«Θέλω να γράψω μια ιστορία!»
«Αχ, τι ιστορία;»
«Ερωτική! Με λίγο δραματικό στοιχείο εννοείται!»
«Ναι ναι! Έχεις καιρό να γράψεις τέτοια!»
«Ναιιιιι, αλλά υπάρχει ένα θέμα…»
«Τι θέμα, καλέ;»
«Δεν έχω όνομα για τον πρωταγωνιστή μου!».
Η Άννα έγειρε πίσω και άρχισε να κάνει downloading αντρικά ονόματα. Πολλά τα προσπερνούσε. Σε μερικά στεκόταν λίγο παραπάνω κι άλλα δεν τα άγγιζε καν!
«Ρε συ, Άννα, τι εννοείς ότι δεν έχεις ονόματα για άντρα; Τόσα υπάρχουν!», της είπε η φίλη της η Εύα.
«Ναι, Εύα μου! Υπάρχουν τόσα πολλά, αλλά έχω γράψει ήδη τόσα πολλά κείμενα που έχω χρησιμοποιήσει αρκετά. Και για να σε προλάβω, δεν θέλω να χρησιμοποιήσω αρχαιοελληνικά και περίεργα ονόματα. Θέλω να ταυτίζονται μαζί μου οι αναγνώστες. Μαζί τους εννοώ!».
«Ωραία! Γιώργος; Δημήτρης; Γιάννης;»
«Είσαι τρελή; Να γράψω κείμενο με το όνομα ‘Γιάννης’; Να το διαβάσει ο Γιάννης και να γίνει πύραυλος; Γιατί για να βγει το κείμενο, θα πρέπει να γράψω για τον αληθινό Γιάννη και μετά δεν με ξεπλένει ούτε ο Ιορδάνης!».
«Αχ! Ιορδάνης! Ωραίο και τίμιο!»
«Ναι, έχεις δίκιο! Δεν θυμάμαι να έχω γράψει κάτι με το όνομα Ιορδάνης! Καλό! Δημήτρη έχω βάλει. Γιώργο επίσης!».
«Ωραία! Ιορδάνης! Με πρωταγωνίστρια κάποια Ελπινίκη να φανταστώ! Δεν μπορείς να μου τον ταιριάξεις με καμιά Πίτσα, Κίτσα, Λίτσα κλπ.»
«Άσε τα γυναικεία! Τα αντρικά είναι το θέμα…».
Η Εύα googlαρε ‘αντρικά ονόματα’ και μια μεγάλη λίστα αναδύθηκε μπροστά της. Άρχισε να διαβάζει στην Άννα με προσοχή ένα-ένα τα ονόματα.
«Ρε Εύα, τι Αβδίμιλκος, Αγαθαρχίδας και Αγαμήστωρ μου λες; Είσαι με τα καλά σου; Και είμαστε ακόμα στο Α!», αντέδρασε η Άννα μη μπορώντας να συγκρατήσει το γέλιο της. Σκεφτόταν μια ιστορία με πρωταγωνιστή το Αγαμήστωρ και τη Ματούλα και παραλίγο να πνιγεί με τον καφέ της.
«Βαρδεσάνης; Γισκάρδος;», συνέχισε η Εύα.
«Βαγγέλης και Γεράσιμος πιο πιθανό!», απάντησε η Άννα και μετά τον Ιορδάνη κατέγραψε και αυτά τα δύο ονόματα στη λίστα της.
«Ηλίας;»
«Εύα! Ξεχνάς! Ηλίας… Το τυπάκι από τη Μύκονο που θέλουμε και οι δύο να ξεχάσουμε. Θες να κάνω κείμενο αυτή μας την εμπειρία;»
«ΌΧΙ! Πλέον, είμαι παντρεμένη με παιδί!»
«Ευχαριστώ!».
Η Άννα έψαχνε πυρετωδώς. Είχε σημειώσει μερικά ονόματα στο χαρτί. Ιορδάνης, Γεράσιμος, Βαγγέλης, Αλέξανδρος, Δήμος…
«Δεξιθής;»
«Εύα! Συγκεντρώσου!»
«Ελεφήνωρ;»
«Εύα!»
«Ηβασισθένης;»
«Ρε Εύα!»
«Ε, μα τι θες να σου πω; Γράψε για τον Θοδωρή!».
