέτρος πήρε το σκαμπό του κι έκατσε δίπλα της.
“Λοιπόν, Ιωάννα, ποιος καλός άνεμος σε έφερε απόψε εδώ;”, την ρώτησε κι εκείνη πήρε πια την απόφαση ότι έπρεπε να συζητήσει με τον άνθρωπο. Δεν φτάνει που τον λέρωσε, του φέρεται και απρεπώς. Τρεις φορές της απηύθυνε το λόγο και απάντηση δεν πήρε.
“Με συγχωρείς! Είναι λίγο πρωτόγνωρα για μένα όλα αυτά απόψε… Βλέπεις, έχω να βγω αρκετά χρόνια σε κλαμπ ή όπως τα λέτε εσείς οι νέοι και η δυνατή μουσική σε συνδυασμό με την κούραση, λόγω ηλικίας, δεν μου επιτρέπει να είμαι όσο λειτουργική θα ήθελα. Ούτε το όνομά σου δεν έχω ρωτήσει!”
“Α Ιωάννα, θα σε μαλώσω!”, της είπε ο Πέτρος και της πέρασε τα μαλλιά πίσω από το αριστερό της αυτί. “Έχεις ήδη αναφερθεί δύο φορές σε ηλικίες! Εγώ βλέπω μια πολύ όμορφη, μελαχρινή, με πράσινα μάτια και στυλ που την κολακεύει γυναίκα. Τίποτε άλλο… Πέτρος.”
Η Ιωάννα του χαμογέλασε, ενώ τα μάγουλα της είχαν κοκκινίσει από την ντροπή. “Πώς μπορεί αυτός που είναι περίπου 30 χρόνια μικρότερός μου, να με βλέπει με τέτοιον τρόπο και να μου το λέει κιόλας!”, σκεφτόταν όσο της μίλαγε.
“Μίλα μου για σένα”, την παρότρυνε και αφού παρήγγειλαν το ποτό τους, η Ευαγγελία τους καληνύχτισε κι έφυγε με ένα τεράστιο χαμόγελο. Αυτή η βραδιά θα έμενε αξέχαστη στη φίλη της. Ο σκοπός επετεύχθη!
Όντως η νύχτα κύλησε με τους δύο να μιλάνε και να αγγίζονται χωρίς να υπάρχουν δεύτερες σκέψεις περί ηλικίας. Οι απόψεις τους ταίριαζαν τέλεια, άνοιξαν πολλά θέματα συζήτησης και σε όλα κατέληγαν στο να συμφωνούν ο ένας με τον άλλον.
Όταν πια είχε περάσει αρκετά η ώρα και ακόμα και το μαγαζί άρχιζε να αδειάζει, η Ιωάννα ένιωσε κουρασμένη και πρότεινε να φύγουν.
“Θα σε πάω εγώ σπίτι, δεν το συζητώ!”, της είπε ο Πέτρος κι έτσι έγινε.
Όταν έφτασαν κάτω από το σπίτι της, η Ιωάννα τον ρώτησε αν θα ήθελε να ανέβει πάνω να του φτιάξει έναν καφέ για να μπορέσει να συνεχίσει τον δρόμο του. Έμεναν σε εντελώς διαφορετικά προάστια κι έτσι είχε μπροστά του μια ώρα γεμάτη για να φτάσει στον προορισμό του.
“Ευχαρίστως”, της απάντησε ο Πέτρος και αφού πάρκαραν το αμάξι έξω από το σπίτι ανέβηκαν πάνω.
Μόλις η Ιωάννα άνοιξε την πόρτα, ασυναίσθητα έβγαλε τα παπούτσια της και το ίδιο μιμήθηκε και ο Πέτρος.
“Αχ μην ξεβολεύεσαι, σε παρακαλώ!”, του είπε η Ιωάννα “βάλε τα παπούτσια σου.”
“Κι αν δεν θέλω;”, την ρώτησε ο Πέτρος κι άρχισε να βγάζει τη μπλούζα του. Στο θέαμα του γυμνού κορμού του η Ιωάννα έμεινε, πάλι, στήλη άλατος.
