Ονομάστηκε “λίμνη των συζύγων”, διότι όποια ανύπαντρη έσκυβε να καθρεπτιστεί στο νερό της, το νερό θόλωνε και εμφανιζόταν για μια στιγμή το πρόσωπο του μελλοντικού γαμπρού. Έσκυψε και η Έλλη να δει και είδε έναν άντρα με λευκό πανωφόρι. «Γιατρό θα πάρεις!» αναφώνησε με χαρά η φίλη της που στεκόταν δίπλα, μα καμία από τις δυο δεν είδε πως εκείνη την ώρα περνούσε ο Παντελής, με το λευκό πανωφόρι που συνήθιζαν να φοράνε οι σερβιτόροι εκείνη την εποχή και έσκυψε να καθαρίσει τα χέρια του στο νερό της λίμνης. Ήταν το αστείο τους μετά τον γάμο. «Τρομάρα σου! Σερβιτόρο πήρα, όχι γιατρό! Δεν βαριέσαι, τουλάχιστον είναι όμορφος!».
O Παντελής, τι και αν είχε παντρευτεί και είχε και τρία παιδιά; Δεν τον σταμάταγε αυτή η μικρή λεπτομέρεια, όπως έλεγε, για να παρουσιαστεί ξανά γαμπρός. Και όχι μια και δυο φορές, μα πολλές. Μαζί με τον φίλο τον Παύλο, είχαν στοχεύσει στα γύρω χωριά να μην τους αναγνωρίζουν. Πήγαιναν δυο τρεις ημέρες για δουλειές έλεγαν, καθόντουσαν στον καφενέ του κάθε χωριού, έτσι όμορφοι που ήταν και οι δυο, γρήγορα πλασαρίζονταν για γαμπροί! Και να τα γεύματα στα σπίτια των πεθερών, να οι κόκορες όταν έδιναν τα χέρια για τον γάμο, καλοέτρωγαν και έπιναν τα εκλεκτά της οικογένειας, με την υπόσχεση να πάρουν τις θυγατέρες τους. Λίγο πριν τον γάμο, έστελναν τον Μανώλη τον αγαθό, να φλυαρήσει στο καφενείο του αντίστοιχου χωριού και δήθεν να του ξεφύγει πως έφυγαν μετανάστες στην Αυστραλία. Μη τους είδατε! Γύρναγαν χορτασμένοι και οι δυο στο χωριό τους, έδιναν και ένα πενηνταράκι στον Μανώλη και όλα καλά. Τον έβλεπε η ‘Ελλη καλοχορτασμένο και ροδαλό, σε αντίθεση με εκείνη και τα παιδιά, τον ρώταγε λεπτομέρειες, της έλεγε κάτι γενικoύρες, την μπέρδευε, την αποπροσανατόλιζε και στο τέλος της πέταγε και ένα «Δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω! Άσε με να πάω στην δουλειά μου τώρα και τα συζητάμε μετά!» κάτι που ποτέ φυσικά δεν έκανε. Αν τον ζόριζε πολύ να μιλήσει, σε λίγους μήνες φούσκωνε η κοιλιά της σαν απόδειξη της «αιώνιας» πίστης του.
Μα ήρθαν δύσκολες εποχές και εκείνοι που δεν είχαν γη ή ζωντανά στην κατοχή τους, το φαγητό ήταν δύσκολο. Τι να κάνει ο Παντελής με τόσα στόματα, τα χρήματα από το καφενείο δεν έφταναν. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη, μια αριστερά μια δεξιά, καλός ήταν ακόμα και με τα μάγουλα μέσα. Ξεσκόνισε το καλό του το κουστούμι, φίλησε την ‘Ελλη, με την υπόσχεση πως θα της στέλνει χρήματα και έφυγε από το χωριό με προορισμό την κοντινή πόλη.
Στην πόλη, εύκολα βρήκε δουλειές, αλλά δυστυχώς προσωρινές, ώσπου για καλή του τύχη, χτύπησε την πόρτα σε ένα γαλατάδικο. Η ιδιοκτήτρια, χήρα η ίδια, δέχτηκε να κάνει την διανομή με το ποδήλατο ο Παντελής, αφού πρόσφατα είχε χάσει τον άντρα της και δεν είχε προλάβει να βρει αντικαταστάτη. «Αν και είσαι μεγάλος για αυτή την δουλειά, ας είναι, ίσως είναι και καλύτερα ν’ αποφύγω τις ζημιές, μην χύνεται το γάλα, μην σπας τις μπουκάλες, να προσέχεις και θα φοράς πάντα λευκό καθαρό πανωφόρι» του είπε σιγανά, προσπαθώντας να διαχειριστεί την απώλεια και την νέα πραγματικότητά της. Νοικοκυρά η ίδια, βρέθηκε από την μια στιγμή στην άλλη άφραγκη να διαχειρίζεται το γαλατάδικο.