Σιωπή…
«Ορίστε;»
«Είμαι στο Θ και μου το έβγαλε πρώτο πρώτο. Τίμιο όνομα και κοινό! Θα ταίριαζε με μια Ε… Γιατί με κοιτάς έτσι καλέ;»
«Εύα, τι λες; ΤΙ ΛΕΣ;»
«Είπα να γράψεις με το όνομα Θοδ… Ιιιιιιιι! Συγνώμη! Συγνώμη! Μα καλά, πώς μου ήρθε;»
«Έλα ντε! Και ξέρεις τι τίτλο θα έδινα; ‘Με παράτησε στα σκαλιά της εκκλησίας!’. Τέλειο; Τελείως ρόμπα! Και πόσο ωραία ταιριάζει το Θοδωρής με το Άννα, ε; Όλα βγαλμένα από τη ζωή! Ζέστη δεν κάνει ξαφνικά;».
Σηκώθηκε από τη θέση της και έτρεξε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο.
«Ρε αγάπη μου! Συγνώμη! Απορώ πώς μου ήρθε αυτό τώρα; Συγνώμη αν σε τάραξα!»
«Δεν φταις εσύ! Αυτός φταίει που με παράτησε στα σκαλιά πολυκατοικίας μου, ευτυχώς, λίγες μέρες πριν τον γάμο! Ευτυχώς και δεν έγινα ρεζίλι με το νυφικό στα σκαλοπάτια! Μπα σε καλό σου τέτοια ώρα… Τι μου θύμησες…».
Η Άννα έγειρε στον καναπέ και ήπιε ένα ποτήρι παγωμένο νεράκι για να συνέλθει. Θοδωρής… Ο πρώην. Απαγορευμένο θέμα συζήτησης εδώ και πολλούς – πολλούς μήνες. Και μπαμ, με ένα όνομα, όλα έσκασαν σαν πυροτέχνημα.
Αυτή η μεγάλη αγάπη που μετά από τόσα χρόνια κατέληξε σε μια υπέροχη πρόταση γάμου που παρά τις αμφιβολίες και τις φοβίες της, η Άννα δέχτηκε. Αλλά το κέρατο, κέρατο! Εμ… Με τόσες εικοσάχρονες φοιτήτριες στο πανεπιστήμιο, πολλοί οι πειρασμοί για τον καθηγητή!
Ευτυχώς το αντιλήφθηκε η Άννα, ζήτησε τα ρέστα και ο καθηγητής της καρδιάς μας, την παράτησε στα σκαλιά της πολυκατοικίας της είκοσι μέρες πριν τον γάμο!
«Άννα; Είσαι καλά;»
«Ναι!», είπε κοιτώντας το ταβάνι. «Θα γίνει viral! Θα το γράψω!».
«Άννα; Τι λες;»
«Το άρθρο για τον Θοδωρή και την Άννα! Θα κάνει πάταγο! Θα το γράψω! Όχι τώρα όμως… Κάάάάποια στιγμή! Άλλο όνομα;».
Η Εύα συνέχισε να ψάχνει με μανία…
«Ικαρομένιππος;»
«Άστο! Ικαρος… Ιορδάνης… Ιεροκλής!»
«Ρε Άννα, αυτά είναι πολύ κοινά ονόματα!»
«Θα σου έλεγα τίποτα βαρύ!»
«Καραφροντίδας;»
«Εύα! Με κοροϊδεύεις!»
«Κώστας τότε! Αχ όχι! Κωνσταντίνος!»
«Εύα! Ήμαρτον! Αυτά βρήκες; Δύο στα δύο! Να σου θυμίσω ότι έχω να κάνω πλέον με δύο παντρεμένους και με παιδιά! Πώς θα γράψω εγώ για τις ερωτικές νύχτες με τον Κώστα και αντίστοιχα για τις ερωτικές μέρες με τον Κωνσταντίνο; Θες να κλείσω όλων τα σπίτια;»
«Ρε, Άννα δεν φταίω εγώ! Η δικιά σου η ζωή είναι λίγο ξέφρενη!»
«ΗΤΑΝ! Κάποτε!»
Μια μικρή παύση και ένα μικρό γελάκι σήμαναν το τέλος της συζήτησης. Το παρελθόν είναι παρελθόν και η Εύα δεν γνώριζε πολλά.