Ο Πέτρος την πλησίασε και τη φίλησε. Εκείνη ανταπέδωσε. Την πήγε αγκαλιά στο υπνοδωμάτιο και αφού την ξάπλωσε στο κρεβάτι, άρχισε να της βγάζει τα ρούχα, αργά και βασανιστικά, περνώντας τα χείλη του από κάθε σπιθαμή του κορμιού της.
Η Ιωάννα αφέθηκε ολοκληρωτικά. Είχε να νιώσει γυναίκα από τα πρώτα χρόνια του γάμου της κι απόψε αυτός ο νεαρός της το θύμισε!
Το επόμενο πρωί, όταν η Ιωάννα ξύπνησε, ο Πέτρος δεν ήταν δίπλα της. Σηκώθηκε ολόγυμνη, μέσα σε πανικό για να πάει στο μπάνιο, σκεπτόμενη πόσο χαζή ήταν που νόμιζε ότι θα υπήρχε και συνέχεια μεταξύ τους. Ώσπου τον είδε με το μποξεράκι στην κουζίνα να φτιάχνει πρωινό!
“Καλημέρα”, της είπε και τη φίλησε “Ελπίζω να σου αρέσουν τα pancakes. Ντύσου κι έλα να φάμε.”
Η Ιωάννα κοκκίνισε και πάλι από ντροπή που ήταν ολόγυμνη μπροστά του, άλλο που το προηγούμενο βράδυ είχε αφεθεί ακριβώς έτσι στα χέρια του…
Πήγε στο δωμάτιο, έβαλε ένα νυχτικό, έπλυνε το πρόσωπό της στο προσωπικό της μπάνιο και βγήκε στην κουζίνα να φάνε μαζί.
Μίλησαν και πάλι αρκετά και όταν πια τελείωσαν το πρωϊνό, ο Πέτρος της ανακοίνωσε μετά λύπης του ότι έπρεπε να φύγει. Την φίλησε και πήγε στο υπνοδωμάτιο.
Όσο ετοιμαζόταν, ακούστηκε το κουδούνι της εξώπορτας.
“Αγόρι μου καλημέρα! Τι κάνεις εδώ, Κυριακή πρωί;”, ακούστηκε η Ιωάννα από μέσα.
“Καλημέρα μαμά, ήρθα να δω πώς πήγε η βραδινή έξοδος κι αν κρίνω από τα διπλά σερβίτσια στο τραπέζι, πολύ καλά! Α ρε μάνα, επιτέλους! Ξύπνησες! Ασχολήθηκες με σένα! Μπράβο!”, της είπε ο γιος της, ο Φάνης και την φίλησε στο μέτωπο. “Είναι εδώ ο τυχερός;”, τη ρώτησε και της έκλεισε το μάτι.
Τότε βγήκε από το υπνοδωμάτιο ο Πέτρος και μόλις αντίκρισαν ο ένας τον άλλον γούρλωσαν τα μάτια κι επικράτησε ανησυχητική σιωπή….
Μετά από κάποια δευτερόλεπτα, ο Φάνης όρμηξε πάνω στον Πέτρο και τον έπιασε από τον γιακά.
“Με τη μάνα μου ρε; Τόσες υπάρχουν κι εσύ ήρθες να τα πάρεις από αυτήν;”, ούρλιαζε μπροστά στο πρόσωπο του Πέτρου.
Ο Πέτρος, υπερέχοντας σε δύναμη, αφού απομάκρυνε τα χέρια του από το ρούχο του, του απάντησε:
“Τυχαία γνωριστήκαμε χτες στο κλαμπ που είχε έρθει με τη φίλη της. Δεν της έχω πει κάτι ακόμα, ούτε θα της έλεγα. Πέρασα πολύ ωραία με την Ιωάννα και δεν είχα σκοπό να το δω ως δουλειά. Στη τελική, πού να ξέρω ότι είναι η μάνα σου ρε φίλε;”
“Άσε μας ρε που μας κάνεις και χάρη! Ξεκουμπίσου καραγκιόζη! Και μην την ξαναενοχλήσεις! Να ψάξεις να βρεις άλλες να τους πουλήσεις τις υπηρεσίες σου!”