Ο Παντελής με τον καιρό, ανέλαβε όχι μόνο την διανομή, αλλά όλες τις δουλειές στο γαλατάδικο και σύντομα κάλεσε και τον Παύλο να έρθει να δουλέψει μαζί του. Ξεκίνησε συνεργασία με τον διπλανό φούρνο και ήταν ο πρώτος στην πόλη που μαζί με το γάλα παρέδιδε και ψωμί. Η χήρα έκανε τον σταυρό της που της έλαχε τέτοιος υπάλληλος «με μυαλό ξυράφι» όπως έλεγε σε όλους, μα το μαράζι για τα χαμένα νιάτα της την έτρωγε. Ένα παιδί δεν πρόλαβε να κάνει με τον μακαρίτη, ένα παιδί από τον άντρα της να είχε και τίποτα άλλο δεν ήθελε στον κόσμο όλο! Τα βράδια ονειρευόταν πώς ήθελε να είναι το παιδί της και «έπιανε» τον εαυτό της να σκέφτεται πως θα ήθελε να είναι όμορφος και προκομένος σαν τον Παντελή! Από την άλλη σκεφτόταν την μεγάλη της αμαρτία, το στραβοπάτημα που είχε στα νιάτα της, το παιδί που γέννησε και άφησε, χάνοντάς τα ίχνη του. Ο μακαρίτης την παντρεύτηκε παρόλα αυτά και τίποτα ποτέ δε ανέφερε από την νύχτα του γάμου τους. Ήταν καλός σύζυγος, ποτέ δεν την έκανε να νιώσει ατιμασμένη. Μα ένα παιδί μαζί του δεν πρόκανε.
Δεν άργησε να κάνει την πρόταση στον Παντελή. Θα παντρευόντουσαν σε στενό οικογενειακό περιβάλλον, θα αναλάμβανε εξ ολοκλήρου εκείνος το γαλατάδικο, τα πήγαινε περίφημα άλλωστε! Και εκείνος ο αθεόφοβος δέχτηκε την πρόταση, παραλείποντας φυσικά να της αναφέρει το γεγονός πως ήταν ήδη παντρεμένος με παιδιά! Όρκισε μάλιστα και τον Παύλο να μη πει τίποτα, γιατί θα έχαναν την δουλειά τους και οι δυο. Όσο για την Έλλη, λάμβανε χρήματα κάθε μήνα, γράφοντάς της ψέματα για την τοποθεσία που βρισκόταν κάθε φορά, έτσι ώστε να μην μπορεί να τον επισκεφτεί.
Παντρεύτηκαν μια Κυριακή του Αυγούστου, μα δυο χρόνια μετά, η κοιλιά της χήρας δεν είχε φουσκώσει. Πώς να πει στον Παντελή πως η ίδια είχε ήδη παιδί; «Να σιγουρευτώ» σκεφτόταν εκείνη, «μην μεγάλωσα και δεν μπορώ πια να κάνω παιδιά, μα πώς;». Σκέφτηκε η χήρα, ξανασκέφτηκε και αποφάσισε να μεθύσει τον Παύλο και να κοιμηθεί μαζί του. Και έγινε! Έμεινε έγκυος, μα από τον Παύλο όχι από τον Παντελή! «Δεν βαριέσαι» μονολογούσε, «ο Παύλος δεν θυμάται από το πιοτό τίποτα, ο Παντελής είναι ο άνδρας μου τώρα, δεν χρειάζεται να ξέρει, θα το μεγαλώσουμε μαζί, θα είναι ο πατέρας του!».
Λίγο πριν τα γεννητούρια και ενώ η χήρα καθόταν με τούρλα την κοιλιά στον ταμείο και ο Παντελής με τον Παύλο δούλευαν το γάλα, μπήκε στο μαγαζί η Έλλη, εξοργισμένη με τον άντρα της που της πούλαγε φούμαρα τόσα χρόνια ότι ήταν μακριά και όχι στην πόλη. Της το είπε ένας θείος της που τον είχε δει τυχαία.
«Μα συγνώμη, τι θέλει η κυρία;» ρώτησε απορημένη η χήρα τον Παντελή.
«Τι θέλω;;; Η γυναίκα του είμαι. Σου είπε ότι είναι παντρεμένος με πέντε παιδιά;» φώναξε εκείνη εκτός εαυτού και ο Παντελής έχασε το χρώμα του.
«Λες ψέματα!» βροντοφώναξε ο Παντελής. «Η γυναίκα μου είναι αυτή!», είπε και έδειξε την χήρα «και το παιδί μου θα γεννηθεί σε λίγες εβδομάδες» . Η χήρα κοίταξε τον Παύλο που είχε λουφάξει στην γωνία αμίλητος.
«Α ώστε είναι η γυναίκα σου αυτή! Και περιμένεις και παιδί μαζί της! Μάθε λοιπόν αγαπημένε μου άνδρα, πως κανένα από τα πέντε παιδιά μας, δεν είναι δικό σου, γιατί πολύ απλά δεν μπορείς να κάνεις παιδιά! Κάθε φορά που έλειπες εσύ και παντρολογιόσουν με την μία και την άλλη, εγώ σκάρωνα και από ένα» του είπε και άστραψε το βλέμμα της, σταματώντας στον Παύλο, τον γνήσιο πατέρα όλων των τέκνων του Παντελή!
Ελένη Ρέγγα