«Λεσβόθεμης; Μασσανάσσης; Νανάτσος; Ξεινοκλείδης;»
«Υπάρχουν αυτά τα ονόματα; Έχει δώσει κάποιος τέτοιο όνομα στο παιδί του; Ποιος νονός το δέχτηκε;»
«Άννα! Γίνεσαι αυστηρή! Και ναι, υπάρχουν! Αχ… Το βρήκα! Στέφανος! Καλά, ε! Πόσο το αγαπώ αυτό το όνομα δεν φαντάζεσαι! Όταν κάνω παιδί, Στέφανο θέλω να το βγάλω!».
Παύση. Μεγάλη. Η Άννα σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε την Εύα στα μάτια. Προσπάθησε να μείνει ανέκφραστη για να μην προδώσει όσα σκεφτόταν και σηκώθηκε από τον καναπέ. Προχώρησε προς την κουζίνα, τάχα μου δήθεν για νερό, αλλά έπρεπε να βάλει τις θύμησές της σε κουτιά.
Ο Στέφανος. Ο έρωτας της ζωής της. Ο άντρας της. Ο πατέρας του παιδιού της. Ο άνθρωπός της και ο μόνος άνθρωπος που δεν γνώρισε ποτέ η Εύα.
«Άννα;»
«Σκέφτομαι την υπόθεση της ιστορίας μου, για αυτό έχω κάνει παύση! Να δω ποιο όνομα ταιριάζει!». Ψέμα! Εκείνον σκεφτόταν!
Γνωρίζονταν από την εφηβεία. Δέθηκαν τυχαία αλλά ερωτεύτηκαν παράφορα. Μια σχέση η οποία ολοκληρώθηκε τόσο σωματικά, όσο και ψυχικά και πάνω στην τρέλα τους, παντρεύτηκαν. Σε ένα κυκλαδίτικο δημαρχείο το καλοκαίρι που έδωσαν εξετάσεις. Μιλάμε για έρωτα κεραυνοβόλο και αγάπη δυνατή και μαγική. Το μωρό δεν άργησε να έρθει. Είκοσι χρονών παιδιά τότε! Η χαρά τους αδιανόητη, μα εκείνο είχε άλλα σχέδια.
Λίγο πριν τον τέταρτο μήνα σταμάτησε η καρδούλα του και αυτό τους στοίχισε απεριόριστα. Δεν πτοήθηκαν. Προσπάθησαν ξανά και ξανά και παιδάκι δεν ερχόταν.
Όταν η Άννα είδε ξανά αυτές τις δύο γραμμούλες, έχασε ξαφνικά τον Στέφανο. Η καρδιά του τον πρόδωσε. Τόσο άδικο! Τόσο νέοι! Απ’ τη στεναχώρια της, έχασε και το μωρό και έμεινε ολομόναχη εικοσιπέντε χρονών. Το μόνο που έχει μείνει από τότε, είναι το σπίτι της. Αυτό που αγόρασαν μαζί λίγο πριν ο Στέφανος χαθεί.
Η Εύα ήρθε στη ζωή της πέντε χρόνια μετά και είναι φίλες σχεδόν μια δεκαετία. Δεν τον γνώρισε ποτέ και δεν έμαθε ποτέ την ύπαρξή του.
«Άννα; Τι λες τελικά για το Στέφανος;»
«Απαπαπαπα! Κοινότυπο! Έχει παίξει πολύ και σε σειρές και σε βιβλία. Όχι! Προτιμώ να γράψω για τον Οδυσσέα και την Πηνελόπη στη σύγχρονη εποχή. Θα κάνω ένα ειδύλλιο φαντασμαγορικό και οι αγαπημένοι μου θα είναι οι μνηστήρες!».
Η Εύα ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Δεν κατάλαβε όμως ότι πίσω από το χιούμορ της Άννας κρυβόταν πόνος μεγάλος.
Η λίστα όλο και μεγάλωνε. Τα αντρικά ονόματα έδιναν και έπαιρναν και η Άννα είχε σκεφτεί ήδη μια ιστορία για το κάθε ένα!
«Ξέρεις, Άννα μου, τι κατάλαβα όση ώρα ψάχνουμε τα ονόματα; Ότι δεν υπάρχουν απαγορευμένα ονόματα, αλλά απαγορευμένες ιστορίες! Αυτές πονάνε!».
«Έχεις δίκιο, Εύα μου! Οι ιστορίες χαράσσονται στην ψυχή μας. Όχι τα ονόματα! Οι ιστορίες!».
TheBluez Guest