Τότε η Ιωάννα μπήκε στη μέση.
“Για ηρεμήστε λίγο, γιατί μιλάτε για μένα σαν να μην είμαι μπροστά! Από πού γνωρίζεστε; Πέτρο, τι λέει ο γιος μου; Ποιες υπηρεσίες;”, τον ρώτησε και τα μάτια της βούρκωσαν.
“Να, Ιωάννα… βλέπεις, το επάγγελμά μου, το οποίο απέφευγα να σου αναφέρω όλη νύχτα, είναι… σύνοδος κυριών. Μα με σένα ήταν διαφορετικά! Δεν σε είδα ως άλλη μια κυρία ως εξυπηρέτηση. Δεν δούλευα χτες. Ήθελα να είμαι και να πλαγιάσω μαζί σου. Δεν μετάνιωσα στιγμή!”
Τα μάτια της Ιωάννας από πράσινα έγιναν κατακόκκινα και δάκρυα έτρεχαν σε μεγάλες σταγόνες που κατέληγαν στον λαιμό της.
“Φύγε!”, του είπε με τρεμάμενη φωνή και του έδειξε την πόρτα.
Ο Πέτρος κατέβασε το κεφάλι κι έφυγε, ενώ ο Φάνης τον κοιτούσε με απόλυτο μίσος μέχρι να κλείσει την πόρτα πίσω του.
Την Ιωάννα δεν τη βαστούσαν άλλο τα πόδια της. Ζήτησε και από τον γιο της να φύγει. Ήθελε να μείνει μόνη της. Μετά από αρκετές φορές που τον παρακάλεσε, τελικά έφυγε.
“Μάλιστα… Σύνοδος κυριών… Τόσο χαμηλά έπεσα… Και απογοήτευσα κι εμένα και τον γιο μου… Αχ Ιωάννα νόμιζες ότι ένα τέτοιο παλικάρι σε ήθελε για την ομορφιά σου…”, έλεγε δυνατά στον εαυτό της και πάλευε να μαζέψει τα δάκρυά της.
Από τις σκέψεις της την έβγαλε ο ήχος του χτύπου στην πόρτα.
Η Ιωάννα νομίζοντας πως είναι ο γιος της, σηκώθηκε από την καρέκλα και όταν άνοιξε είδε στο κατώφλι τον Πέτρο.
“Ήρθες για να πληρωθείς;”, τον ρώτησε παλεύοντας να κρατήσει τα δάκρυά της και με ειρωνεία στον λόγο της.
Ο Πέτρος την άρπαξε και τη φίλησε παθιασμένα.
“Το ξέρω, δεν θα με πιστέψεις ποτέ, μα είσαι η πιο ξεχωριστή γυναίκα στον κόσμο! Δεν έχει σημασία πόσο χρονών είσαι! Η σκέψη σου είναι μεστή κι όχι το κορμί σου! Σε πόθησα από τη στιγμή που άρχισες να μιλάς! Μην υποτιμάς τον εαυτό σου! Μίσησέ με αν θες, μα αγάπα εσένα! Αυτό είναι το τηλέφωνό μου.”, της είπε και πρότεινε το χέρι του.
Η Ιωάννα τον κοίταζε με το ίδιο χαμένο βλέμμα που είχε και το προηγούμενο βράδυ.
Την φίλησε ξανά και άφησε το χαρτάκι με το τηλέφωνο του στη χούφτα της.
*****
Η Ιωάννα δεν τον πήρε ποτέ τηλέφωνο, μα κράτησε σαν φυλαχτό τα λόγια του και η ζωή της από εκείνη την ημέρα άλλαξε ριζικά. Θυμήθηκε ποια είναι και αγάπησε ξανά την Ιωάννα!
Αγγελική Ανδριοπούλου
