Ψηλάφιζε τις πληγές μου μία-μία. Ήταν ένας τρόπος να με μάθει, αυτός, έλεγε… Ποτέ δεν γνωρίζεσαι ουσιαστικά, εάν δεν μοιραστείς τα τραύματα, μου είχε πει ένα βράδυ καθώς καθόμασταν σε ένα παγκάκι μιας ερημικής παραλίας. Έπειτα, με πήρε από το χέρι και καθώς περπατούσαμε, άρχισε να μου αποκαλύπτει με σιγανή φωνή καθετί που τον πλήγωσε, καθιστώντας τον αυτό που είναι σήμερα. Για λίγο δάκρυσε…
Με εμπιστεύτηκε πολύ, δεν ξέρω εάν τον είχαν ζαλίσει τα ποτά που ήπιαμε νωρίτερα, εάν νηφάλιος θα ανοίγονταν τόσο. Δεν ξέρω εάν την επόμενη μέρα, άρχισαν να τον κυριεύουν οι κλισέ πεποιθήσεις «Οι άντρες δεν κλαίνε», δεν ξέρω εάν αισθάνθηκε πως υποβιβάστηκε στα μάτια μου… Ό,τι και να συνέβη τελικά, εγώ κρατάω στην καρδιά μου σαν φυλαχτό τα λόγια του: «Όταν ανοίγεσαι σε έναν ακροατή που σε καταλαβαίνει, εκπέμπεται φως από την ψυχή του κι εσύ λίγο-λίγο το απορροφάς. Νιώθεις μια όμορφη ζεστασιά που την εκπέμπουν ακόμα και τα μάτια σου. Αυτός ο ακροατής είσαι εσύ για μένα…». Έπειτα τον αγκάλιασα σφιχτά και καθίσαμε ξανά στο παγκάκι. Αποκοιμηθήκαμε για λίγο ώσπου ήρθε το ξημέρωμα. Χαζέψαμε μαζί την αυγή…
Από τότε και έπειτα, δεν αναφερθήκαμε ποτέ ξανά σε εκείνη τη μέρα. Κατάλαβα πως δεν ένιωθε άνετα γι’ αυτό, πως ίσως το μεθύσι, τον έκανε και λύθηκε. Μα, πολλές φορές έκανε την προσπάθεια να μάθει τα δικά μου εσώψυχα.
Ως πολύ κλειστός χαρακτήρας, δεν είχα μάθει να ανοίγομαι. Μα αυτός είχε τα δικά του τεχνάσματα για να γνωρίσει τις πληγές μου. Παρατηρούσε τα λόγια μου, τις εκφράσεις μου, τη στάση του σώματός μου, τις συνήθειές μου. Πάσχιζε να εντοπίσει ανασφάλειες και τα κατάφερνε. Κάθε φορά που εντόπιζε μια πληγή, την ψηλάφιζε για ελέγξει το βάθος της και ενίοτε την πίεζε για να ελέγξει πόσο πονάει. Ένιωθα άσχημα για δαύτη τη συνήθειά του, μα τον δικαιολογούσα, πως το κάνει για το καλό μου για να εξοικειωθώ με τις πληγές μου και να νιώσω άνετα να του μιλήσω γι’ αυτές εξονυχιστικά, όπως έκανε κι αυτός εκείνη τη μέρα… Πίστευα πως θίγονταν που δεν του ανοιγόμουν και γι’ αυτό αντιδρούσε έτσι… Το μυαλό μου ήταν ακόμη προσκολλημένο στη στιγμή που τον είδα να δακρύζει και σε όσα μου εκμυστηρεύτηκε, καλλιεργώντας μια διαρκή συμπόνια και βλέποντάς τον με κατανόηση, όσο σκληρός και να γινόταν μαζί μου.
Πέρασε έτσι αρκετός καιρός, ώσπου έπαψε απλά να αγγίζει και να πιέζει τα τραύματά μου. Άρχισε να τα ξύνει, να τα ξύνει με μανία μέχρι να ματώσουν. Πονούσα, πονούσα πολύ… Μετά από κάθε γδάρσιμο, μου έλεγε πως με αγαπάει, πως είμαι ο άνθρωπός του και κάπως έτσι τα ξεχνούσα όλα, μα φθειρόμουν. Πέρασε ο καιρός κι άρχισα να αντιλαμβάνομαι τη φθορά που μου προκαλούσε. Τον έβγαλα από τη ζωή μου… Ήξερα πως όσο και να με πληγώσει η απώλεια, δε θα πονέσει τόσο το άνοιγμα περισσότερων πληγών και οι καινούριες, που θα μου χάραζε.
Μια μέρα βρέθηκα ξανά σε εκείνη την ερημική παραλία. Θεώρησα πως για αρχίσουν να κλείνουν οι πληγές, πρέπει να αφήσω τον εαυτό μου ελεύθερο να νιώσει νοσταλγία. Άρχισα να πετάω πετραδάκια στη θάλασσα, όπως κάναμε και μαζί, βάζοντας στοίχημα ποιος θα τα πετάξει πιο μακριά και πάντοτε νικούσε. Μάζεψα κοχύλια και κάθισα στο ίδιο παγκάκι να αγναντέψω τη θάλασσα. Κρατήθηκα για ώρα δυνατή, ώσπου άφησα τα δάκρυά μου να κυλούν…
Ιωάννα Χαντζαρά
